Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Αναστάσης Πινακουλάκης

Αναστάσης Πινακουλάκης

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη
 
«Το δικαίωμα στη ζωή δεν έχει ημερομηνία λήξης» ή «Η ανθρωπότητα έχει ανάγκη την αιωνιότητα», είναι λίγες μόνο από τις φράσεις που τρυπάνε το μυαλό σου παρακολουθώντας την παράσταση «Hotel Éternité». 
 
Το έργο «Hotel Éternité» του Γιάννη Καλαμβριανού παρουσιάζεται για πρώτη φόρα στη Σκηνή Νίκος Κούρκουλος του Εθνικού Θεάτρου, έπειτα από ανάθεση που έγινε στον αγαπημένο θεατρικό δημιουργό. Ο Καλαμβριανός ανήκει σ’ εκείνη την επίλεκτη μερίδα δημιουργών που συμπυκνώνουν στο πρόσωπό τους τρεις ιδιότητες, του συγγραφέα, του δραματουργού και του σκηνοθέτη. Το Hotel Éternité, δεν είναι ένα συνηθισμένο ξενοδοχείο. Ίσως δεν θα έπρεπε καν να κατατάσσεται στα ξενοδοχεία. Είναι ένας τόπος, όπου καταλύουν άνθρωποι που κάτι τους συνέβη. Και που απέκτησαν μια…ξεχωριστή, αντίληψη του χρόνου.
 Οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου εργάζονται 24 ώρες το 24ωρο για να διασφαλίσουν στους ενοίκους μια ζωή απελευθερωμένη από το άγχος του χρόνου που περνάει ή ακόμα περισσότερο το άγχος του θανάτου. Οι πελάτες είναι χωρισμένοι σε τέσσερις ζώνες ανάλογα με την φύση του «προβλήματος» από το οποίο προσπαθούν να ξεφύγουν. 
Πρώτη ζώνη: Άνθρωποι παγωμένοι σε μια προηγούμενη στιγμή του χρόνου από όπου δεν μπορούν να ξεκολλήσουν. Οι περισσότεροι, σε έναν έρωτα που τελείωσε, ή σε ένα πένθος.
Δεύτερη ζώνη: Άνθρωποι που δεν αντέχουν τη σωματική φθορά και που δεν θέλουν με τίποτε να μεγαλώσουν. 
Τρίτη ζώνη: Άνθρωποι με συγκεκριμένο και συνήθως με εξαιρετικά μικρό προσδόκιμο ζωής. Γνωρίζουν πως το τέλος επίκειται και ήρθαν στο ξενοδοχείο για να περάσουν το διάστημα μέχρι το αναπόφευκτο. 
Τέταρτη ζώνη: Νέοι και ανοϊκοί.
Ανάλογα με τη ζώνη στην οποία ανήκουν οι πελάτες, οι υπάλληλοι ακολουθούν διαφορετική πρακτική για να επιβραδύνουν ή να επιταχύνουν τον χρόνο. Μπορούν να κάνουν τη μέρα να νυχτώσει δύο φορές μέσα σε μία ημέρα ή να αλλάξουν τις εποχές όποτε το θέλουν. Όλες οι συμπεριφορές προδιαγράφονται σ’ ένα πολύ αυστηρό σύστημα κανόνων. Δεν επιτρέπονται οι εκφράσεις που υποδηλώνουν τον χρόνο, ούτε οποιαδήποτε αρνητική φράση. Με αυτό τον τρόπο οι πελάτες αλλά και οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου ζούνε «ελεύθεροι» από ό,τι τους αγχώνει ή τους προκαλεί μελαγχολία. 
hotel 2 texnes plus
Ο Γιάννης Καλαμβριανός έχει συνθέσει ένα έργο που συνομιλεί με τα μεγάλα θέματα της παγκόσμιας δραματουργίας, την υπαρξιακή αγωνία, τον φόβο τους γήρατος, τον φόβο του θανάτου, την αγάπη για νεότητα και ζωή, τον φόβο της μοναξιάς. Οι χαρακτήρες του αν και «δεν επιτρέπεται» να έχουν ρωγμές, τις αφήνουν να φανούν κάτω από το make up και την τυποποίηση του εαυτού τους. Σύντομα ο «επίγειος παράδεισος της Αιωνιότητας» γίνεται μία ζωντανή κόλαση που φέρνει τους χαρακτήρες αντιμέτωπους με ό,τι φοβούνται. Το σύμπαν του έργου μου θύμισε κάτι από το Κεκλεισμένων των Θυρών του Σαρτρ και το κινηματογραφικό Lobster των Λάνθιμου-Φιλίππου. Στο «Hotel Éternité» βλέπουμε όμως το πώς ο ανθρώπινος πόνος δεν μπορεί να κρυφτεί για πολύ κάτω από το χαλάκι. Όσο προστατευμένη να είναι και η ετεροτοπία που προσπάθησε να χτίσει η Μαίρη –η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου- δεν είναι αδιάβλητη στο καταστροφικό πέρασμα του χρόνου και της ανθρώπινης παρουσίας. 
Στο σκηνικό περιβάλλον δεσπόζουν οι «βαλσαμωμένες» φιγούρες εξωτικών πτηνών, όπως βαλσαμωμένοι είναι και οι χαρακτήρες του έργου. Βρίσκονται μετέωροι ανάμεσα στην αιωνιότητα και τη φυσική φθορά από την οποία κανένας ζωντανός άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει, όσο κι αν έχει προχωρήσει η Επιστήμη. Μια άσπρη τρίχα στο πρόσωπο της Αμινά μπορεί να της κοστίζει όχι μόνο την δουλειά της στο Hotel Éternité αλλά και την ίδια της τη ζωή. Βλέποντας αυτή τη πολύ δυνατή εικόνα, σκεφτόμουν έναν υπότιτλο για την παράσταση, «Stand Still», αφού φαίνεται η αγωνία των χαρακτήρων να παραμείνουν νέοι και «παραγωγικοί» σ’ ένα περιβάλλον που δεν είμαι πολύ σίγουρος πως θέλουν να βρίσκονται. Ο ίδιος ο δημιουργός στο σκηνοθετικό του σημείωμα γράφει «Η μεγάλη απορία, η συνισταμένη των φιλοσοφικών, οντολογικών ή τελείως πρακτικών ζητημάτων που γεννά η πάροδος του χρόνου, συνοψίζεται στη δυσκολία να συγχρονιστεί ο προσωπικός χρόνος με τον επιστημονικών παραδεκτό και μετρήσιμο κοινό χρόνο. […] Γιατί ο υποκειμενικός χρόνος δεν ρέει πάντα με την ίδια ταχύτητα, αλλά επηρεάζεται απολύτως από τη συναισθηματική και διανοητική μας κατάσταση.». 
Πόσες φορές δεν πεθάναμε από πλήξη και όταν είδαμε το ρολόι δεν είχαν περάσει παρά μόνο λίγα λεπτά ή αντίθετα δεν περάσαμε πολύ όμορφα και ο χρόνος κύλησε νεράκι; Ο χρόνος όσο και αν μπορεί να διασπαστεί σε ποσοτικές μονάδες, έχει διαφορετική υποκειμενική υπόσταση στον καθένα μας. Ένα απόγευμα δεν κυλά με τον ίδιο τρόπο για ένα παιδί και για έναν υπερήλικα που ζει μόνος του στην επαρχία. 
Το Δραματολόγιο του Εθνικού Θεάτρου φαίνεται ιδιαίτερα ευαίσθητο με το θέμα της διαχείρισης του θανάτου, αν κοιτάξουμε πίσω στην τελευταία πενταετία του. Από το όχι και τόσο καλογραμμένο «Συγχώρεσέ με» των αδερφών Κούφαλη, ως το Θερισμό του Δημήτρη Δημητριάδη κι από εκεί στο πιο πρόσφατο Νερό της Κολωνίας, ο «μέγας θεριστής» είναι εκεί. Στο «Συγχώρεσέ με» και στο «Νερό της Κολωνίας», η θεματική κινήθηκε γύρω από την επικοινωνία ζωντανών με τους νεκρούς με τους οποίους σχετίζονταν, ενώ στο Θερισμό, μια ομάδα Νεοελλήνων, πήγε υπερατλαντικές διακοπές για να ξεχάσει τα προβλήματά της. Στο γραμμένο μετά από ανάθεση «Hotel Éternité», έχουμε ένα ολοκληρωμένο σύμπαν, όπου υπάρχει παράλληλα με τη ζωή, σαν ένα πέρασμα από τη φθορά στην αφθαρσία, από τη γήρας στην αιώνια νεότητα, από την απώλεια στη νέα «ζωή». 
 
b 27582 or 19 nt hotel eternite 0600
 
Η παράσταση

Ο Γιάννης Καλαμβριανός καταθέτει μια ολοκληρωμένη πρόταση δραματουργίας-παράστασης με το «Hotel Éternité». Η παράσταση ξεκινά με την αινιγματική φιγούρα ενός γέρου (τον υποδύεται ο Γλάστρας που πέρσι τον είδαμε και στον Κουμ Κουάτ του ίδιου σκηνοθέτη), που προλογίζει το έργο κι έπειτα με ένα μιούζικαλ νούμερο περιγράφονται αυτά που πρεσβεύει το «ξενοδοχείο». Το ευφάνταστο σκηνικό της Εύας Μανιδάκη με τα βαλσαμωμένα πτηνά, τα αρτ ντεκό έπιπλα, το «χειροποίητο» καλοκαίρι και τη neon επιγραφή «Hotel Éternité» υπηρετεί άριστα το έργο. Δίνεται γλαφυρά η εικόνα της στασιμότητας και της αδιαλλαξίας του περιβάλλοντος του ξενοδοχείου αλλά και της ζωής των ενοίκων του. Τα κοστούμια από την άλλη, της Βάνας Γιαννούλα, δίνουν μια πιο εξωτική και τυποποιημένη δομή στους χαρακτήρες. Στον αντίποδα, ο άντρας που μεταμφιέζεται (Γιώργος Γλάστρας) που περνάει από διαφορετικές εμφανίσεις, δίνοντας μια πιο εύθυμη αλλά και σκοτεινή νότα στην παράσταση. Προσωπικά, νομίζω πως η παρουσία του άντρα που μεταμφιέζεται θόλωνε υπερβολικά τη δραματουργία, και το σχήμα κύκλου που χρησιμοποιήθηκε είναι λίγο ξεπερασμένο στη σύγχρονη δραματουργία. Να εξαιρέσουμε βέβαια τη σύνδεση του γέρου με το νεκρό αδερφό της Μαίρη. 
Η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου θυμίζει μια ανεβαστική μουσική ξενοδοχείου, αλλά ο ψευδομιούζικαλ χαρακτήρας του έργου κρίνεται ως ένα περιττό στολίδι που θέλει να επιτείνει την αντίθεση ανάμεσα στην τεχνητή πραγματικότητα και την επίπονη πραγματική πραγματικότητα. Ίσως να μην φταίνε ξεχωριστά τα καλλωπιστικά χαρακτηριστικά της παράστασης –κοστούμια, μουσική, τραγούδι, ο άντρας που μεταμφιέζεται- αλλά ο συνδυασμός τους που επιφορτίζουν το βλέμμα του θεατή. Τα ηχογραφημένα μηνύματα στο τέλος του έργου σπάνε όλα αυτά τα στολίδια, και φαίνεται πως επαναφέρουν τους υπαλλήλους του έργου στην στυγνή πραγματικότητα, την άσχημη πραγματικότητα των γηρατειών, της απώλειας, των ασθενειών, του καταστροφικού περάσματος του χρόνου. 
Οι ηθοποιοί της παράστασης συνδημιουργούν μια επίπλαστη πραγματικότητα που παλεύει να κυριαρχήσει της πραγματικής. Οι θεατές «συναινούν» για μια θεατρική ψευδαίσθηση που για λίγο παγώνει το χρόνο. Ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου είναι η Μαίρη που την ερμηνεύεται η Μαρία Κατσιαδάκη, μια αδυσώπητη γυναίκα που δεν έχει σκοπό ν’ αφήσει τίποτα να διαλύσει το «Hotel Éternité». Η ηθοποιός παρουσιάζεται ιδιαίτερα δυναμική, αλλά στις κατιδίαν της στιγμές με τον γιατρό (Αργύρης Ξάφης) αφήνει την εύθραυστη ψυχοσύνθεσή της να φανεί. Ξεχωρίσαμε τις δύο γυναίκες υπαλλήλους του έργου, την Μάγια (Αλεξία Μπεζίκη) και την Αμινά (Χριστίνα Μαξούρη) που νομίζω περιέγραψαν καλύτερα από όλους την λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο επιβεβλημένο καθήκον και την υπαρξιακή αγωνία που κάθε άνθρωπος φέρει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. 
Ο Χρήστος Καργιόπουλος υποδύεται τον Πέντρο, ένα νεαρό υπάλληλο που φροντίζει ιδιαίτερα μια μεγάλη γυναίκα επειδή του θυμίζει τη μητέρα που την έχασε πριν χρόνια. Ο τρόπος που τη συμπεριφέρεται δείχνει μια ιδιαίτερη ευαισθησία που ίσως είναι οι τύψεις για τη δική του μητέρα. Ο Νίκος Λεκάκης («Απλή Μετάβαση») υποδύεται τον Λούκας, έναν άντρα που χήρεψε πριν 7 χρόνια και δεν έχει ξεπεράσει ακόμα το τραγικό γεγονός. Βλέπουμε λοιπόν πως παράλληλα με τους πελάτες του ξενοδοχείου, οι υπάλληλοι έχουν επίσης τους δικούς τους λόγους για να βρίσκονται στο «Hotel Éternité», μα οι προσωπικοί τους δαίμονες δε λένε να τους αφήσουν σε ησυχία. Περισσότερο αινιγματική είναι η παρουσία της νέας υπαλλήλου, της Γιούλια (Δέσποινα Γιαννοπούλου), αφού δεν αποκαλύπτει τους λόγους που επέλεξε να εργαστεί εκεί. 
Εν κατακλείδι, το Εθνικό Θέατρο καταθέτει για άλλη μια φορά μια πρόταση δραματουργίας με το «Hotel Éternité»  του Γιάννη Καλαμβριανού, που μαζί με το «Νερό της Κολωνίας» νομίζω ξεφεύγει από την πεπατημένη των προηγούμενων χρονιών. Κι αν κατά τον Μπόρχες «ζωή σημαίνει να χάνεις χρόνο», η παράσταση «Hotel Éternité» κάθε άλλο παρά χάσιμο χρόνου είναι.  
 

Διαβάστε επίσης:

Ο Αργύρης Ξάφης Περνά Μια Περίοδο Αλλαγής Και Του Πάει Πολύ! (Συνέντευξη) 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη 

Επίσημη πρεμιέρα έκανε την Παρασκευή 17 Ιανουαρίου η συμπαραγωγή του ΔηΠεΘέ Κοζάνης και του Θεάτρου Τέχνης σε μετάφραση και σκηνοθεσία Λευτέρη Γιοβανίδη.  

Η παράσταση «Τριαντάφυλλο στο στήθος» χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Πολιτισμού και συγχρηματοδοτείται από το ΔηΠεΘέ Κοζάνης. Το κοινό της Κοζάνης είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει πρώτο την παράσταση, αφού παρουσιάστηκε εκεί από τις 23 Νοεμβρίου έως τις 22 Δεκεμβρίου του περασμένου έτους. Να σημειώσουμε επί τη ευκαιρία πως η δραστηριότητα του το ΔηΠεΘέ Κοζάνης έχει ταχύτατη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, με αξιόλογες παραγωγές που ανανεώνουν την πολιτιστική ζωή της πόλης. Πέρσι, στον ίδιο χώρο είχε παρουσιαστεί η δουλειά του Βασίλη Μαυρογεωργίου «Κατάδικος», θεατρική προσαρμογή του έργου του Θεοτοκά. 
Για την ιστορία, το έργο «Rose Tattoo» (Τριαντάφυλλο στο Στήθος) του Tennessee Williams έκανε πρεμιέρα το 1951 στο Broadway. 4 χρόνια μετά κυκλοφόρησε η κινηματογραφική του εκδοχή με την πρωταγωνίστρια του Anna Magnani να κερδίζει το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου. Στη χώρα μας το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από το Θέατρο Τέχνης τη σεζόν 1956-1957 σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη -από τους πρώτους εισηγητές του αμερικανικού θεάτρου στην Ελλάδα-, σκηνοθεσία Κάρολου Κουν και μουσική Μάνου Χατζιδάκι υπό τον τίτλο «Ένα τριαντάφυλλο στο στήθος»
Το έργο τοποθετείται στον Αμερικανικό Νότου της δεκαετίας του ’50, όπου ζούσαν πολλοί μετανάστες από την Ιταλία. Πρωταγωνίστρια είναι η Σεραφίνα, μια μοδίστρα ταγμένη στον άντρα της, που μοιάζει με τσιγγάνο και διακρίνεται για το πάθος του. Είναι μια γυναίκα που έντονα αγαπά, ερωτεύεται, πονά, πιστεύει. Όταν πεθαίνει ο άντρας της, ψάχνει κάπου να χωρέσει τη λατρεία της για εκείνον. Στριμώχνει την ίδια της την «ψυχή» μέσα στην τεφροδόχο του. Αποστρέφεται τον κόσμο, που τολμά να θυμάται ένα λιγότερο θαυμαστό παρελθόν για το χαμένο της «τριαντάφυλλο». Προσπαθεί μανιασμένα να κρατήσει την έφηβη κόρη της, Ρόζα, μακριά από τους «κυνηγούς» άνδρες. Ψάχνει πάντα απαντήσεις από μια ξεθωριασμένη Μαντόνα. Κι όταν ο Αλβάρο, ένας οδηγός φορτηγού, μπαίνει απρόσκλητος στο σπίτι της, εκείνη προσπαθεί να καταλάβει αν αυτό ήταν το σημάδι που περιμείνει από την Παναγία. Η ζωή πρέπει πάντα να προχωράει.
Η παράσταση
Ο Λευτέρης Γιοβανίδης μεταφράζει εκ νέου το έργο του Williams και αναλαμβάνει ο ίδιος την σκηνοθεσία. Ακολουθεί μια συμβατική γραμμή παράστασης, που μένει πιστό στο κλίμα του έργου, χωρίς να ρισκάρει να το διαβάσει στο σήμερα. Στη μετάφρασή του διατηρεί ιταλικούς ιδιωματισμούς κατά το πρότυπο του Williams, αναδεικνύοντας το ξενόφερτο ύφος που φέρνουν οι δύο κεντρικές ηρωίδες του έργου. Όσον αφορά την σκηνική απόδοση του έργου, έδωσε έμφαση στη ρεαλιστική (δε θα πω νατουραλιστική γιατί θα ήταν αδύνατο να είναι πιστευτό σήμερα) απόδοση των χαρακτήρων και του περιβάλλοντος του Αμερικανικού Νότου, αλλά και στον ευφρόσυνο τόνο το έργου. Έτσι, σερβίρει στο κοινό μια καλοφτιαγμένη ερωτική κωμωδία για ευρεία κατανάλωση με συγκινητικές ερμηνείες. 
Το σκηνογραφικό περιβάλλον της Πουλχερίας Τζόβα είναι μετρημένο στη λεπτομέρεια, αποδίδοντας το σπίτι αλλά και τον κόσμο της Σεραφίνα, με την ραφτική της ιδιότητα, την καθολική της πίστη αλλά και το άγριο ερωτικό της ταπεραμέντο. Η ραπτομηχανή, τα μανεκέν, τα φορέματα, το άγαλμα της Παναγίας, τα λουλούδια. Ωστόσο, θεωρώ πως τα σκηνικά, τα κοστούμια, σε συνδυασμό με την υποκριτική, απέδωσαν το έργο υπερβολικά γραφικά, σχεδόν κιτς. Ενδεικτικά ν’ αναφέρω το περιστρεφόμενο μπιμπελό της Παναγίας και το συγχρονισμό των ανακλεινόμενων παραθύρων με τους φωτισμούς της παράστασης. Η όλη αισθητική της παράστασης παρέπεμπε σε άλλη δεκαετία θεατρικής παραγωγής, όχι μόνο δραματουργίας. 
Στον αντίποδα όμως της ξεπερασμένης αισθητικής, συναντήσαμε προσγειωμένες, σάρκινες και απολαυστικές ερμηνείες από τους τέσσερις κεντρικούς ρόλους του έργου. Η Πηνελόπη Μαρκοπούλου, αν και στην αρχή ξαφνιάζει με την με αναμενόμενη φυσιογνωμία της, βουτάει στον νευρωτικό και συνάμα ερωτικό χαρακτήρα της Σεραφίνα. Η παρουσία της ξεχειλίζει την σκηνή και κερδίζει τη συμπόνια χωρίς να στερεί τίποτα από τη γυναίκεια της υπόσταση ακόμα κι όταν εμφανίζεται ατημέλητη. Ο τρόπος που κινείται, ο τρόπος που μιλάει, ο τρόπος που αναπολεί, φαίνονται να βρίσκονται σε μια οργανωμένη σφαίρα, που αποτελούν τη βάση της παράστασης. 
Σε κόντρα διάθεση, ο Αλβάρο του Γεράσιμου Μιχελή, που θυμίζει χαρακτήρα μπουλβάρ, που δίνει ένα πιο ευχάριστο τέμπο και μετατρέπει αμέσως το έργο από δραματικό σε κωμικό, δίνοντας μια νέα δυναμική στην παράσταση. Ο αγαπημένος ηθοποιός προσφέρει μια πρώτης τάξεως κωμική ερμηνεία που κερδίζει το κοινό. 
 
5
Παράλληλα με την ιστορία της Σεραφίνας, παρακολουθούμε και την καταπίεση της κόρης της, Ρόζα, ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι που θέλει να ζήσει τον έρωτα για πρώτη φορά μ’ έναν αμερικανό ναύτη, αλλά στερείται την έξοδο από το σπίτι. Η Ειρήνη Ιωάννου υποδύεται την Ρόζα, και σαν εύθραυστο τριαντάφυλλο, μια άλλη Λώρα, ετοιμάζεται να ερωτευτεί. Η ερμηνεία της δροσερή και «ακατέργαστη», έρχεται σε μια ενδιαφέρουσα αντίστιξη με το πληθωρικό ταπεραμέντο της «μητέρας» της, Πηνελόπης Μαρκοπούλου. 
Ξεχωρίσαμε τον Δημήτρη Τσίκλη στο ρόλο του Τζακ Χάντερ («κυνηγός»), το νεαρό ναύτη που ερωτεύεται η Ρόζα. Ο ηθοποιός έμοιαζε βγαλμένος από πίνακα του Τσαρούχη, ενώ η ευγενή του ερμηνεία, ανοίγει νέες πτυχές στον χαρακτήρα που υποδύεται, που συνήθως αποδίδεται ως ερωτίλος που πουλάει ρομάντζα. Οι στιγμές του με την Ειρήνη Ιωάννου, αναδεικνύουν το ρομαντικό χαρακτήρα του έργου, και μας επιτρέπουν να δούμε το ρετρό χωρίς να είναι κλισέ. 
Τους υπόλοιπους χαρακτήρες του έργου υποδύονται οι Ευγενία Αποστόλου, Μάρω Σαουσοπούλου, Ισίδωρος Σταμούλης και Τσαμπίκα Φεσάκη. 
Συνολικά, η παράσταση «Τριαντάφυλλο στο στήθος» του Λευτέρη Γιοβανίδη είναι μια άρτια και συνεπής παράσταση που ψυχαγωγεί χωρίς να καταθέτει κάποια νέα ανάγνωση στο έργο του Williams.Αναρωτιέμαι λοιπόν αν υπηρέτησε πολύ καλά ένα έργο που έχει ξεπεραστεί ή αν παρασύρθηκε από το νοσταλγικό περιβάλλον το έργου και έκανε μια παράσταση ανάμνησης. Θα κρατήσω την ενέργεια των ηθοποιών και την αχτίδα του έρωτα που εμφανίζεται εκεί όπου όλα μοιάζουν βαλτωμένα. 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

Για πρώτη φορά στο Εθνικό και μάλιστα σε καινούργια μετάφραση παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο «Το καινούργιο σπίτι» του Κάρλο Γκολντόνι από τους Bijoux de Kant

Πρεμιέρα έκανε την προηγούμενη εβδομάδα στην σκηνή Μαρίκα Κοτοπούλη/Ρεξ η παράσταση «Το Καινούργιο Σπίτι» σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη. Το έργο «La casa nova» γραμμένο στην βενετσιάνικη διάλεκτο από τον Carlo Coldoni ανέβηκε για πρώτη φορά στην σκηνή το 1760, ενώ στην χώρα μας έχει κάνει μια μικρή διαδρομή. Στο ΚΘΒΕ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1994 σε μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη και σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Στο Εθνικό Θέατρο τώρα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για το «βάφτισμα» του πυρός, κι αυτό οφείλεται στην ιδιαίτερα δραστήρια δραματολόγο του, Ειρήνη Μουντράκη που μετέφρασε το έργο.


Για τους γνώστες των θεατρικών πραγμάτων, η Ειρήνη Μουντράκη δεν είναι μια κοινή θεατρολόγος. Από τη μία έχει μια οργανική θέση στο Εθνικό Θέατρο κι από την άλλη μελετά αδιάκοπα θεατρικά έργα, κλασσικούς συγγραφείς αλλά και τις νέες τάσεις στο εγχώριο θέατρο. Πρόσφατα έφερε εις πέρας τη διδακτορική της διατριβή στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών. Αυτή η εργασία, οδήγησε στην πρόσφατη πλούσια έκδοση με τίτλο «Carlo Goldoni. Η ζωή, το έργο του και η πρόσληψή του στην Ελλάδα», από τις Εκδόσεις Αιγόκερως. Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως είναι μια πολύ ελκυστική συγκυρία, που ανεβαίνει φέτος για πρώτη φορά «Το καινούργιο σπίτι» του Γκολντόνι, συνεχίζοντας την μακρά παραστασιογραφία  του Ιταλού κωμωδιογράφου στη χώρα μας.

 

to kainourio spiti texnes plus

 

Οι φρεσκοπαντρεμένοι Αντζολέτο και Καικίλια ετοιμάζουν το καινούργιο τους σπίτι. Η Καικίλια είναι ιδιότροπη, αγαπά την πολυτέλεια και την κομψότητα. Ο Αντζολέτο είναι ερωτευμένος και άφραγκος, ανίκανος να αντισταθεί στις απαιτήσεις της. Μια φρενήρης κινητικότητα ζωντανεύει τον μικρόκοσμό τους αποκαλύπτοντας τα φλέγοντα ζητήματα της εποχής του Γκολντόνι.
Η επιλογή του έργου –αν και όχι τόσο γνωστό- είναι ιδιαίτερα εύστοχη, αφού καυτηριάζει την τάση για τρυφή και ακριβή ζωή, χωρίς σύνεση και οικονομία. Ο Αντζολέτο φαίνεται να μην υπολογίζει το χρήμα και να μην έχει έγνοιες ζώντας ευθυνόφοβα, οκνηρά και «επιδεικτικά» τη ζωή του. Οι εύκολες ταυτίσεις με την σημερινή εποχή της oικονομικής κρίσης, δεν στερούν καθόλου από το έργο την ανεμελιά του, τον εύθυμο χαρακτήρα και τον εξαιρετικό ρυθμό κι αυτό οφείλεται κατεξοχήν στη μετάφρασή του, και στην οικουμενική δυναμική της κλασσικής ιταλικής κωμωδίας. Φέτος μάλιστα, τυγχάνει αμφότερες οι κρατικές σκηνές μας, να έχουν στο ρεπερτόριό τους έργα του Γκολντόνι, αφού πέρα από το «Καινούργιο Σπίτι» του Εθνικού Θεάτρου, παρουσιάζεται για δεύτερη σεζόν το διασημότερο «Υπηρέτης Δύο Αφεντάδων» σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ και σκηνοθεσία Μιχάλη Σιώνα στο ΚΘΒΕ.

 

to kainourio spiti texnes plus2


Η παράσταση

Η νέα δουλειά των Bijoux de Kant στο Εθνικό Θέατρο καταθέτει μια καθαρή αισθητική πρόταση για την πρόσληψη της κωμωδίας του Γκολντόνι. Η βασική ιδέα της σκηνοθεσίας του, είναι η αποδόμηση της κλασσικής τυποποιημένης σωματικής παρτιτούρας/εκφραστικής ταυτότητας των χαρακτήρων του έργου κι η σύνθεση νέων βασισμένων σε διάφορες τάσεις από την ποπ κουλτούρα από το ’50 και μετά. Έτσι ο κάθε ηθοποιός της παράστασης «παίζει» μ’ έναν άλλο τύπο, συνομιλώντας με τον πυρήνα του ρόλου τους.
Ξεκινώντας η παράσταση, αυτό που αιχμαλωτίζει τον θεατή είναι το εντυπωσιακό σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη που θυμίζει νεοκλασσικό μνημειώδες κτίσμα. Στο κέντρο του σκηνικού δεσπόζει το άγαλμα ενός αγγέλου που είναι «κλεμμένος» από το γλυπτό του κυπριακής καταγωγής γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου στην Πλατεία Καρύτση, μπροστά από το κτίριο της Παλιάς Βουλής. Οι ασπρόμαυρες πλάκες στο δάπεδο του σκηνικού θυμίζουν τα μαρμάρινα δάπεδα των πολυτελών κτισμάτων, ενώ η αίσθηση των «διαπεραστικών» τοίχων του σπιτιού συνάδει άριστα με το ύφος των κωμωδιών του Γκολντόνι.  


Αυτό που ξενίζει ωστόσο –ήδη από τις φωτογραφίες της παράστασης (Πάτροκλος Σκαφίδας)- είναι τα κοστούμια της παράστασης που φαινομενικά δεν έχουν κάποια σύνδεση μεταξύ τους. Ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης φοράει στους ηθοποιούς μια πολύ έντονη φυσιογνωμία, ή για να μιλήσουμε με όρους δραματουργικούς, έναν «τύπο».

Έτσι, η Λουτσέττα (Στέλλα Βιογιατζάκη) παρουσιάζεται ντυμένη ως Sailor Moon, η Καικιλία (Εύη Σαουλίδου) ως Μαρία Αντουανέτα, η Μενεγκίνα (Ιωάννα Κολλιοπούλου) ως disco girl, o Σιγκουάλντο (Αντώνης Γκρίτσης) ως ποπ ροκ θρύλος κ.ά. Όπως γίνεται αισθητό, τα κοστούμια αυτά φέρουν μια συγκεκριμένη σημειολογία στην κίνηση και την ατμόσφαιρα της εποχής τους, κι άρα υποβάλλουν τους ηθοποιούς σε μια διαδικασία να παίζουν ταυτόχρονα και τον χαρακτήρα τους και τον τύπο του κοστουμιού τους. Στην ιδιαίτερα τυπολογία της παράστασης καθοριστικό ρόλο παίζει η κίνηση του Τάσου Καραχάλιου, ο οποίος εμφανίζεται και επί σκηνής. Αυτή η ανάγνωση είναι ιδιαίτερα εύγλωττη, και «εξηγεί» στον σύγχρονο θεατή την έννοια της κλειστής φόρμας της ιταλικής κωμωδίας, όμως νομίζω δεν καταφέρνει να «δέσει». Επιφυλάσσομαι βέβαια γιατί παρακολούθησα την παράσταση στην πρεμιέρα της.


Η παράσταση «Το καινούργιο σπίτι» αν μη τι άλλο ευτυχεί να διαθέτει πέρα από τα εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια έναν εξαιρετικό θίασο με πολυσχιδείς δυνατότητες. Ο θίασος αυτός διακρίνεται για την αστείρευτη ενέργειά του και για τον αυτοσαρκασμό των χαρακτήρων που υποδύονται. Ξεχωρίζουν η Εύη Σαουλίδου και η Ιωάννα Κολιοπούλου τόσο για τους χαρακτήρες που χτίζουν όσο και τη μεταξύ τους χημεία. Πιο κοντά στον χαρακτήρα του έργου νομίζω είναι ο Θανάσης Δήμου, που με το ιδιαίτερο χιούμορ που ούτως ή άλλως διαθέτει, προκαλεί το γέλιο χωρίς να δείχνει αφελής. Είναι πολύ κοντά στον τύπου του Πανταλόνε, του τσιγκούνη γέρου, που δημιουργεί προβλήματα στους νεαρούς ερωτευμένους, αλλά στο τέλος αναγκάζεται να συναινέσει και καταλήγουμε σε happy ending.


Αυτό που ελαττώνει τη δυναμική της φόρμας της παράστασης, γιατί δεν πατάει πάνω στη δραματουργία, είναι κατά τη γνώμη μου η παρουσία των δύο βουβών σκηνικών ρόλων, των δύο πολύ γοητευτικών ανδρείκελων. Οι δύο άντρες εμφανίζονται σαν drag personas με ψηλοτάκουνα και γούνες, και περιφέρονται σε διάφορες εικόνες της παράστασης δίνοντας μια πιο queer κατεύθυνση στην παράσταση χωρίς όμως ιδιαίτερη δραματουργική βάση. Σε σημεία μάλιστα νομίζω πως επισκίαζαν τους πρωταγωνιστές της παράστασης.


Ασχέτως από τις επιφυλάξεις μου, η παράσταση των Bijoux de Kant είναι μία από τις πιο ολοκληρωμένες και «ηχηρές» και όλα κάπου δένουν και μοιράζονται φως και λάμψη. Το «Καινούργιο σπίτι» είναι μία παράσταση που αν βρει το ρυθμό της, μπορεί να συνεπάρει τους θεατές σε μία ατμόσφαιρα που είναι ήδη «εκεί».

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

Ιδιαίτερα δραστήριος ηθοποιός, ο Γιώργος Παπαπαύλου φέτος πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Δαιμονισμένοι/Μεγάλοι αμαρτωλοί» σε σκηνοθεσία Κ. Χατζή και στην τηλεοπτική σειρά «Έρωτας Μετά».

Ο Παπαπαύλου ανήκει σ’ εκείνη την κατηγορία ηθοποιών που έχει επιλέξει συνειδητά τους ρόλους ρεπερτορίου και τις παραστάσεις με καλλιτεχνικό στίγμα. Στρίντμπεργκ, Τσέχωφ, Αισχύλος, Ευριπίδης και τώρα Ντοστογιέφσκι. Δοκιμάζει και δοκιμάζεται με μία συμπαθητική τρέλα. Φέτος έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό με την συμμετοχή στην (σχεδόν) καθημερινή σειρά «Έρωτας Μετά» όπου υποδύεται τον Ηλία, έναν μυστήριο άντρα που εμπλέκεται σε οικονομικά και χειρότερα εγκλήματα.

Δεν εγκαταλείπει όμως την μεγάλη του αγάπη, το σανίδι. Αυτή την περίοδο ετοιμάζεται πυρετωδώς για την παράσταση «Δαιμονισμένοι/Μεγάλοι αμαρτωλοί», σύνθεση του Κωνσταντίνου Χατζή –σκηνοθέτη που συναντά για πέμπτη φορά- πάνω στην εργογραφία του Ντοστογιέφσκι. Στην παράσταση υποδύεται τον Ρασκόλνικωφ από το «Έγκλημα και Τιμωρία» και τον Ιβάν Καραμάζωφ από τους «Αδελφούς Καραμάζωφ»!

Η παράσταση κάνει πρεμιέρα απόψε ( Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου) στον ειδικά διαμορφωμένο υπόγειο χώρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, ενώ το κείμενο της παράστασης κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάπα.

 papapavlou

Πάνω σε τι εστιάζει η διασκευή/παράσταση σας «Δαιμονισμένοι/ Μεγάλοι αμαρτωλοί» που βασίζεται στο μυθιστόρημα «Δαιμονισμένοι» του Ντοστογιέφσκι; Τι να περιμένουμε να δούμε επί σκηνής

Η παράσταση χωρίζεται σε δύο μέρη: στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε ένα μέρος των Δαιμονισμένων και στο δεύτερο, Οι μεγάλοι αμαρτωλοί, παρακολουθούμε κάποιους από τους σπουδαιότερους ήρωες των έργων του Ντοστογιέφσκι! Ο Ρασκολνικωφ («Έγκλημα και τιμωρία)», ο Σμερντιακωφ και ο Ιβάν Καραμάζωφ («Αδερφοί Καραμάζωφ»), ο Σταυρόγκιν («Δαιμονισμένοι»)! Είναι οι ήρωες εκείνοι που αντιμετωπίζουν τις αμαρτίες τους, έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με την αλήθεια τους, αυτοαναιρούνται, καταστρέφονται, φτάνουν να δουν το βάθος της ύπαρξής τους!

Τι αποκομίσατε από την τριβή σας με το έργο;

Το να διαβάζεις ως απλός αναγνώστης τον Ντοστογιέφσκι είναι κέρδος τεράστιο. Πόσο μάλλον να τον μελετάς επισταμένα για να μπορέσεις να αποδώσεις σκηνικά κάτι τόσο μεγαλειώδες όσο είναι το έργο τους, η πλοκή του, οι αριστοτεχνικά δομημένοι χαρακτήρες του! Πλουτίζεις ως ηθοποιός μόνο και μόνο από τον τρόπο που ο συγγραφέας αυτός περιγράφει τους χαρακτήρες του, τις κινήσεις τους, τις αντιδράσεις τους, τις συμπεριφορές τους! Είναι όλα δοσμένα, όλα αποτυπωμένα με έναν μεγαλειώδη τρόπο!

Άλλη μία συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Χατζή. Αυτή τη φορά θα τον δούμε κι επί σκηνής. Πως είναι η συνεργασία σας;

Είναι μια συνεργασία που μας έχει προχωρήσει και τους δύο! Συνεννοούμαστε τις περισσότερες φορές, εκτιμάμε ο ένας τον άλλο και φυσικά υπάρχουν στιγμές μεγάλων συγκρούσεων, κι αυτές είναι και οι στιγμές οι πιο δημιουργικές! Πιστεύω πολύ στη σύγκρουση στο θέατρο, με την έννοια της προσπάθειας να μπούμε βαθύτερα να κατανοήσουμε καλύτερα, να παιδευτούμε για να πετύχουμε την μετακίνηση που χρειάζεται! Στόχος μου είναι να παίζω από τον εαυτό μου και όχι τον εαυτό μου οπότε η συνεργασία μου με τον Χατζή με ξεβολεύει και μου αρέσει!

Τι οφέλη έχει μια σταθερή συνεργασία ηθοποιού-σκηνοθέτη;

Αποκτάς έναν κοινό κώδικα και τα πράγματα συμβαίνουν πιο γρήγορα γιατί νιώθεις ασφαλής πολύ πιο γρήγορα! Από την άλλη ενέχει και πολλούς κινδύνους! Πιστεύω ότι η μονιμότητα επί σειρά ετών σε αφήνει στάσιμο! Πιστεύω στην τσιγγάνικη φύση του επαγγέλματός μας

Φέτος κάνεις τηλεόραση και θέατρο. Πόσο διαφέρουν οι δύο πτυχές της δουλειάς σου;

Εκκινούν από κοινή βάση: την υποκριτική. Μια πολύ σοβαρή υπόθεση που δεν έχει σε τίποτα να κάνει με το μαθαίνω λόγια και τα λέω! Δεν υπάρχει ένα θέατρο και δεν υπάρχει μια τηλεόραση! Γίνονται πολύ ωραίες δουλειές και στα δύο! Στο θέατρο έχω μεγαλύτερο χρόνο προετοιμασίας ενώ στην τηλεόραση ο χρόνος πιέζει και πρέπει να είσαι πολύ συγκεντρωμένος και να μελετάς καλά πριν μπεις στο γύρισμα! Σαφώς και δεν υπάρχει η δυνατότητα να παίξω στην τηλεόραση ρόλους που έπαιξα στο θέατρο όπως ο Τρέπλιεφ, ο Κοριολανός ή ο Ετεοκλής αλλά μπορεί στην τηλεόραση να υπάρξει ένα ωραίο σενάριο, σκηνοθέτες με όραμα, καλή παραγωγή, αυτό δηλαδή που διέκρινα στο «Έρωτας Μετά» και είπα το ναί!

erotas

Με την Μπέτυ Λιβανού στη σειρά του ALPHA

 

Πιστεύεις ότι η νέα άνθηση της τηλεοπτικής μυθοπλασίας μπορεί να ζημιώσει το θέατρο;

Το θέατρο δεν το ζημιώνει η τηλεόραση! Ίσα-ίσα που πολλές φορές το τροφοδοτεί κιόλας! Το θέατρο το ζημιώνουν οι παραγοντισμοί, οι τυχάρπαστοι παραγωγοί και όσοι από τους ηθοποιούς δεν αντιλαμβάνονται ότι το όχι σε κάποιον που θα σου προτείνει να παίξεις τσάμπα, μπορεί βραχυπρόθεσμα να σε στείλει σε μπαρ αλλά μακροπρόθεσμα θα έχεις συμβάλει με τον τρόπο σου στη μη απαξίωση της δουλειάς μας!

5def9321825e6360497eaab3

Βλέπεις ανταγωνιστικά τις δουλειές που παίζουν απέναντι σου;

Ποτέ! Δεν ξέρω να σου πω τι θα απαντούσα αν τύχαινε να παίξω σε μια σειρά που δεν μου άρεσε! Αλλά τώρα μπορώ να σου πω με σιγουριά ότι το «Έρωτας Μετά» είναι η πλησιέστερη του γούστου μου σειρά!

Αν μπορούσες να ξαναπαίξεις σε κάποια παράσταση σου που έριξε αυλαία, ποια θα ήταν και γιατί;

«Η αποθέωση της τρέλας» που έπαιξα πέρσι! Είναι μια παράσταση που θα την κάνω ξανά σίγουρα στο μέλλον γιατί αισθάνομαι ότι δεν έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της! Έπεσε σε κακές συνθήκες και θέλω να διασφαλίσω ότι το επόμενο ανέβασμά της θα τύχει καλύτερης μεταχείρισης!

Σε απασχολεί η θεατρική κριτική; Πιστεύεις πως μια όχι και τόσο θετική κριτική μπορεί να βοηθήσει έναν καλλιτέχνη;

Έμαθα με τα χρόνια να διαβάζω αυτούς που πραγματικά με ενδιαφέρουν και να μη με αφορά καθόλου η γνώμη κάποιων άλλων! Δεν τους διαβάζω καν! Η αρνητική κριτική που εμπεριέχει αγνές προθέσεις και δεν επιτίθεται επί προσωπικού είναι πάντα χρήσιμη!

Epanastasi5

Επανάσταση: Δαιμονισμένοι / Μεγάλοι αμαρτωλοί

Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Χατζής

Πρεμιέρα: Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου Παραστάσεις: κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 21.00

 

Διαβάστε επίσης: 

Ο Κωνσταντίνος Χατζής Αλλάζει Κόμη Για Τον Ντοστογιέφσκι (Συνέντευξη)

 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη
 
Η ρινοκερίτιδα στην εποχή του Black Mirror έχει την υπογραφή του Γιάννη Κακλέα και είναι ένα από τα πρώτα sold-out της φετινής θεατρικής σεζόν. 
 
Ο Γιάννης Κακλέας σκηνοθετεί φέτος το Ρινόκερο του Ιονέσκο (Rhinoceros, 1959), δύο σεζόν μετά το «Παιχνίδι της Σφαγής» του ίδιου συγγραφέα. Ο κατ’ εξοχήν συγγραφέας του Θεάτρου του Παραλόγου, σε αυτό το έργο περιγράφει μ’ έναν πολύ δημιουργικό κι αλληγορικό τρόπο την άνοδο του Ναζισμού και το Φασισμού στον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε μία μικρή επαρχιακή της Γαλλίας, οι κάτοικοι της περιοχής αρχίζουν να επηρεάζονται από μια «αλλόκοτη» επιδημία. Σύμφωνα με αυτή, οι άνθρωποι αποβάλλουν οικειοθελώς την ανθρωπινότητά τους, για να αγκαλιάσουν τη ζωικότητά τους, μετατρεπόμενοι σε παχύδερμους ρινόκερους. Ο ρινόκερος παρουσιάζει τα εξής χαρακτηριστικά: είναι αγελαίο ζώο, έχει μετωπική όραση, είναι παχύδερμο, τρέχει με πολύ μεγάλη ταχύτητα και έχει τέτοια δύναμη που μπορεί να ρίξει κάτω ένα ολόκληρο κτίριο. 
 
Ο Ιονέσκο μεταχειρίζεται το ρινόκερο ως σύμβολο για να περιγράψει την άνοδο του ναζισμού και στον επιδημικό τρόπο με τον οποίο εξαπλώθηκε. Ακόμα και καλλιεργημένοι άνθρωποι της αστικής τάξης έφτασαν στο να εγκληματούν ή/και να σκοτώνουν. Την ταύτιση ενός ατόμου με μία «αγέλη», ονομάζουμε στο έργο «ρινοκερίτιδα». Πρόκειται για ένα είδος φρενίτιδας που έρχεται να αναταράξει την καθεστηκυία τάξη. Οι υποστηρικτές αυτής της τάσης, τη βλέπουν ως μια επιστροφή προς τη «φυσική» τους κατάσταση. 
Στον αντίποδα της πλειοψηφίας των χαρακτήρων στέκεται ο Μπερανζέ, ένας άνθρωπος που θέλει ν’ αντισταθεί στην επιδημία και να διαφοροποιηθεί διατηρώντας τόσο την ανθρώπινή του υπόσταση όσο και την ατομικότητά του. Πρόκειται για μια πανανθρώπινη μορφή που δε διστάζει να ορθώσει ανάστημα σε μια συντριπτική και εκφυλιστική μανία. Παράλληλα με το ιδεολογικό πλαίσιο του έργου, ο Ιονέσκο με τον Μπερανζέ θίγει άλλη μια αγαπημένη θεματική της εργογραφίας του, τη μοναξιά του ανθρώπου και την ασημαντότητα της ύπαρξής του. Ο Μπερανζέ μέσα από μια προσωπική διαδρομή καταλήγει μόνος χωρίς τον πιο πιστό του φίλο και χωρίς την Νταίζη, την εκλεκτή της καρδιάς του. Ο Ρουμάνος συγγραφέας βλέπει με ευαισθησία την υπαρξιακή μοναξιά που βιώνουν οι άνθρωποι στο μοντέρνο κόσμο και στην αδυναμία επικοινωνίας. 
 
rinorrlelce
Η παράσταση 
 
Ο Γιάννης Κακλέας πολύ συνειδητά επιστρέφει στον Ιονέσκο μετά «Το Παιχνίδι της Σφαγής» που είχε παρουσιάσει στο Εθνικό Θέατρο, ενώ είναι και η τρίτη του συνεργασία με τον Άρη Σερβετάλη σε διάστημα 6 χρόνων (Κουρδιστό Πορτοκάλι το 2013, Αχαρνής το 2015). Κι αν το «Παιχνίδι» ήταν μια συγκεχυμένη σκηνογραφικά και ερμηνευτικά παράσταση, ο «Ρινόκερος» είναι μια καθαρή και ολοκληρωμένη σκηνική πρόταση ανάγνωσης του Ιονέσκο. Το βασικό concept της δραματουργίας της παράστασης είναι η σύνδεση της «ρινοκερίτιδας» με την παγκοσμιοποίηση του lifestyle και την παντοκυριαρχία των κοινωνικών δικτύων και των τεχνολογικών συσκευών στη ζωή μας. Η επιδημία επιρροής του άλλου μέχρι ν’ απολέσει τη μοναδικότητα της ταυτότητάς του, και ο επαναπροσδιορισμός του μέσα από το πλαίσιο μιας αγέλης που τον κάνει να αισθάνεται πανίσχυρος. Στα καθ’ ημάς, η ρινοκερίτιδα θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «επιβολή της κανονικότητας». Προσωπικά, συνήθως μ’ ενοχλεί ο τρόπος που αναδομεί με μοντερνιές ο Κακλέας τις παραστάσεις του ιδίως όταν καταπιάνεται με κλασσικά έργα, αλλά εδώ έχει δώσει ιδεολογικό και πολιτικό περιεχόμενο στην «εκφυλιστική μοντερνοποίηση» της δραματουργίας. 
 
Για να υποστηρίξει το αισθητικό του όραμα, ο Κακλέας δεν περιορίζεται στην απόδοση του έργου, αλλά προχωρά σε μια δραματουργική επεξεργασία που ξεφεύγει από το πρωτότυπο για να περιγράψει το κοινωνικοπολιτικό παρόν που θέλει να στηλιτεύσει. Η πρώτη σκηνή του σκηνικού έργου, μοιάζει ένα ένθετο ιντερλούδιο βγαλμένο από τη σειρά «Black Mirror» του Netflix που νομίζω είναι και μια δηλωμένη αναφορά τόσο στο ενδυματολογικό όσο και στο κινηματογραφικό τμήμα της παράστασης που αλληλεπιδρά με το θεατρικό. Η ποπ κουλτούρα έχει περιγράψει με πολύ εύστοχους και εφευρετικούς τρόπους τις διάφορες «τάσεις» που επιβάλλονται ανά τον κόσμο. Αυτή την κουλτούρα φαίνεται να υπηρετεί και να αποδομεί καλλιτεχνικά ο Κακλέας μέσα από την παράστασή του. Από την έναρξη της παράστασης ως την πρώτη θέαση ενός ρινόκερου, η σκηνοθεσία φαίνεται όλο να προσθέτει οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα, βομβαρδίζοντας το θεατή. Στη συνέχεια όμως φαίνεται η παράσταση να «φτύνει» όλα αυτά, και να πηγαίνει σε πιο μινιμαλιστικές και ουσιαστικές ποιότητες.
 
Σημείο-κλειδί στην σκηνοθεσία του, παίζουν τα βίντεο του Στάθη Αθανασίου (βασισμένα σε ιδέες & υλικό της Αναστασίας Στυλιανίδη), που αναμασούν και σατιρίζουν διαφημιστικά, συμπεριφορές και νοοτροπίες του μοντέρνου τρόπου ζωής.
 
Μπορούμε να δούμε την παράσταση «Ρινόκερος», ως μια αριστοτεχνικά επινοημένη «κατασκευή», όπου λειτουργεί με τις συνθήκες ενός πλασματικού κόσμου. Στον πίσω «τοίχο» υπάρχει μια μεγάλη οθόνη όπου προβάλλονται διάφορα διαφημιστικά σποτάκια, σκηνές από ριάλιτι, απομιμήσεις τηλεοπτικών προγραμμάτων και δελτίων ειδήσεων. Τα πολύ ευφυή, σχεδόν εθιστικά βίντεο, μοιάζουν προέκταση του εμπειρικού μας κόσμου. Μπροστά από την μεγάλη οθόνη, υπάρχει μια εξέδρα όπου βρίσκεται ξαπλωμένος ο Μπερανζέ (Σερβετάλης) στην αρχή του έργου, σα να προεξέχει από ένα «εκφυλιστικό» lifestyle ή σα ν’ ακροβατεί μπρος έναν ηθικό ξεπεσμό. Στο δεξί και στον αριστερό τοίχους της σκηνής, υπάρχουν δύο μικρότερες οθόνες που προβάλλουν το ίδιο βίντεο μεταξύ τους. Ξεχωρίζουν οι λεζάντες σλόγκαν ευζωίας, όπως «ευεξία», «επιτυχία», «ευτυχία». Όλα αυτά τα μηνύματα επιτηδευμένης ευτυχίας, έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το ζοφερό και κτηνώδες περιεχόμενο του έργου. Ο «τέταρτος τοίχος» της παράστασης, είναι η ίδια η ζωή, αφού το κινητό έχει γίνει η προέκταση του χεριού μας, και αντί για τα κέρατα που εμφανίζουν οι ρινόκεροι, είναι σα να έχουμε εικονικές κεραίες. Τουλάχιστον αυτή η αίσθηση μου δόθηκε, βλέποντας την παράσταση, κι έχοντας δει το Black Mirror και το Fight Club. 
rinokeros 2
 
Το δίπολο των διαφορετικών ιδιοσυγκρασιών που θίξαμε παραπάνω μαζοποιημένος – «αυθεντικός», ρινόκερος – άνθρωπος, περνάει και στο σκηνογραφικό (κοστούμια: Μαρία Καραπούλιου). Οι ηθοποιοί εμφανίζονται ενδεδυμένοι με μοντέρνα και φουτουριστικά ρούχα, που θυμίζουν μια avant-garde θέαση της πραγματικότητας. Στο άλλο άκρο βρίσκεται ο Σερβετάλης που υποδύεται τον κεντρικό χαρακτήρα του έργου. Είναι ενδεδυμένος με μια απλή φόρμα και έχει ατημέλητη εμφάνιση. Σε μια πολύ εμφανή αντιστοιχία με το εννοιολογικό πλαίσιο του έργου, ο Μπερανζέ αντιστέκεται τόσο στη νοοτροπία όσο και στη μόδα της εποχής του, που συμπεριλαμβάνει από τις απόψεις έως τα ρούχα που φορά. Τα 3D γυαλιά, που φορούν ορισμένοι από τους ηθοποιούς πέρα από «ζαχαρωτό» μιας μόδας, δείχνουν και τον όγκο που έχουμε αφήσει να πιάσουν τα ψηφιακά μέσα στην καθημερινότητά μας. 
 
Ένα άλλο πολύ βασικό σημείο της παράστασης, είναι οι δύο επικλινείς ράμπες, που αξιοποιούνται ποικιλοτρόπως από τους ηθοποιούς. Αρχικά, φαίνονται σαν το πάτωμα του κτιρίου όπου εργάζεται ο Μπερανζέ, αλλά αναποδογυρίζεται από την έλευση των ρινόκερων. Ο σκηνοθέτης όμως υποδεικνύει μέσα από τις ράμπες, τον ηθικό ξεπεσμό των χαρακτήρων του έργου, και τα δύο επίπεδα που τονίζονται από την διάκριση των ανθρώπων και των ρινόκερων. Ο Μπερανζέ νιώθει πως το επίπεδο των ανθρώπων, είναι κάτι το υψηλό και εξευγενισμένο, είναι το επίπεδο της λογικής και του έναρθρου λόγου. Το κάτω επίπεδο είναι αυτό των ζώων, των αποκτηνωμένων ρινόκερων, που βρίσκονται σ’ ένα υποδεέστερο επίπεδο. Η φιλοσοφία θα διάβαζε αυτή τη διάκριση ως ανθρωπινότητα και μη ανθρώπινη ζωικότητα. Εν δυνάμει είμαστε όλοι ρινόκεροι, αφού η ανθρώπινη φύση εμπερικλείει την ζωική. Η διάκριση αυτή δεν είναι κάθετη και αμετάκλητη αλλά ρευστή, κάτι που μπορεί να καταλάβει κανείς εύκολα μελετώντας την ανθρώπινη ιστορία. 
Ο Γιάννης Κακλέας σκηνοθετεί το Ρινόκερο με καυστικό χιούμορ, ποπ αισθητική, μια συγκροτημένη σκηνική άποψη και έχοντας πλάι του ένα επιτελείο καλλιτεχνών που έχουν αυτομολήσει στο καλλιτεχνικό του σχέδιο. Το υποκριτικό βάρος πέφτει στον εξαιρετικό Άρη Σερβετάλη που έχει την αξιοζήλευτη ικανότητα να σωματικοποιεί την ερμηνεία του και να «προδίδει» τα πιο ενδόμυχα χαρακτηριστικά του χαρακτήρα του. Ο Μπερανζέ του είναι ευαίσθητος, άμεσος, σθεναρός αν και με μία κοινωνική ανασφάλεια που τον κάνει σχεδόν «αυτιστικό», αφού αναγκάζεται να κλειστεί στο μικρόκοσμό του για ν’ αντισταθεί στη ρινοκερίτιδα. Ο μονόλογός του στο τέλος του έργου, είναι ένα μανιφέστο της ανθρωπινότητας σ’ έναν αποκτηνωμένο κόσμο και φυσικά το ατού της παράστασης που ξεπερνά κάθε σκηνικό ή ψηφιακό μέσο που θα ήταν ικανό να κερδίσει τις εντυπώσεις. 
Πλάι του η Έλλη Τρίγγου, ως Νταίζη. Η ανερχόμενη ηθοποιός συνεχίζει την επιτυχημένη της θεατρική πορεία («Στέλλα Κοιμήσου», «Ο Ευαγγελισμός της Κασσάνδρας») παράλληλα με τη σειρά-φαινόμενο «Άγριες Μέλισσες». Η Τρίγγου έχει διαμορφώσει μια πολύ ενδιαφέρουσα σκηνική φυσιογνωμία που από τη μία έχει έναν εύθραυστο χαρακτήρα κι από την άλλη μια δυναμική εκκεντρικότητα. Της πάει πολύ το «παράλογο» και το queer, νιώθω ότι είναι μια κατεύθυνση στην οποία μπορεί να δώσει κι άλλα ενδιαφέροντα πράγματα στο μέλλον. 
 rinokeros  texnes plus
Πολύ ενδιαφέροντα πράγματα δίνουν και οι ιδιαίτερες ερμηνευτικά φυσιογνωμίες των Στέλιου Ιακωβίδη και Πάνου Παπαδόπουλου. Αμφότεροι οι ηθοποιοί είχαν δουλέψει ξανά με τον Κακλέα στο «Παιχνίδι της Σφαγής». Το θίασο συμπληρώνουν με τους διάφορους ρόλους τους οι: Ροζαμαλία Κυρίου, Θάνος Μπίρκος, Αγγελική Τρομπούκη, Κωστής Μπούντας, Αναστασία Στυλιανίδη
Συνοψίζοντας, ο Γιάννης Κακλέας φέτος προτείνει αισθητική με την παράσταση «Ρινόκερος», στη δεύτερη συνάντησή του με τον σύμπαν του Ιονέσκο. Είναι ένα ευχάριστο ξάφνιασμα πως μπορεί να υπηρετεί την ποπ αισθητική και τις εντυπωσιακές σκηνικές εικόνες που δημιουργεί και ταυτόχρονα να παίρνει θέση στα πράγματα. Σε αυτή την παράσταση, ο Κακλέας αποδεικνύει πως πέρα από σκηνοθέτης «must-see» παραστάσεων είναι και δημιουργός. 
 
Από τον Αναστάση Πινακουλάκη
 
Μετά από μια μεγάλη καλοκαιρινή περιοδεία, η παράσταση «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» των Χειλάκη-Δούνια προσγειώθηκε στο ανανεωμένο θέατρο Βεάκη. 
Η αγαπημένη σαιξπηρική κωμωδία παρουσιάζεται σε μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα και πρωτότυπη μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα. Το θεατρικό δίδυμο των επιτυχιών «Ταρτούφος» και «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», επιστρέφει στην κλασσική δραματουργία, ανεβάζοντας την κωμωδία του έρωτα, γραμμένη το 1595. 
 
Λίγο πριν το γάμο του βασιλιά της Αθήνας Θησέα με την βασίλισσα των Αμαζόνων Ιππολύτη, τέσσερις νέοι καταφεύγουν στο δάσος της Αθήνας για να διεκδικήσουν το ερωτικό αντικείμενο του πόθου τους. Είναι η νύχτα του μεσοκαλόκαιρου – μια νύχτα που όλα μπορούν να συμβούν- οι πιο μύχιες σκέψεις και φαντασιώσεις τους σύντομα θα πραγματοποιηθούν. Στο μυθικό δάσος της Αθήνας έρχονται σε επαφή με τον κόσμο των ξωτικών: με τον βασιλιά Όμπερον που φιλονικεί με την Τιτάνια και τον Πουκ και ξεκινάει ένα παιχνίδι παρεξηγήσεων και μαγικών παρεμβάσεων. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο όταν στο δάσος καταφθάνει μια ομάδα ερασιτεχνών θεατρίνων. Άνθρωποι και ξωτικά, πραγματικότητα και φαντασία γίνονται ένα κάτω από τον μανδύα του παραμυθιού και του ονείρου. Μέσα στο δάσος – ένα χώρο μαγεμένο, επικίνδυνο- οι φόβοι διογκώνονται, τα πάθη εκφράζονται ανεξέλεγκτα και άνθρωποι και θεοί γίνονται έρμαια του ερωτικού τους πάθους.
 
Η παράσταση 
 
Ο Αιμίλιος Χειλάκης κι ο Μανώλης Δούνιας μας έχουν συνηθίσει σε παραστάσεις που σερβίρουν ενδιαφέρουσες εικόνες και διαφορετική ανάγνωση πάνω σε κλασσικά έργα. Προσωπικά θεωρώ πως εδώ όπως και στον Ταρτούφο, έχουμε πιο «καθαρές» προτάσεις σε αντίθεση με τις σκηνοθεσίες του πάνω στο Αρχαίο Δράμα. Στο «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» σκηνοθετούν ένα υπερθέαμα με φρέσκιες ερμηνείες πάνω στους κλασσικούς ρόλους. Κι ενώ υπηρετούν ένα ποιοτικό εμπορικό θέατρο, αισθάνομαι πως ανοίγουν τη θεματική του έργου, από τα ερωτικά παράδοξα της μαγείας των ξωτικών, στην σεξουαλική ετερότητα. Η δραματουργία της παράστασης, «ακούει» την σεξουαλική ελευθερία του έργου, και δίνει στιγμές λανθάνοντος ομοερωτισμού ανάμεσα στα ζευγάρια των νεαρών ερωτευμένων. Παράλληλα, οι «ηθοποιοί» της παράστασης προς τιμήν του Θησέα, δείχνουν ανοιχτοί στο να καταργήσουν το φύλο τους και να περάσουν σε μία κατάσταση. 
 
Το σκηνικό περιβάλλον της παράστασης οργανώνουν οι Τέλης Καρανάνος – Αλεξάνδρα Σιάφκου, δίνοντας έξυπνες λύσεις, που δίνουν εντυπωσιακές εικόνες. Τα μοντέρνα κοστούμια, συμπληρώνονται από ένα πάνκ make-up που δίνει μια ποπ αισθητική. Η κατασκευή των κοστουμιών των βασικών πρωταγωνιστών είναι εξαιρετικής κατασκευής, με πιο ξεχωριστά εκείνα της Τιτάνια και του Πουκ.
 
Η Τιτάνια (Αθηνά Μαξίμου) φοράει ένα μπεζ κοστούμι που παραπέμπει σε πεταλούδα, και έχει απίστευτη κίνηση που προσδίδει μια μαγική αίσθηση στην παράσταση.
 
 DSC7712
 
Ο Πουκ (Μιχάλης Σαράντης) φοράει ένα total black ντύσιμο, που θυμίζει ροκ σταρ. Από τα βασικά σκηνικά, είναι τέσσερις ασύμμετρες σκάλες, που από την πίσω πλευρά, έχουν κρεμασμένα φύλλα και κλαριά που παραπέμπουν στο μαγικό δάσος του βασικού μέρους της δραματουργίας. Είναι εξαιρετική ιδέα με τις σκάλες, αλλά υπήρχαν μικροπροβλήματα στην εφαρμογή τους. Νομίζω πως αν υπήρχαν μικρά στοπ/σφήνες, θα ήταν πιο σταθερές και ασφαλείς. 
 
Σε αντιδιαστολή αυτού του μαγικού περιβάλλοντος, κινήθηκαν ως προς την απόδοση των ερασιτεχνών ηθοποιών, που «σπάνε» την μαγεία και αποδομούν τη θεατρικότητα. Οι ηθοποιοί παρουσιάζονται με εργατικές φόρμες, και μασκαρεύονται όπως-όπως με κοστούμια κατασκευασμένα πρόχειρα. Εντύπωση μου προκάλεσε το γυναικείο κοστούμι από οικοδομικά υλικά. Αυτά τα κοστούμια ήταν πιο πρόχειρα και όχι τόσο καλαίσθητα αλλά νομίζω ήταν μια εκούσια επιλογή ακατέργαστης αισθητικής, που «τσακάλωνε» την τελειότητα της βασικής δραματουργίας. 
 
Αυτή η αντίθεση περνάει και στην υποκριτική, δίνοντας δύο «περιβάλλοντα» σε συνδιαλλαγή. Από τη μία έχουμε, ένα ρομαντικό, σχεδόν σαγηνευτικό περιβάλλον, όπου οι νεαροί πρωταγωνιστές «κυνηγούν» την αγάπη κι από την άλλη ένα γκροτέσκο περιβάλλον που μας βάζει πίσω από την θεατρική πράξη. Το δραματικό εναλλάσσεται με το κωμικό, και το εκλεπτυσμένο με το χοντροκομμένο θυμοειδές. 
Κεντρική φιγούρα στην παράσταση είναι ο Πουκ του Μιχάλη Σαράντη, που φαίνεται να είναι ο μοχλός της δράσης, καθώς σαν μαριονοπαίχτης κινεί τα νήματα των ηρώων. Η πυρηνική μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα κουμπώνει άριστα με την εξαιρετική σωματικότητα του Σαράντη. Η αρχική μηχανικότητα στην κίνηση, σπάει και δίνει μια μεγαλύτερη ευλυγισία στη συνέχεια (κίνηση Αντωνία Οικονόμου). Νομίζω πως το δεύτερο περιγράφει καλύτερα την μαγική φύση των ξωτικών.
 
Οι ηθοποιοί της διανομής είναι σε θέση να αποδώσουν τόσο το ρομαντικό ύφος του έργου όσο και μια πιο ανάλαφρη εκδοχή αυτού, φωτίζοντας τις ιδιαίτερες αποχρώσεις των χαρακτήρων τους χαρίζοντας το χαμόγελο και «κλείνοντας το μάτι» στο θεατή. Οι σκηνοθέτες έχουν δουλέψει σε μία πολύ δυναμική κατεύθυνση στην απόδοση των τεσσάρων νεαρών ερωτευμένων (ο Αλέξανδρος Βάρθης, η Λένα Δροσάκη, ο Κωνσταντίνος Γαβαλάς και η Χριστίνα Χειλά- Φαμέλη). Προσωπικά τάσσομαι περισσότερο προς αυτή την μεριά του έργου, παρά στο γκροτέσκο, αλλά πρόκειται για δύο αλληλένδετα συστατικά της συγκεκριμένης δραματουργίας, που το καταλαβαίνει κανείς αμέσως αν έρθει σ’ επαφή με το έργο. 
 DSC8070
 
Συνολικά, η παράσταση «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» των Χειλάκη-Δούνια, φέρνει έναν φρέσκο αέρα στην αγαπημένη σαιξπηρική κωμωδία, και μας δείχνει πως το εμπορικό θέατρο μπορεί να προσφέρει πέρα από αισθητική και τροφή για περαιτέρω διεργασία. Τα όρια της σεξουαλικότητας είναι ρευστά και διάχυτα ανάμεσα στους ανθρώπους (και τα πλάσματα). Είναι μια παράσταση που ρέει και διαμορφώνει τη δική της γλώσσα. 
 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

Για πρώτη φορά στο θέατρο ανεβαίνει φέτος το έργο «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» του Στράτη Μυριβήλη, σε σκηνοθεσία και διασκευή του Πέτρου Ζούλια. 
 
Η παράσταση έκανε πρεμιέρα την Τετάρτη 30 Οκτωβρίου στο Θέατρο Βέμπο, που φέτος φαίνεται ν’ αλλάζει φυσιογνωμία αφήνοντας κατά μέρους τις διασκευές εμπορικών μιούζικαλ, κι επιλέγοντας την κλασσική ελληνική πεζογραφία. Ο λόγος για το μυθιστόρημα του Στράτη Μυριβήλη που εκδόθηκε το 1933, αφού πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες το διάστημα 1931-1932. Το μυθιστόρημα αποτελεί ουσιαστικά τη συνέχεια του αριστουργήματός του «Η ζωή εν τάφω» και πραγματεύεται την περίοδο 1917-1922 και τις συνέπειες του πολέμου για τους ήρωές του. Ο Λεωνής Δρίβας γυρίζει από τον πόλεμο της Μικρασίας στη Μυτιλήνη και δοκιμάζεται από τον έρωτά του για την Σαπφώ, την χήρα του φίλου του Βρανά, την περιβόητη «δασκάλα με τα χρυσά μάτια». Μέσω του χαρακτήρα αυτού, ο Μυριβήλης εκφράζει ταυτόχρονα, τα ιδεώδη της Ελλάδας του μεσοπολέμου, ένα αντιπολεμικό πνεύμα και μια κοινωνική κριτική προς τον Κομμουνισμό και τους κομμουνιστές. 
 
Το έργο μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη το 1979 – δηλαδή ακριβώς 40 χρόνια πριν- σε σκηνοθεσία του Κώστα Αριστόπουλου και σενάριο της Μαργαρίτας Λυμπεράκη. Πρωταγωνιστές ήταν ο Γιάννης Φέρτης (Λεωνής), η Κάτια Δανδουλάκη (Σαπφώ), ο Νικήτας Τσακίρογλου (Βρανάς) και η Ειρήνη Ιγγλέση (Αδριανή). Να σημειωθεί πως φέτος εκτός από το πρώτο θεατρικό ανέβασμα του έργου, είχαμε και την τηλεοπτική εκδοχή του προγενέστερου «Η ζωή εν τάφω» για την ΕΡΤ από τον Τάσο Ψαρρά. 
 
Ο Στράτης Μυριβήλης αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους πεζογράφους μας, ενώ το έργο του διακρίνεται για τον αντιπολεμικό του χαρακτήρα, τις ιδεολογικές του προεκτάσεις και για τις ένθετες αληθινές ιστορίες που λειτουργούν εν είδη δημοσιογραφικού ρεπορτάζ. Ας μην ξεχνάμε πως ο Μυριβήλης πέραν από απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, άσκησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Το 1912 κατατάσσεται εθελοντής στον στρατό και λαμβάνει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους. Μετά από έναν τραυματισμό του θα επιστρέψει στη Μυτιλήνη. Το 1917 κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στρατεύεται εκ νέου και λαμβάνει μέρος στις επιχειρήσεις στη Μακεδονία. Τα εμβληματικότερα έργα του είναι τα «Η ζωή εν τάφω», «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» και «Η Παναγιά η Γοργόνα». Αυτό που ξεχωρίζω στη γραφή του είναι οι φωτογραφικές περιγραφές, οι πολιτικές προεκτάσεις των προσώπων των έργων του, η αποστασιοποίηση που μπορεί να παίρνει, η κοινωνική σάτιρα και ο ρεαλιστικός ρομαντισμός του. Οι χαρακτήρες των έργων του, είναι ιδεώδη που προσπαθούν να επιβιώσουν από τα συντρίμμια των συνεχών πολέμων. 
 
 
kori konstantinou
Η παράσταση
 
Ο Πέτρος Ζούλιας υπηρετώντας σταθερά την αγάπη του για την ελληνική πεζογραφία μετά την Αστροφεγγιά και τον Παπαδιαμάντη, καταπιάνεται με τον Μυριβήλη, υπογράφοντας την διασκευή και την σκηνοθεσία της παράστασης. Η αλήθεια είναι πως εδώ έχει να κάνει μ’ ένα πολύ μεγάλο στοίχημα, καθώς το «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» είναι ένα έργο γεμάτο εκτενείς περιγραφές και προσωποποιημένες αναφορές, που είναι πολύ δύσκολο να λειτουργούν θεατρικά, σχεδόν έναν αιώνα μετά. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη, πως μιλάμε για μία παράσταση του εμπορικού θεάτρου, καταλαβαίνουμε πως μία παράσταση πιστή στο πνεύμα του Μυριβήλη, με όλο αυτό το πολιτικό κλίμα που τον ακολουθεί, δε θα έβλεπε ποτέ το άνοιγμα της αυλαίας. 
 
Η διασκευή του Ζούλια δυστυχώς στερεί πολλά από τα σημεία-κλειδιά του έργου. Από τη μία η έγνοια για σύνδεση με το σήμερα, κι από την άλλη το έτερον ήμισυ της δραματουργίας του, δηλαδή η μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα, μετατρέπουν το έργο σ’ ένα ρομαντικό μελόδραμα, ελαχιστοποιώντας τον κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα του στα πλαίσια του εύπεπτου εμπορικού. Θ’ αναφέρω τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα.
 
Πρώτον, το μυθιστόρημα έχει δύο κεφάλαια, για τις ομοερωτικές επαφές στρατιωτών με άντρες ηθοποιούς που ντύνονταν γυναικεία, και στη συνέχεια την δολοφονία αυτών για να μην τους αφήσουν «ρετσινιά». Στην παράσταση, βλέπουμε δύο νεαρά αγόρια ν’ αγκαλιάζονται και στη συνέχεια το ένα να στραγγαλίζει το άλλο πάνω στην κάψα. Είμαι της άποψης, πως αν είναι να «εξωραΐσεις» κάτι, καλύτερα να μην το συμπεριλάβεις καθόλου.
 
Δεύτερον, στο πρωτότυπο, η κομματική νεολαία φαίνεται να προσεγγίζει τον Λεωνή και να προσπαθεί να τον προσηλυτίσει στον κομμουνισμό και λαμβάνει χώρα μια μεγάλη ιδεολογική συζήτηση που συνεχίζεται σε πολλές συγκεντρώσεις. Στη διασκευή, οι νέοι απλώς λιάζονται, και σ’ ένα σημείο ξεσηκώνουν τους αγρότες σε μάχη, που δεν έχει προετοιμαστεί ιδεολογικά ούτε έχουμε δει την άποψη του πρωταγωνιστή του έργου.
 
Τρίτον, το πλαίσιο που εμφανίζεται η Σαπφώ στο βιβλίο, είναι πολύ τρομαχτικό και την κάνει ένα πρόσωπο-μυστήριο που ξεδιπλώνεται με μεγάλο ενδιαφέρον στην εξέλιξή του. Είναι μια πανέμορφη γυναίκα που χήρεψε νέα και ο κόσμος την μέμφεται. Κοντά στο σπίτι της ζει το δίχρονο παιδί της που έχει υπερφυσικά μεγάλο κεφάλι και έχει «όψη τέρατος» εξαιτίας μιας οικογενειακής αρρώστιας από μεριάς του συζύγου της. Το παιδί το προσέχει μια πρόσφυγας με κομμένη γλώσσα. Η πρώτη συνάντηση του Λεωνή με την Σαπφώ γίνεται στο σχολείο. Επικρατεί το κουτσομπολιό και τα βλέμματα πίσω από τις γρίλιες. Στην διασκευή, αποσιωπούνται πολλά σημεία-κλειδιά, στο πλαίσιο της υπεραπλούστευσης του εμπορικού θεάτρου. Δεν γίνεται αισθητό πως ο έρωτας των δύο, βρίσκει εμπόδια τόσο στο κοινωνικό περιβάλλον όσο και στην συνείδηση του Λεωνή, που τιμά το νεκρό φίλο του. Μεγάλη αστοχία, κατά τη γνώμη μου, και η συνεχής φυσική παρουσία του Βρανά επί σκηνής. 
 
 
daskala xrusa matia
Το σκηνικό περιβάλλον της Αθανασίας Σμαραγδή διακρίνεται από τον μεγάλο καμβά που παραπέμπει σ’ ένα φυσικό τοπίο, την εικόνα της Παναγίας και τα εύσημα του Βρανά. Χαρακτηριστική είναι και η εικόνα του Λεωνή να ζωγραφίζει στον καμβά του. Πολύ έντονη η εικόνα της Σαπφούς με το κατακόκκινο φόρεμα ανάμεσα στο δυσχερές περιβάλλον του νοσοκομείου. Η ίδια αντίθεση θανάτου-ζωής χρησιμοποιείται και στην αφίσα της παράστασης, ενώ προσωπικά μου θύμισε την τελευταία σκηνή της ταινίας Schindler’s List. 
 
Ο Πέτρος Ζούλιας ακολουθεί την γνώριμη συνταγή του, να διασκευάσει ένα κλασικό πεζογράφημα, και να το ανεβάσει σε μία παράσταση που διακρίνεται για την αφηγηματικότητά της και για τις «μνήμες» που ξυπνά. Επιλέγει μια σειρά από αναγνωρίσιμους ηθοποιούς, όχι πάντα ταιριαστούς για τους ρόλους που τους αναθέτει. Ωστόσο, για εμένα εδώ αστοχεί στη φυσιογνωμία που δίνει στο σκηνικό ανέβασμα του έργου. Ν’ αναγνωρίσουμε βέβαια τη δυσκολία παράθεσης του συνόλου των περιγραφόμενων κοινωνικών περιστατικών του έργου και της διαφορετικής προσέγγισης της ιδεολογίας στο θέατρο σήμερα. Ακόμα κι αν κάποιοι  χαρακτήρες φαίνονται εντελώς καρικατούρες, μπορούν να φωτίσουν σε κάποιο βαθμό αυτά που «ενοχλούσαν» τον Λεωνή στην κοινωνία της Μυτιλήνης του ’30.
 
Ο θίασος της παράστασης είναι πολυσυλλεκτικός, στοχεύοντας ταυτόχρονα και στο εμπορικό κοινό που θέλει «μεγάλους πρωταγωνιστές» και στη νεώτερη γενιά που προτιμά ηθοποιούς που έχουν δουλέψει πολύ στο θέατρο. Τώρα, πως μπορούμε να έχουμε στην ίδια διανομή τον Γιώργο Κωνσταντίνου και τη Λένα Παπαληγούρα; Κατά κάποιον τρόπο, ενώ δίνεται η αίσθηση ότι έχουμε δύο διανομές σε μία, παρουσιάζει ενδιαφέρον αυτή η πολυμορφία του, γιατί κάπως έτσι είναι γραμμένο και το έργο, σαν ένα σύνολο ετερογενών κεφαλαίων, μ’ έκαστο να περιγράφει έναν άλλο χαρακτήρα ή ένα περιστατικό. 
 
Στην παράσταση ξεχωρίζει η Λένα Παπαληγούρα που κρατάει τον επώνυμο ρόλο του έργου, την Σαπφώ, την «Δασκάλα με τα χρυσά μάτια». Η Σαπφώ της κινείται με χάρη και εσωτερική ευγένεια, ανάμεσα στις λαϊκές φυσιογνωμίες του περιβάλλοντός που ζει και καταφέρνει να διατηρεί τη δυναμική της παρά το μένος των «δικαστών» της. Από τα ζωτικά κομμάτια της παράστασης είναι οι δύο της μονόλογοι που αφορούν την έγγαμη ζωή της μ’ έναν άντρα που δεν αγαπούσε και την ύπαρξη του παιδιού τους, που έγινε ο βραχνάς της. Η Σαπφώ είναι από τους ωραιότερους ρόλους που έχει υποδυθεί ως τώρα, ενώ είναι σε θέση να αποδώσει τις λεπτές αποχρώσεις του χαρακτήρα της. 
 
Σε αντίθεση με τον «κωμικό» και «τραχύ» χαρακτήρα των Μυτιληναίων, κινούνται τα «Καστρινάκια», ο Λεωνής κι η Αδριανή.  Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης υποδύεται τον Λεωνή, τον βασικό πρωταγωνιστή κι αφηγητή του έργου. Η φυσιογνωμία που δίνει στον χαρακτήρα είναι πολύ ευγενής, αφού πρόκειται για έναν νέο με ψηλό ανάστημα και ευγενή ιδεώδη. Κυκλοφορεί με το καβαλέτο του και αποτυπώνει την φύση. Ωστόσο, ο τρόπος που χειρίστηκε η σκηνοθεσία τον ρόλο, νομίζω αδικεί τον ηθοποιό με δύο τρόπους. Καταρχάς, ο Λεωνής στο έργο είναι καυστικός προς την Σαπφώ, γιατί δεν την βλέπει να θρηνεί τον φίλο του Βρανά και στη συνέχεια η ανάμνηση του φίλου τον κάνει κακό μαζί της. Στην παράσταση ο Ζούλιας, επιλέγει ο Βρανάς να είναι κατ’ εξακολούθηση παρών επί σκηνής με τα δεκανίκια του ενώ έχει πεθάνει. Αυτό αναγκάζει τον ηθοποιό να παίζει «σαν τρελός» αφού μόνο εκείνος «βλέπει» τον Βρανά. Αυτού του είδους τα τεχνάσματα είναι εντελώς ξεπερασμένα από το θέατρο και θεωρώ πως εγκλωβίζουν τον ηθοποιό. Αντίθετα, αν ο Βρανάς είχε εμφανιστεί μόνο μία φορά, αντί για 4-5 που εμφανίστηκε, θα είχε προκαλέσει μεγαλύτερη αίσθηση στο κοινό. Δεύτερον, η διασκευή στερεί από τον χαρακτήρα τόσο τις ιδεολογικές του θέσεις, όσο και τις καλλιτεχνικές, αφού ελάχιστα μιλάει γι’ αυτά που πιστεύει ή γι’ αυτά που υποστηρίζει μέσω της ζωγραφικής του. Βασικό στήριγμά του, η Γιούλικα Σκαφιδά που υποδύεται την Αδριανή, με μια συγκινητική ουσία. 
 
Οι ηλικιακές διαφορές ανάμεσα στους χαρακτήρες του έργου και οι διαφορετικές ποιότητες των ανθρώπων, περιγράφονται γλαφυρά από την ετερογενή διανομή της παράστασης. Έτσι, έχουμε τον Γιώργο Κωνσταντίνου στο ρόλο του Δημάρχου και σύζυγό του την Χριστίνα Τσάφου. Είναι χαρακτηριστική η φυσιογνωμία του γέρου (Σταύρος Μερμήγκης) που εκμαυλίζει την νεαρή υπηρέτρια και την οδηγεί στην αυτοχειρία. 
 
Για μένα, ένα μεγάλο λάθος της παράστασης, είναι η μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα, όχι γιατί δεν είναι καλή, αλλά γιατί δίνει μια τελείως διαφορετική φυσιογνωμία στο έργο απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς από τον Μυριβήλη. Η μουσική της Ρεμπούτσικα είναι πάντα υγκινητική, και μπορεί να λειτουργήσει άριστα ως μουσικό χαλί σ’ ένα ρομαντικό έργο ή σ’ ένα έργο εποχής, αλλά εδώ περιορίζει τη δραματουργία προς αυτή την κατεύθυνση. 
 
Σε γενικές γραμμές, η παράσταση «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» του Πέτρου Ζούλια, λειτουργεί ικανοποιητικά για τη συνθήκη με την οποία ανεβαίνει. Παρά τις όποιες μου ενστάσεις για τη δραματουργία της παράστασης, υπάρχουν αρκετές συγκινητικές στιγμές, και ψήγματα κοινωνικών σχολίων που βγαίνουν από την ζοφερή πραγματικότητα του σύμπαντος του Μυριβήλη. Το κρίμα είναι πως η παράσταση δεν φτάνει εκεί που θα μπορούσε. 
 
 
Διαβάστε επίσης:
 
 
 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

 Ένα από τα συγκλονιστικότερα έργα του Δημήτρη Δημητριάδη παρουσιάζεται αυτή την στιγμή στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας σε σκηνοθεσία Θάνου Νίκα. 

Ο κορυφαίος Έλληνας δραματουργός έγραψε τον Φαέθοντα, τον δικό του ανεστραμμένο Άμλετ, τη διετία 2006-2007. Η πρώτη παρουσίαση του έργου έγινε στο μεγάλο αφιέρωμα της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών το 2013, υπό τη μορφή θεατρικού αναλογίου. Δύο χρόνια μετά το έργο σκηνοθέτησε με επιτυχία ο Δημήτρης Καραντζάς (σκηνοθέτης επίσης του «Ο κυκλισμός του τετραγώνου») στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων. Το αθηναϊκό θεατρικό κοινό γνωρίζει καλά για ποια παράσταση μιλάμε. Οι ερμηνείες του Περικλή Μουστάκη και Άρη Μπαλή έμειναν αξέχαστες και σχεδόν ταυτίστηκαν με το έργο του Δημητριάδη. Η έκδοση του έργου έγινε το 2013 από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν που έχουν αγκαλιάσει τη δραματουργία του Δημήτρη Δημητριάδη. 
Αυτό το φθινόπωρο ήταν σειρά της Θεσσαλονίκης να γνωρίσει σκηνικά ένα σπουδαίο έργο του συντοπίτη τους συγγραφέα. Ο Θάνος Νίκας και η ομάδα θεάτρου ARS MORIENDI αναμετρούνται με το πολύ δύσκολο αυτό έργο. Η πρώτη παρουσίαση έγινε στον Βόλο (2 και 3 Σεπτεμβρίου) στο πλαίσιο του 4ου Φεστιβάλ Βόλου, ενώ η συνέχεια δόθηκε στο αγαπημένο καλλιτεχνικό φεστιβάλ Δημήτρια, στη Θεσσαλονίκη (9-13 Οκτωβρίου). Ο Νίκας αντί για κάποιον συμβατικό θεατρικό χώρο, επέλεξε το φουαγιέ του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας. Η παράσταση σημείωσε μεγάλη επιτυχία κι έτσι συνέχισε να παίζεται στον ίδιο χώρο για έναν μήνα μετά την συμμετοχή της στα Δημήτρια. Σε αυτή την «παράταση» βρεθήκαμε κι εμείς εκεί ως texnes-plus και σας μεταφέρουμε τον παλμό της παράστασης. 
 
Ο μύθος του Φαέθοντα 
Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, ο Φαέθων ήταν γιος του Ήλιου και της Κλυμένης. Μια μέρα, ο πατέρας του τον άφησε να οδηγήσει το άρμα του, ο Φαέθων, όμως, δεν στάθηκε αντάξιος της εμπιστοσύνης του. Καθώς οδηγούσε το άρμα του Ήλιου, είδε στον ουρανό τον Σκορπιό, τρόμαξε και έχασε την ψυχραιμία του και τον έλεγχο του άρματος, με αποτέλεσμα ο Ήλιος να αρχίσει να ανεβοκατεβαίνει απειλώντας με καταστροφή τη Γη. Ο Δίας, βλέποντας τη Γη να καίγεται και τα ποτάμια να ξεραίνονται από τη θερμότητα, τον κεραυνοβόλησε και τον σκότωσε για να προλάβει χειρότερες καταστροφές.
 

faethon thesaloniki

 

 Η επαναγραφή του μύθου από τον Δημητριάδη και η παράσταση του Θάνου Νίκα 
 
Ο Θάνος Νίκας επέλεξε ν’ ανεβάσει τον Φαέθοντα σ’ έναν μη θεατρικό χώρο, όσο πιο μινιμαλιστικό γινόταν. Ο χώρος από μόνος του, υποδηλώνει πολλά για τις προθέσεις της παράστασης. Ένας μη θεατρικός χώρος δεν έχει καμία πρόθεση ψευδαισθητικότητας, όπως θεατρικούς φωτισμούς ή τις συμβάσεις μιας σκηνής (απόσταση ηθοποιών-θεατών, αυλαία, εμπειρία θεατών από προηγούμενες παραστάσεις). Η απουσία θεατρικών φωτισμών ήταν κάτι που με ξένισε, αλλά ήταν εκούσια επιλογή του δημιουργού της παράστασης, γιατί όπως μου είπε, δεν ήθελε ο Φαέθων να ειδωθεί ως ένα «αστικό οικογενειακό δράμα». Τω όντι, ο ωμός ρεαλισμός που έχει επιλέξει στην παράστασή του απέδωσε. Οι ηθοποιοί ερμηνεύουν σε απόσταση αναπνοής από τον θεατή, με φωτισμούς δωματίου –που δεν συσκοτίζουν την «πλατεία»- κάνοντάς μας τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο της οικογενειακής παθογένειας. 
Τον σκηνικό χώρο και τα κοστούμια επιμελήθηκε η Πηνελόπη Χατζηδημητρίου. Επέλεξε να ντύσει τις τρεις γυναίκες της οικογένειας Λομ σε μονόχρωμη παλέτα, που αποτελείται από ένα φόρεμα και καλσόν στο ίδιο χρώμα. Μετά την ερωτική τους συνεύρεση των κορών με τον πατέρα, οι κοπέλες δεν φορούν καλσόν. Ο Λέλο ήταν ενδεδυμένος με γαλάζιο πουκάμισο και τιράντες, ενώ κάθεται σ’ ένα παιδικό καρότσι σκεβρώνοντας το σώμα του. Το σκηνικό δεν περιλαμβάνει τίποτα περιττό. Υπάρχει μόλις ένα τραπέζι, τέσσερις Plexiglas καρέκλες, πέντε σερβίτσια φαγητό και ένα κουζινομάχαιρο που κρέμεται ανάποδα στο κέντρο του πίσω τοίχου, στη θέση που συνήθως υπάρχει μια εικόνα της Παναγίας ή έστω ένα έργο Τέχνης. Εδώ καθαγιάζεται η βία, αφού ο Άμνετ (σαν παρήχηση του Άμλετ) παραφράζει το χριστιανικό δόγμα «Γεννηθήτω το θέλημά Σου» επιβάλλοντας στα μέλη της οικογένειας του τα δικά του θέλω, βιάζοντας την προσωπικότητάς τους. Ο πατέρας γίνεται και εξουσιαστής και δυνάστης, τεσσάρων ανθρώπων που φαίνεται να ζουν ένα δράμα χωρίς λύτρωση. Η λύση θα έρθει με άλλη μια ακραία βία πράξη, την πατροκτονία, ως επακόλουθο της παιδοκτονίας και της σεξουαλικής και λεκτικής βίας που υφίσταντο τα τέκνα του Λομ. Και το δράμα θα τελειώσει όπως αρχίζει, με το στρώσιμο ενός τραπεζιού. Η βία ανακυκλώνεται και συνεχίζει να υπάρχει εις αεί, όπως η επιθυμία για φαγητό και ζωή. 
 
Η παράσταση του Θάνου Νίκα ήταν μια γροθιά στομάχι, και σε αυτό συνέλαβαν καθοριστικά οι ηθοποιοί με τις συγκλονιστικές ερμηνείες του. Δεσπόζει η φυσιογνωμία του Παύλου Δανελάτου ως Άμνετ Λομ, ενός πατέρα-δυνάστη, που αντιλαμβάνεται τα παιδιά του, ως κομμάτι της σάρκας του, κι άρα υπόλογα των δικών του ενστίκτων και επιθυμιών. Ο Δανελάτος άλλοτε στο επίκεντρο της σκηνής, άλλοτε στο παρασκήνιο, καταφέρνει να κυριαρχεί στην ενέργεια του χώρου και να προκαλεί αισθήματα δέους στον θεατή. Μου θύμισε σε σημεία το σκηνικό ταπεραμέντο του Στάθη Σταμουλακάτου. 
Προσωπικά, στάθηκα περισσότερο στις γυναικείες ερμηνείες της παράστασης, γιατί αποτελούν κατά κάποιον τρόπο τις αντηρίδες του «μαυσωλείου» Λομ. Δέχονται στωικά την πνευματική και σωματική τους κατάπτωση, γιατί αυτός φαίνεται να είναι ο προορισμός τους. Οι ίδιες γεννούν και οι ίδιες σκοτώνουν τον άντρα. Ερμηνευτικά αποτελούν ένα πυρηνικό τρίγωνο, στου οποίου τις προεκτάσεις συναντώνται τ’ άλλα δύο σημεία της οικογένειας, ο Άμνετ κι ο Λέλο. Η Θεανώ Αμοιρίδου υποδύεται την Τζούλι Λομ, την νεκροζώντανη μητέρα, η Κατερίνα Συναπίδου την Άνν και η Ελευθερία Μαυρίδου την Μπεθ. 
 
Τον ρόλο του Λέλο Λομ, του 30χρονου άντρα που δεν έχει γευτεί ακόμα την γυναίκα και ούτε πρόκειται, υποδύεται ο Νίκος Ράμμος. Ο Ράμμος υποδύεται τον Λέλο δίνοντας έμφαση στο χαρακτηριστικό της αναπτυξιακής διαταραχής που του προσδίδει, ενώ ταυτόχρονα δεν διστάζει ν’ αναμετρηθεί με τον πατέρα του, Άμνετ. Η σύγκρουση των δύο, αποτελεί το μισό δραματουργικό κέντρο του έργου, και συνάδει από το μυθολογικό αρχέτυπό του. 
Παρακολουθώντας την παράσταση ένιωθα μια συναισθηματική δυσφορία, που προκλήθηκε τόσο από τις μη ρητές αλήθειες που αποκαλύπτονται στο έργο, αλλά και από την ελάχιστη απόσταση που είχαμε οι θεατές από τους ηθοποιούς της παράστασης. Αν αναλογιστείτε πως καθόμουν στην πρώτη σειρά των καθισμάτων, και πως ο Άμνετ κλωτσούσε την γυναίκα του στο πάτωμα σε απόσταση 20 εκατοστών από τα πόδια μου, καταλαβαίνετε πως δεν υπήρχε «θεατρική» απόσταση από τα τεκταινόμενα. Κάπως έτσι θα έπρεπε να ήταν και οι παραστάσεις in-yer-face θεάτρου. 
 
Από όσες παραστάσεις είδα στην ολιγοήμερη παραμονή μου στη Θεσσαλονίκη, ο «Φαέθων» που σκηνοθέτησε ο Θάνος Νίκας, είναι αυτή που κουβαλάω μέσα μου πιο έντονα και θεωρώ πως έχει πολλά να πει στο θεατρόφιλο κοινό. Άνετα θα μπορούσε να είναι μια παράσταση που θα ενταχθεί στο ρεπερτόριο του ΚΘΒΕ, στο φουαγιέ του, που μας συνηθίζει στα σύγχρονα έργα, αν και νομίζω πως κάτι τέτοιο δε θα το επιθυμούσε ο ίδιος ο δημιουργός. Η παράσταση μπορεί να έριξε αυλαία την Κυριακή 10 Νοεμβρίου, αλλά νομίζω πως δεν ολοκλήρωσε ακόμα τον κύκλο της. 
 

Απο τον Αναστάση Πινακουλάκη

Μια πολύ πρωτότυπη και καλαίσθητη πρόταση παρουσιάζει ο Γιώργος Νανούρης πάνω στη σοφόκλεια τραγωδία. 
 
Πρόκειται για την πρώτη σωζόμενη τραγωδία του Σοφοκλή, γραμμένη ανάμεσα στο 450 και στο 440 π.Χ. Ο Αίας ο πιο γενναίος άντρας μετά τον Αχιλλέα, έχει μακρά παράδοση ήδη από την Ιλιάδα. Μετά τον θάνατο του Αχιλλέα τα όπλα του παίρνει παραδοσιακά ο γενναιότερος άντρας, και στη διεκδίκηση μπαίνουν ο Οδυσσέας κι ο Αίας. Όταν αποφασίζεται ότι τα όπλα θα πάνε στον Οδυσσέα, ο Αίας αποφασίζει να εκδικηθεί αυτούς που τον αδίκησαν, σκοτώνοντας τους και συγκεκριμένα τους Ατρείδες, Μενέλαο και Αγαμέμνονα. Η θέα Αθηνά όμως εκδικείται τον Αίαντα, τον τρελαίνει και κατασφάζει τα ζωντανά του στρατοπέδου αντί για τους άντρες. Όταν συνέρχεται και συνειδητοποιεί τι έκανε, δεν μπορεί να διαχειριστεί την ντροπή κι αποφασίζει ν’ αυτοκτονήσει αφού αποχαιρετήσει τη γυναίκα του Τέκμησσα και τον γιο του. Είναι η μοναδική σωζόμενη τραγωδία όπου ο δραματικός πρωταγωνιστής αυτοκτονεί επί σκηνής και μάλιστα αυτό δεν συμβαίνει στην Έξοδο αλλά στο τρίτο Επεισόδιο. Άλλες αυτοκτονίες σε αρχαίο δράμα έχουμε αυτή της Ιοκάστης (Οιδίπους Τύραννος) και του Αίμονα (Αντιγόνη), αμφότερες στην Σοφόκλεια Ποίηση. 
 
Ο Αίας είναι λίγο πολύ γνωστός στο θεατρόφιλο κοινό, αφού τα τελευταία τέσσερα χρόνια, είχαμε μαζί με αυτό, τέσσερα ανεβάσματα (Σύλβια Λιούλου, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, Χρήστος Σουγάρης). Ο Γιώργος Νανούρης όμως προτείνει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί. Ένας ηθοποιός για όλους τους ρόλους του δράματος, ένας ζωγράφος και το φως που παρεμβαίνει στο σκοτάδι. Κι αν η επιλογή ενός ηθοποιού για όλους τους ρόλους φαίνεται δοκιμασμένη συνταγή, αυτό δεν ισχύει για το Αρχαίο Δράμα, αφού εκεί έχουμε ελάχιστες περιπτώσεις όπως την Στεφανία Γουλιώτη που παρουσίασε Ευμενίδες πριν δύο χρόνια. Το μεγάλο ατού εδώ, πέρα από τον Μιχάλη Σαράντη που είναι ένας από τους σπουδαιότερους ερμηνευτές που διαθέτουμε αυτή την στιγμή στο ελληνικό θέατρο, είναι η συνομιλία της θεατρικής ποιητικής με τα Εικαστικά. 
 
Ο Γιώργος Νανούρης μετράει ήδη αρκετές επιτυχημένες παραστάσεις, με την Κατερίνα –Αύγουστου Κορτώ, παίχτηκε για πέντε σεζόν στην Αθήνα και περιοδεία στην υπόλοιπη Ελλάδα- να αποτελεί την πιο χαρακτηριστική του δουλειά. Οι παραστάσεις του διακρίνονται για την φαινομενική απλότητά τους και για τον τρόπο που οι ηθοποιοί του δίνουν απλόχερα κομμάτια του εαυτού τους μέσα από την αφηγηματικότητά τους. Στον Αίαντα όμως, κάνει κάτι παραπάνω. Δημιουργεί ή για να είμαστε δικαιότεροι, συνδημιουργεί ένα έμψυχο έργο Τέχνης. 
 
Το ανακαινισμένο Θέατρο Βεάκη έρχεται να μπει ενεργά στον ανταγωνισμό των εμπορικών θεάτρων αποτελώντας ένα νέο φάρο στα θεατρικά πράγματα. Κατεβαίνοντας προς το φουαγιέ του έχει τη δυνατότητα κανείς να δει έργα του Απόστολου Χαντζαρά, του εικαστικού της παράστασης. Λίγο πριν μπει στην παράσταση, θα δει μία πανοπλία και μία ασπίδα. Το κλίμα του έργου έχει δοθεί. Οι θεατές κάθονται σε καρέκλες επί σκηνής, και ο ηθοποιός παίζει σε απόσταση αναπνοής. Πίσω του ο εικαστικός δημιουργεί με μαύρη μπογιά προσωπογραφίες των χαρακτήρων του δράματος. Ζωγραφίζει στον πάγκο του και στη συνέχεια τοποθετεί πάνω χαρτιά και ξεπατικώνει τα σχέδιά του. Η τεχνική μου θύμισε κάτι ανάμεσα σε fresco και Θέατρο Σκιών. Ο ηθοποιός ελίσσεται ανάμεσα στα έργα, και φαίνεται να τα εμψυχώνει. Το φως και το σκοτάδι δημιουργούν ένα τελετουργικό περιβάλλον. 
 
aintas veaki texnes plus
Ο Μιχάλης Σαράντης δημιούργησε και παραδίδει την ωριμότερη και πιο ενδιαφέρουσα ερμηνεία της καριέρας του. Η αλήθεια είναι πως πρόκειται για μια ξεχωριστή περίπτωση ηθοποιού που έχει δουλέψει πολύ με την ψυχή και το σώμα του και καταφέρνει να ξεχωρίζει σε ό,τι κι αν καταπιαστεί. Όλοι θυμόμαστε τον Αγγελιοφόρο του στον Ιππόλυτο της Κονιόρδου ή την παρουσία του στο Δεκαήμερο και τους Όρνιθες του Καραθάνου ή τις συνεργασίες του με τον Καραντζά. Φέτος παίζει σε διπλό ταμπλό, στο ίδιο «γήπεδο», αφού πέρα από τον Αίαντά του, συμμετέχει και στο Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας των Χειλάκη-Δούνια. 
 
Ο Αίας του Μιχάλη Σαράντη είναι εύθραυστος, οξύθυμος σαν παιδί ή σαν τρελός, ηρωικός και συνάμα βαθιά ανθρώπινος. Ο ηθοποιός περνάει από τον έναν χαρακτήρα στον άλλο με μια αξιοζήλευτη μαεστρία, που δείχνει τόσο το εύρος του, όσο και την βαθιά συναίσθησή του δράματος που αφηγείται με τη φωνή, την ψυχή και το σώμα του. Αν αντιληφθεί κανείς πως μπορεί να δώσει την συγκινητικότερη ερμηνεία Αίαντα προτού αυτοκτονήσει και λίγα δευτερόλεπτα μετά να έχει βγει από την «κατάσταση» και να είναι ο παρατηρητής Τεύκρος ή η θρηνούσα Τέκμησσα, καταλαβαίνει πως η ερμηνεία του Σαράντη δεν είναι απλός ρεσιτάλ, αλλά υποκριτικός άθλος. Αν κάτι θαυμάζω περισσότερο σ’ έναν ηθοποιό αυτό είναι η αφοσίωση και η υπέρβαση των κεκτημένων, και ο Μιχάλης Σαράντης είναι μία τέτοια περίπτωση. 
 
Ο Γιώργος Νανούρης φημίζεται στις σκηνοθεσίες του, πέρα από την αφηγηματικότητα και το «οικείο» κλίμα και για τη χρήση των φωτιστικών πηγών. Στον Αίαντα, το φως έχει μεγάλη δραματουργική βαρύτητα, αφού όχι μόνο εξυπηρετεί στις μεταβάσεις του δράματος, αλλά συμπληρώνει άριστα τις σκηνικές εικόνες που οι τρεις δημιουργοί (αυτός, ο Σαράντης κι ο Χαντζαράς) συν-κατασκευάζουν. Το λυτρωτικό φως, το χαοτικό «φυσικό» σκηνικό (ο χώρος του θεάτρου) και το ημίγυμνο σώμα του ηθοποιού, έφεραν στο νου μπαρόκ πίνακες με θρησκευτικό περιεχόμενο. 
 
Συνοψίζοντας, ο Γιώργος Νανούρης φέτος προτείνει μια αυθεντική πρόταση ανάγνωσης του Σοφοκλή, έχοντας στο πλάι του έναν πολλά υποσχόμενο εικαστικό και έναν ιδιαίτερα γενναιόδωρο ηθοποιό. Ο Μιχάλης Σαράντης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ο Άγγελος του ελληνικού θεάτρου». Μην χάσετε την θεατρική εμπειρία «Αίας» στο ανακαινισμένο Βεάκη. 
 
 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

Για δεύτερη χρονιά παρουσιάζεται η παράσταση «Ελέφας» του Κώστα Βοσταντζόγλου στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιάννη Λεοντάρη.

Το έργο «Ελέφας», γραμμένο το 2010, είναι το πρωτόλειο του γραφίστα και συγγραφέα Κώστα Βοσταντζόγλου, γιο του θρυλικού Μποστ. Ο Θανάσης Παπαγεωργίου, σκηνοθέτης του έργου, στο Θέατρο Στοά το 2012, είχε πει για το έργο: «Το έργο του Κώστα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μια κωμωδία, ένα βουκολικό δράμα, μια μαύρη κωμωδία ή μια σύγχρονη τραγωδία». Παρακολουθώντας την δουλειά του Γιάννη Λεοντάρη και τις αντιδράσεις των θεατών, όλοι οι παραπάνω τίτλοι θα μπορούσαν να κουμπώσουν ως επεξηγήσεις του έργου «Ελέφας».

O τίτλος του έργου συνδέεται με την κεντρική αφήγηση του Μήτσου, που προκύπτει από ένα ντοκιμαντέρ γύρω από τα ταξίδια του Βρετανού εξερευνητή Mitchell Hedges (1882-1956). Σε αυτό, παρακολουθούμε έναν ελέφαντα που αναζήτησε τον υπεύθυνο για το θάνατο του «εξημερωτή» του, τον τύλιξε με την προβοσκίδα του και τον σκότωσε. Αυτή η αφήγηση κουμπώνει με τη λαϊκή ρήση «μνήμη ελέφαντα», αφού έχει παρατηρηθεί πως οι ελέφαντες δεν ξεχνούν ποτέ.

Η κεντρική φιγούρα του έργου, η Γωγώ (την υποδύεται η Σοφία Καλεμκερίδου) θα «μεταμορφωθεί» η ίδια σ’ ελέφαντα στο τέλος του έργου, σκοτώνοντας με δηλητήριο μέσα στο φαγητό, τον σύζυγο, την ανιψιά και τον άντρα της, καθώς δεν ξέχασε το κακό που της έκαναν, την μοιχεία και τον εξευτελισμό. Το ύφος του έργου, για τους φιλαγνώστες θεατές, θα θυμίσει ελάχιστα Μποστ και περισσότερο Λένα Κιτσοπούλου ή το πρόσφατο αριστούργημα «Χαρτοπόλεμος» του αδικοχαμένου Βαγγέλη Ρωμνιού. Ένα έργο κοινωνικά σκωπτικό, που βάζει το νυστέρι του στην απομακρυσμένη ελληνική επαρχία, διατηρώντας την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της και ειδικότερα τη γλώσσα της. Ο Βοσταντζόγλου πέρα από σχολαστικός παρατηρητής της παθογενούς ελληνικής οικογένειας, αποδεικνύεται και ένας πολύ ευφυής συγγραφέας που μπορεί να πάρει θέση στα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας χωρίς να τα καταδείξει ρητά. Για εμένα το έργο μπορεί να έχει μια εύθυμη γραφή και κωμικοτραγικούς χαρακτήρες, αλλά για εμένα είναι ένα ρεαλιστικό θρίλερ, αφού η πραγματικότητα της υπαίθρου και τα αδιέξοδα των κοινωνικών συμβάσεων φαίνεται πως σκοτώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Σταδιακά οι χαρακτήρες του έργου αποκτηνώνονται και καταλήγουν στον αλληλοσπαραγμό. Ο συγγραφέας όμως δεν δίνει τις εύκολες λύσεις που έχουμε συνηθίσει ούτε παρουσιάζει μονοδιάστατα τους χαρακτήρες του. Η Γωγώ μπορεί να εγκληματεί, αλλά παρά τα ελαφρυντικά της, δεν την «αθωώνει». Σκοτώνει και νιώθει άσχημα και μόνη.

Η σκηνοθεσία

Ο Γιάννης Λεοντάρης είναι ένας σκηνοθέτης-δημιουργός με ιδιαίτερη ευφυΐα και με θέση στα πράγματα. Κινείται ανάμεσα στο νατουραλισμό και τον σουρεαλισμό.

Παράλληλα με τη δραματουργία, δημιουργεί βωβές εικόνες καθημερινότητας, τις οποίες δίνει σκωπτικά σα να πρόκειται για καρικατούρες της ελληνικής υπαίθρου. Η παράστασή του ξεχειλίζει από ζωή και πράγματα για να παρατηρήσεις. Οι ήρωες που δημιουργεί μοιάζουν να ξεπήδησαν από την πραγματική ζωή και να σαρκάζουν αυτό που εκπροσωπούν. Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την παράστασή του ως ένα μεθυσμένο πανηγύρι βιωμένης τραγικότητας. Το σκηνικό περιβάλλον της παράστασης «Ελέφας» (Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα & Ράνια Υφαντίδου) είναι δηλωτικό της κοινωνίας που ακτινογραφεί. Αφίσες συναυλιών σε εμποροπανήγυρι, λουλούδια, τσίγκινοι τενεκέδες που μετατράπηκαν σε γλάστρες, κατσαρολικά, κουζινικά, ένας προτζέκτορας, πολυθρόνες περιγράφουν έναν τρόπο ζωής γνωστό στις περισσότερες οικογένειες.

Τα κοστούμια που επιμελήθηκαν οι δύο σκηνογράφοι, ήταν ιδιαίτερα εύστοχα γιατί κατάφεραν να αποδώσουν το λαϊκό χαρακτήρα του έργου, με τις κιτς καταβολές του, κάτι που δυστυχώς δεν βλέπουμε συχνότερα από αντίστοιχες δραματουργίες. Στον προτζέκτορα προβάλλονταν στιγμιότυπα από ντοκιμαντέρ με ελέφαντες, που συμπλήρωναν την δραματουργία της παράστασης. Η εμμονή του Μήτσου με τα συγκεκριμένα φιλμ, λειτούργησε και σκηνικά, αφού μας γινόταν αισθητό τόσο το περιεχόμενο του έργου, όσο και το τέλος του ήρωα. Αυτό που ξεχώριζε στο σκηνικό περιβάλλον της παράστασης ήταν τα λουλούδια. Τα λουλούδια που τόσο αγαπούσε η Γωγώ, αφού έδιναν «εμορφιά» στην όχι και τόσο όμορφη ζωή της, ήταν ο διάκοσμος της παράστασης. Δύο ειδών χρήσεις των λουλουδιών διακρίνονταν. Τα κομμένα λουλούδια που θυμίζουν φτηνά κέντρα διασκέδασης ή πανηγύρια αλλά και επιτάφιο και τα λουλούδια ως φυτά σε γλάστρες. Στο μπροστινό μέρος της σκηνής δεσπόζει ένας κύκνος με σακούλα στο κεφάλι. Το κεφάλι του ήταν κομμένο και κολλημένο ξανά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κύκνος ήταν αντικείμενο του Μήτσου, που το τεμάχισε η Γωγώ, η γυναίκα του.

elefas2

Και βέβαια το ενδιαφέρον δεν εντοπίζεται μόνο στην όψη των σκηνικών αντικειμένων, αλλά και στην ίδια τους την υπόσταση και στη χρήση τους. Η χρήση των αντικειμένων της καθημερινότητας, όπως τα (πραγματικά) υλικά μαγειρέματος ή τα κουζινικά, ο προτζέκτορας που θύμιζε τηλεόραση –βασική διασκέδαση στην επαρχία- περιγράφει μια πραγματικότητα, που καμία ευχαρίστηση πια δεν προσφέρει στους ήρωες. Μεγάλο ατού της παράστασης είναι ότι οι ηθοποιοί εντάσσουν τον θεατή στο σύμπαν του έργου, με την εξέχουσα παρουσία της Σοφίας Καλεμκερίδου που υποδύεται την Γωγώ, να στήνει πάγκους και να σερβίρει τους θεατές τις φακές που μαγειρεύει, αλλά και τσίπουρο. Η Γωγώ που έχει δημιουργήσει περνάει σε μεταδραματικότητα, αφού σχολιάζει τον εαυτό της απέξω, ενώ παράλληλα συνομιλεί «κρυφά» με τους θεατές. Όσο προχωρά η παράσταση, οι θεατές «παίζουν ρόλο», αφού το θέατρο επιστρέφει στον πρωταρχικό του ρόλο, την κοινωνία ανθρώπων. Όλοι μας είμαστε τα βουβά πρόσωπα στα εγκλήματα που διαπράττονται εντός των οικογενειακών κοινωνιών. Καθοριστική θέση στην σκηνοθεσία του Λεοντάρη παίζει η μουσική, που συνομιλεί αν όχι συνυπογράφει τη δραματουργία της παράστασης και δίνει ταυτότητα. Αρχικά βλέπουμε τον ηθοποιό Παναγιώτη Παπαιωάννου ως DJ να βάζει μουσικές με έντονο το στοιχείο του κλαρίνου. Στο κέντρο της σκηνής ένα μικρόφωνο, με το οποίο τραγουδούσαν οι δύο γυναίκες της διανομής. Από τις κορυφαίες στιγμές της παράστασης η ερμηνεία του τραγουδιού «Γέλα καρδούλα μου». Το setlist περιελάμβανε κομμάτια από Μάρκο Βαμβακάρη, Villagers of Ioannina City, Παραδοσιακά Δημοτικά Ηπείρου, Τάνια Ελληναίου και Βάσω Χατζή.

elefas3

Οι ήρωες του έργου «Ελέφας» δεν είναι απλώς αναγνωρίσιμοι, είναι κομμάτι της ζωής μας, είναι οι γονείς μας, οι εγγύτεροι ή πιο μακρινοί συγγενείς μας, είναι η νοσηρότητα του αίματός μας. Οι ηθοποιοί της παράστασης κατάφεραν να δώσουν αυθεντικές ερμηνείες και δεν δίστασαν να τσαλακωθούν ή να επικοινωνήσουν (χωρίς εισαγωγικά) με το κοινό. Κλείνοντας, έχοντας παρακολουθήσει την παράσταση «Ελέφας» του Γιάννη Λεοντάρη, σκέφτομαι κάτι για το οποίο έχω μιλήσει και στο παρελθόν, πως θα ήταν πολύ ενδιαφέρον θεατρικά και πολιτισμικά, να είχαμε κάποιες παραστάσεις στις δύο μεγάλες κρατικές σκηνές μας, το Εθνικό Θέατρο και το ΚΘΒΕ, που θα παρουσιάζονται τόσο στην Αθήνα όσο και στη Θεσσαλονίκη, σαν ανταλλαγή πολιτισμικών αγαθών.

Ο «Ελέφας» είναι μια παράσταση που αξίζει να μην περιοριστεί στην Θεσσαλονίκη, αλλά να ταξιδέψει και στην Αθήνα ή ακόμα και σε ευρωπαϊκά φεστιβάλ. Να σημειωθεί δε πως η παράσταση θα παρουσιαστεί στη Ρουμανία στις 22 Νοεμβρίου. Αν σε κάθε ταξίδι μου στη Θεσσαλονίκη βάζω μία παράσταση στις αποσκευές μου, αυτή για φέτος είναι ο Ελέφας.

bookfeed_konstantinidis

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Μένουμε σπίτι!!! Διαβάζουμε, τραγουδάμε, συζητάμε, βλέπουμε ταινίες και φυσικά θεάτρο...on line!

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

sample banner

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία