Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Νατάσα Κωνσταντινίδη

Νατάσα Κωνσταντινίδη

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη 

Ένα σύγχρονο βραβευμένο ψυχολογικό θρίλερ (2009) του Χέρμαν Κοχ, «Το Δείπνο», παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και στο Σύγχρονο Θέατρο σε μετάφραση της Κάτιας Σπερελάκη.

Το βιβλίο του Ολλανδού συγγραφέα σημείωσε τεράστια επιτυχία από την αρχή της έκδοσης του. Πούλησε ένα εκατομμύριο αντίτυπα και πλέον και έχει ήδη μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες, ενώ είδαμε και μεταφορά του στο σινεμά το 2014 από τον Ιταλό σκηνοθέτη Ιβάνο Ντε Ματτέο, «I nostri ragazzi» και το 2017, μια άλλη εκδοχή του σε σκηνοθεσία του Όρεν Μούβερμαν, με τον Ρίτσαρντ ΓκιρThe Dinner».

Τρεις νεαροί έφηβοι επιστρέφοντας από διασκέδαση ανατινάζουν ένα ΑΤΜ και με αυτή τους την πράξη καίνε ζωντανή μια άστεγη γυναίκα που κοιμόταν εκεί. Η κάμερα καταγράφει το συμβάν, αλλά όχι τα πρόσωπα των παιδιών. Η ολλανδική τηλεόραση προβάλλει το βίντεο και επίκειται η σύλληψη τους. Με αυτή την πληροφορία ξεκινά η παράσταση. Δύο αδέρφια ο Πολ, καθηγητής (Στέλιος Μάινας) και ο Σερζ, υποψήφιος Πρωθυπουργός (Λάζαρος Γεωργακόπουλος) συναντιούνται με τις συζύγους τους Κλαιρ (Κατερίνα Λέχου) και Μπαμπέτ (Κατερίνα Μισιχρόνη) σε ένα ακριβό εστιατόριο, υπό την άγρυπνη ματιά του αφηγητή στην αρχή και μετρ στην πορεία (Γιώργος Κοτανίδης), ο οποίος με τις γαστριμαργικές του δημιουργίες επεμβαίνει τη στιγμή που δεν πρέπει. Τα προβλήματα των δύο ζευγαριών στο γάμο τους, με τα παιδιά τους, αλλά και οι άλυτες διαφορές μεταξύ αδερφών τίθενται επί τάπητος και η πλοκή κορυφώνεται όταν ο Σερζ δηλώνει την απόφαση του να αποσύρει την υποψηφιότητα του για την Πρωθυπουργία.

deipno meleme texnes plus

Επομένως, είναι ένα έργο του οποίου η θεματική πραγματεύεται το θεσμό της οικογένειας που υφίσταται κρίση σε όλες τις εκφάνσεις του. Δημιουργεί προβληματισμό για το αξιακό σύστημα και τους οικογενειακούς δεσμούς συνολικά, είτε αυτοί είναι αδερφικοί, γονεϊκή ή συζυγικοί. Άρα, έχει και πολιτική ταυτότητα.

Το έργο ακροβατεί ανάμεσα στην ηθική και την ακεραιότητα και την απόδοση της δικαιοσύνης για μια αποτρόπαια πράξη. Στην αρχή γίνεται απόπειρα συγκάλυψης των προθέσεων των παρισταμένων, καθώς και μιας υποβόσκουσας μεταξύ τους αντιπάθειας. Στην πορεία οι μάσκες πέφτουν και ένας -ένας αποκαλύπτεται. Ως που είναι διατεθειμένοι να φτάσουν για να προστατέψουν τα παιδιά τους; Υπάρχει αγάπη ή συμφέρον στη μεταξύ τους σχέση;

Συχνά επαναλαμβάνεται στο έργο «Δεν είναι ανάγκη να ξέρουμε τα πάντα ο ένας για τον άλλον για να είμαστε ευτυχισμένοι». Έτσι είναι; Διλήμματα δημιουργούνται στο θεατή που προβληματίζεται με τα όσα διαδραματίζονται μπροστά του.

Η παράσταση στο Σύγχρονο Θέατρο σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ καταφέρνει να περάσει την ατμόσφαιρα του ψυχολογικού θρίλερ που απαιτείται και να εντείνει τα συναισθήματα του θεατή.Διαθέτει πέντε δυνατούς ηθοποιούς, ένα μεστό κείμενο, όμως η σκηνοθεσία δεν τους αξιοποιεί στο μέγιστο βαθμό. Έλειπε το στοιχείο της κορύφωσης. Έξυπνο το εύρημα της ενδυνάμωσης το ρόλο του μετρ (δεν λειτουργεί έτσι στο βιβλίο), προσδίδει σε θεατρικότητα.

Ένα πρωτότυπο και λειτουργικό σκηνικό δέσποζε στο κέντρο της σκηνής (Μιχάλης Σαπλαούρας), το οποίο περιστρεφόταν και συγκαταλέγεται στα συν της παράστασης. Ο ευερέθιστος Πολ, χαρακτήρας που υποδυόταν ο Στέλιος Μάινας αν και στο σύνολο του έπειθε, είχε στιγμές υπερβολής. Άψογη η Κατερίνα Λέχου ως Κλαιρ. Αποτύπωσε μια γυναίκα που πέρασε μια βαριά αρρώστια και τώρα προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατήσει την ισορροπία του σπιτιού της και να βγάλει το παιδί της από τη δύσκολη θέση στην οποία έχει περιέλθει. Με στοιχεία ανωτερότητας στην αρχή και ξεσπάσματα στο τέλος, ξεχωρίζει. Από το έτερο ζευγάρι, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος, ως Σερζ δημιούργησε το προφίλ του πολιτικού που εκμεταλλεύεται την εξουσία του για να τραβήξει θηλυκά, αλλά και το παιδί του για να το παίξει αδέκαστος πολιτικός. Η Μπαμπέτ της Κατερίνας Μισιχρόνη αρκετά καλή, ιδιαίτερα τη στιγμή, που εκρήγνυται εναντίον του συζύγου της. Σε καθοριστικό ρόλο έως και μεταφυσικό ο Γιώργος Κοτανίδης που ξεκινά και κλείνει το έργο. Άλλοτε ειρωνικός, άλλοτε ατσαλάκωτος μετρ.

Φωτισμοί που συμβάλλουν στην ατμοσφαιρικότητα από την έμπειρη Μελίνα Μάσχα και καλαίσθητα κοστούμια από την Βασιλική Σύρμα συμπληρώνουν την παράσταση.

 

Διαβάστε εδώ μια παλιότερη συνέντευξη της Λιλλύς Μελεμέ στο Texnes-plus.

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη
 
«Η Βασίλισσα του εγκλήματος»: με αυτόν τον τίτλο είναι γνωστή η Αγγλίδα συγγραφέας Αγκάθα Κρίστι, η οποία έχει στο ενεργητικό της ογδόντα τουλάχιστον αστυνομικά μυθιστορήματα, με βασικό πρωταγωνιστή τον δαιμόνιο ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό, γεγονός που την καθιστά τη σημαντικότερη εκπρόσωπο του είδους. Ο ιδιοφυής ντετέκτιβ Πουαρό με το περίεργο μουστάκι και τη βέλγικη προφορά έγινε διάσημος στα πέρατα του κόσμου για την αποτελεσματικότητα του στο να εξιχνιάζει εγκλήματα. Τα μυθιστορήματα της Αγκάθα Κρίστι έχουν κάνει ρεκόρ πωλήσεων. Ρεκόρ που ανέρχεται σε ένα δισεκατομμύριο αντίτυπα στα Αγγλικά, ενώ έχουν μεταφραστεί σε τουλάχιστον εκατό γλώσσες με ανάλογη επιτυχία. Εξάλλου, διασκευές των έργων της έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο ουκ ολίγες φορές. Εν προκειμένω, το αριστούργημα της «Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές» του 1934, βγήκε για πρώτη φορά στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1974 και τελευταία το 2017, ενώ την ίδια τύχη είχε και «Το έγκλημα στον Νείλο» και πολλά άλλα. Όπως ήταν φυσικό η επιτυχία μεταφέρθηκε και στο θέατρο. Στο Λονδίνο από το 1952 μέχρι σήμερα παίζεται «Η Ποντικοπαγίδα» της. Αν και θεατρικά ανεβάσματα έργων της έχουμε παρακολουθήσει στην Αθήνα αρκετές φορές, είναι η πρώτη φορά για «Το έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές» στο Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη. Η απόδοση του μυθιστορήματος σε θεατρικό κείμενο είναι του Κεν Λούντβιχ.
 
Ο Πουαρό έχοντας φέρει εις πέρας την πιο δύσκολη υπόθεση που είχε ποτέ αναλάβει, φεύγει από την Κωνσταντινούπολη με πρόθεση να κάνει διακοπές. Επιθυμεί να ταξιδέψει με το Όριεντ Εξπρές. Τυχαία συναντά τον παλιό του φίλο και διευθυντή της σιδηροδρομικής εταιρίας κύριο Μπουκ, που ταξιδεύει στη Λωζάννη για δουλειές, ο οποίος τελευταία στιγμή του εξασφαλίζει μια θέση, αν και το τρένο ταξιδεύει γεμάτο. Μια τρομερή χιονοθύελλα αναγκάζει το Όριεντ Εξπρές να ακινητοποιηθεί κάπου στη Γιουκοσλαβία. Συντελείται ένας φόνος, αυτός του Σάμιουελ Ράτσετ. Τον βρίσκουν μαχαιρωμένο οκτώ φορές στο στήθος και ο Μπουκ για να μην διακινδυνεύσει να πέσει στις Γιουκοσλαβικές αρχές η εξιχνίαση του εγκλήματος αυτού και πληχθεί το όνομα της εταιρίας που εκπροσωπεί, παρακαλεί τον Πουαρό να το αναλάβει. Οκτώ ύποπτοι που φαινομενικά τίποτα δεν τους συνδέει, συνταξιδεύουν, όχι τυχαία. «Κάτι ακαθόριστα παράξενο υπάρχει σε όλους αυτούς τους ανθρώπους» λέει ο Πουαρό διαισθανόμενος τη σχέση τους. Ένα έγκλημα που είχε συγκλονίσει την Αμερική λίγα χρόνια πριν, αυτό της απαγωγής και δολοφονίας της μικρής Νταίζη Άμστρονγκ γίνεται ο συνδετικός κρίκος που ενώνει τους επιβάτες του βαγονιού Καλέ. (Η έμπνευση για τη συγγραφή του μυθιστορήματος αρχικά προήλθα από την αληθινή ιστορία απαγωγής και δολοφονίας του μωρού του διάσημου αεροπόρου Τσαρλς Λιντμπεργκ). Ο Πουαρό κατά τη συνήθη τακτική του, τους ανακρίνει όλους και παρά το δύσκολο της υπόθεσης ξεδιπλώνει το νήμα της δολοφονίας του Ράτσετ παραδεχόμενος ότι οι θύτες είναι πληγωμένες ψυχές που ζητούν εκδίκηση προκειμένου να ηρεμήσουν και να αποδώσουν δικαιοσύνη.
 
orient express
 
Οι επιβάτες του Όριεντ Εξπρές, ο Έκτωρ Μακ Κουήν (Άγγελος Μπούρας,), γραμματέας του Ράτσετ, ο Πιέρ Μισέλ (Τάκης Παπαματθαίου), ελεγκτής του τρένου, η κόμισσα Αντρένι (Λένα Δροσάκη), η Έλεν Χάμπαρντ (Κάτια Δανδουλάκη), η πριγκίπησσα Νατάλια Ντραγκομίρωφ (Όλγα Πολίτου), η συνοδός της, Γκρέτα Όλσον (Ταμίλα Κουλίεβα), η Μαίρη Ντέμπεναμ (Τάνια Τρύπη) και ο συνταγματάρχης Άρμπουθνοτ (Λευτέρης Ζαμπετάκης) είναι ύποπτοι για το φόνο του Σάμιουελ Ράτσετ ή στην πραγματικότητα του έργου, Μπρούνο Κασέτι, που απήγαγε και σκότωσε τη μικρή Νταίζη Αρμστρόνγκ (Αντώνης Καφετζόπουλος).
 
Ο Ηρακλής Πουαρό (Δάνης Κατρανίδης) δεν μπορεί παρά να υποκύψει στο αίτημα του φίλου του Μπουκ (Τάσος Χαλκιάς) να βρει τον ένοχο πριν τις αρχές, ώστε να μην πληχθεί το κύρος της εταιρίας και επιδίδεται με πάθος στην στοιχειοθέτηση των κομματιών του παζλ που θα τον οδηγήσουν στον δράστη.
 
Η παράσταση στο Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη εντυπωσιάζει καταρχήν με τα υπέροχα κοστούμια της Ιωάννα Τσάμη και τα πλούσια σκηνικά  του Γιώργου Γαβαλά και της  Μαίρης Τσαγκάρη, αλλά και τον πολυμελή θίασο που απαρτίζεται από ονόματα ηθοποιών με τεράστια πείρα, όπως προαναφέρθηκε. Κάτι τέτοιο δηλώνει ότι πρόκειται για μια παραγωγή που μπήκε στη διαδικασία να ξοδέψει χρήματα σε μια εποχή που τα σκηνικά θα τα χαρακτήριζες αφαιρετικά, τα κοστούμια λιτά και τον αριθμό των ηθοποιών περιορισμένο. Εδώ όμως στήνεται ένα βαγόνι με κουκέτες, υπάρχει περιστρεφόμενη σκηνή, χιονισμένο τοπίο και εναλλαγή προσεγμένων κοστουμιών. Ατμοσφαιρικοί οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου
danis katranidis
 
Δραματουργικά μιλάμε για ένα πασίγνωστο έργο με γοητευτική πλοκή και ανατροπές, του οποίου το βάρος σηκώνει επάξια ο Πουαρό, Δάνης Κατρανίδης. Με μάτια που λάμπουν από πάθος και ένταση προσπαθεί να βγάλει συμπεράσματα για το φόνο. Το ένστικτο του τον οδηγεί στο να απορρίψει εξαρχής την δελεαστική προσφορά για προστασία που του προτείνει ο Ράτσετ : «Δεν μου αρέσει το πρόσωπο σας. Αρνούμαι». Εκπληκτικός ως Πουαρό ο Κατρανίδης κρατάει το μεγαλύτερο μέρος του έργου με την επαγγελματική διαστροφή που χαρακτηρίζει τον δαιμόνιο ήρωα του.
 
dandoylaki
 
Ακολούθως, η Ταμίλα Κουλίεβα με προφορά όπως την ήθελε ο χαρακτήρας που υποδύεται, δίνει τον καλύτερο της εαυτό. Ο Αντώνης Καφετζόπουλος σε ρόλο που του ταιριάζει απόλυτα, αποδίδει απόλυτα το προφίλ ενός κακοποιού. Η Όλγα Πολίτου, η πριγκίπησσα Ντραγκομίρωφ, αγέρωχη, ψύχραιμη, με ελιτίστικο στυλ, ενδύεται τον ρόλο της και μας αρέσει. Ο Τάσος Χαλκιάς πολύ καλός ως Μεσιέ Μπουκ. Κρατώ την ατάκα του: «Το Όριεντ Εξπρές είναι ένα ποίημα με ρόδες». Εν συνεχεία, η Κάτια Δανδουλάκη, ως Έλεν Χάμπαρντ ή για το έργο, Λίντα Άρντεν, σε μικρό αλλά καίριο ρόλο, γοητευτική σαν σταρ και εντυπωσιακή όσον αφορά την μεταμόρφωση της για τις ανάγκες του ρόλου, με κωμικές στιγμές κρύβει καλά το μυστικό της. Η Τάνια Τρύπη ως Μαίρη Ντέμπεναμ κάνει ένα μικρό πέρασμα, όπως και η Λένα Δροσάκη, η οποία σε στιγμές μοιάζει αμήχανη. Αξιοπρεπής στο ρόλο του, ο Λευτέρης Ζαμπετάκης ενώ ο Άγγελος Μπούρας έχει χτίσει μια ενδιαφέρουσα περσόνα
 
Η σκηνοθεσία του Αντώνη Καλογρίδη ήταν εμπνευσμένη σε σημεία. Αναφέρω χαρακτηριστικά την εξαιρετική σκηνή με τα μαχαίρια, ένα έξυπνο εύρημα. Εντούτοις, το έργο χάνει κάπως στην αγωνία που θεωρητικά διακατέχει το θεατή, όταν παρακολουθεί ένα αστυνομικό έργο. Λείπει η αγωνία για τη συνέχεια και η περιέργεια για τη λύση του εγκλήματος.
 
Συνολικά αποτιμώντας την παράσταση θα της έβαζα θετικό πρόσημο, αν και υπήρξαν στοιχεία που δεν με κάλυψαν απόλυτα.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη
 
Την Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια της έκθεσης που είναι αφιερωμένη στη ζωή και το έργο της μεγαλύτερης ίσως ιδιοφυίας όλων των εποχών Leonardo Da Vinci (1452-1519). Η έκθεση θα διαρκέσει έως το Μάρτιο του 2018 και αναμένεται να προκαλέσει το ενδιαφέρον όχι μόνο των ιταλιστών, αν κρίνω από την αθρόα προσέλευση θεατών την πρώτη κιόλας μέρα λειτουργίας της, αλλά ολόκληρης της Αθήνας.
 
Ο Leonardo γεννήθηκε στο Vinci της Τοσκάνης κοντά στην Φλωρεντία, όπως άλλωστε δηλώνει και το επίθετο του, από το Βίντσι και από μικρός έδειξε το ενδιαφέρον του για τη φύση. Παρατηρούσε και σχεδίαζε κάθε μορφή της. Στην εφηβεία του μετακομίζει στην Φλωρεντία της Αναγέννησης, όπου μαθητεύει δίπλα στον γνωστό ζωγράφο και γλύπτη της εποχής Βερόκιο. Σύντομα ανοίγει το δικό του εργαστήριο, αφού πρώτα έχει μπει στη Συντεχνία των ζωγράφων της Φλωρεντίας. Το 1482 εγκαταλείπει τη Φλωρεντία των Μεδίκων και μεταβαίνει στην αυλή του Λουντοβίκο Σφόρτσα, Δούκα του Μιλάνο. Εκεί διανύει την πιο σημαντική καλλιτεχνικά περίοδο του. Έργο αυτής της περιόδου ‘’ο Μυστικός Δείπνος’’ τον οποίο δούλευε για τρία χρόνια (1495-1498). Στη συνέχεια επιστρέφει στην Φλωρεντία όπου ξεκινά να δημιουργεί τη ‘’Μόνα Λίζα’’. Το 1506 τον βρίσκει εκ νέου στο Μιλάνο και ξεκινά τη δεύτερη ‘’Παναγία των Βράχων’’ και εμβαθύνει στη μελέτη της ανατομίας εξετάζοντας πτώματα. Καταλήγει στο Αμπουάζ της Γαλλίας τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην αυλή του βασιλιά Φραγκίσκου Α΄. Μαζί του είχε μεταφέρει και τη ‘’Μόνα Λίζα’’, η οποία κοσμεί το Λούβρο στο Παρίσι και γίνεται ετησίως το επίκεντρο της προσοχής δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων.
2727LEONARDO DA VINCI2727 PHOTO 1
 
Τι ήταν όμως τελικά ο Leonardo; Φίλος του Μακιαβέλλι και του Μποτιτσέλλι, ορκισμένος εχθρός του Μικελάντζελο. Ζωγράφος, γλύπτης, μηχανικός, εφευρέτης; Όλα αυτά μαζί;
 
Ήταν ένας οραματιστής πολύ μπροστά από την εποχή του και ο άνθρωπος που έθεσε τα θεμέλια πέντε αιώνες πριν για μελέτες στην ανατομία. Υπήρξε εκείνος που εξέτασε την πρόκληση της ανθρώπινης πτήσης, αναλύοντας τα μοτίβα πτήσης των πουλιών. Τα σχέδια του ήταν προάγγελοι των ανεμόπτερων, των ελικοπτέρων, των αεροπλάνων. Χάρτες, σχεδιασμός της ιδανικής πόλης, μηχανές νερού, μουσικά όργανα, σχεδιασμός κοστουμιών αποτελούν μέρος του έργου του.
 
Στην έκθεση στο Παλιό Αμαξοστάσιο παρουσιάζεται το έργο του συνολικά χωρισμένο σε τρία μέρη. Ιταλοί τεχνίτες δούλευαν δέκα χρόνια γι’ αυτή τη διαδραστική έκθεση που ταξιδεύοντας ήρθε στην Αθήνα.
 
200 εκθέματα, μία διαδραστική εμπειρία, αντίγραφα των μηχανικών του εφευρέσεων, των γλυπτών και των πινάκων του, ένα βίντεο για την ιστορία του ‘’Μυστικού Δείπνου’’ και μια αίθουσα ολόκληρη όπου μας αποκαλύπτονται τα μυστικά της ‘’Μόνα Λίζα’’ και της τεχνικής Sfumato που χρησιμοποίησε.
2727LEONARDO DA VINCI2727 PHOTO 5
 
Το ενδιαφέρον του κοινού τράβηξε ο Βιτρούβιος άνθρωπος, που έχει ταυτιστεί με το όνομα του Leonardo, η αναπαραγωγή των πινάκων του, αλλά και η αίθουσα με τους καθρέφτες, ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι που φωτογραφήθηκαν με την ‘’Μόνα Λίζα’’, μεταξύ αυτών και η γράφουσα. Εξάλλου, δεν αρνούμαι ότι μπήκα στη διαδικασία της εμπειρίας του δωματίου με τους Καθρέφτες. Διασκεδαστικό να βλέπεις την εικόνα σου βαθμιδόν να μικραίνει όσο απομακρύνονται οι καθρέφτες. Οι μικροί φίλοι γοητεύτηκαν από τις μηχανικές εφευρέσεις.
 
Μια πραγματικά εποικοδομητική εμπειρία που αξίζει να ζήσει κανείς.
 
Ο χώρος του Αμαξοστασίου μεταμορφώθηκε σε μουσείο. Πρόκειται για καλοστημένη έκθεση, με ενδιαφέρον πολιτιστικό, αλλά και ψυχαγωγικό.
 
Αξέχαστη εμπειρία για μικρούς και μεγάλους.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Η τάση της εποχής να διασκευάζονται λογοτεχνικά έργα, γραμμένα για να διαβαστούν και όχι να παρασταθούν σε σκηνή θεάτρου, μας έφερε στο θέατρο Altera Pars για να παρακολουθήσουμε την παράσταση «Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα», βασισμένο στο μονόπρακτο του Luigi Pirandello του 1923 «LUomo dal fiore in bocca». Ο Pirandello στην ώριμη περίοδο συγγραφής του και έχοντας περάσει τα πενήντα πέντε του χρόνια ήταν σε θέση να εκτιμά το πολύτιμο δώρο της ζωής και να γράψει αυτό το εξαιρετικό, κλασικό σήμερα κείμενο. Έναν ύμνο στη ζωή, η οποία κατά τη διασκευή του Τάσου Ιορδανίδη είναι: «εύθραυστη, πολύτιμη και απρόβλεπτη. Κάθε μέρα είναι ένα δώρο, όχι ένα κεκτημένο δικαίωμα».

Η αλήθεια είναι ότι το συγκεκριμένο έργο το έχουμε δει σε πολλές versions, η φετινή με πρωταγωνιστή τον πολύπλευρο ηθοποιό Άρη Λεμπεσόπουλο, (κατά τη γνώμη μου πάντα και χωρίς πρόθεση να θίξω τις προηγούμενες, άλλωστε δεν τις έχω δει όλες), είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες. Τίθεται μια φρέσκια ματιά σε ένα κλασικό κείμενο. Μονόλογος, αν και στο πρωτότυπο έχουμε τον άνθρωπο με το λουλούδι να συνδιαλέγεται με κάποιον φιλήσυχο πολίτη. Εδώ, μία μουσικός (Ευαγγελία Βελλή Κοσμά) ακούει αμίλητη τον άνθρωπο με το λουλούδι στο στόμα να της μιλά για τη μουσική, τα χρήματα, τις γυναίκες, τον έρωτα, το θάνατο, ενώ παίζει ακορντεόν στη σκηνή και ξεσηκώνει τη διάθεση του ήρωα και των θεατών, δίνοντας έμφαση στην αξία της μουσικής.

Ο Pirandello είχε δηλώσει: «Είμαι φασίστας γιατί είμαι Ιταλός». Ο Μουσολίνι τον θαύμαζε και ο ίδιος δύο χρόνια μετά τη συγγραφή του εν λόγω έργου, το 1925, συνυπογράφει το Μανιφέστο των φασιστών του Μαρινέττι. Στο έργο ακούγεται το μεταγενέστερο αντι φασιστικό τραγούδι Bella Ciao, μεταξύ άλλων το Tiri Tomba, ο Σουλτάνος της Βαβυλώνας του Branduardi και άλλα που αν και δεν είναι στο ύφος του Pirandello δεν ενοχλούν, αντιθέτως.

Το σκηνικό αποτελείται από ζωγραφιές παιδιών. Τα παιδιά βάζουν χρώμα στη γκρίζα ζωή μας, γιατί ευτυχώς τα βλέπουν όλα ροζ.

Ο Άρης Λεμπεσόπουλος, ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα μπαίνει στη σκηνή σα σίφουνας με ένα ποδήλατο που σέρνει κόκκινα μπαλόνια. Χειροκροτεί μαγεμένος από τη μουσική του ακορντεόν. Χορεύει, τραγουδάει, οργώνει τη σκηνή και ξαφνικά καλύπτεται από μια αδιόρατη θλίψη. Θάνατος. Αρρώστια. Συναντήθηκε με το θάνατο του χάρισε στο στόμα το «γλυκό» επιθηλίωμα και του έδωσε ραντεβού σε έξι μήνες. Σε αυτό το διάστημα πρέπει να ζήσει. Γραπώνεται από τις ζωές των άλλων, συνομιλεί με αγνώστους και εύχεται «να έχω άλλη μια χρονιά γενέθλια, να ζήσω άλλη μια χρονιά Χριστούγεννα με τη γυναίκα μου». Ο Λεμπεσόπουλος είναι ένας ηθοποιός με χίλια πρόσωπα. Σε κάθε του δουλειά μας δείχνει ένα από αυτά. Στο συγκεκριμένο έργο πολλά παραπάνω. Απογειώνει το κείμενο, συγκινεί με την δυνατή ερμηνεία του και κάνει το θεατή να σκέφτεται την παράσταση και μετά το πέρας της.

Το αισιόδοξο μήνυμα δημιουργεί την κάθαρση και οι ήχοι του ακορντεόν μια ευφορία. Η σκηνοθεσία του Τάσου Ιορδανίδη, ο οποίος επιμελήθηκε τα σκηνικά, τα κοστούμια, τη διασκευή του έργου, φωτίζει το κείμενο του Pirandello, ενώ η παρουσία της μουσικού της προσδίδει ατμόσφαιρα και συγκίνηση.

 Διαβάστε ακόμη:Αφιέρωμα Στον Λουίτζι Πιραντέλο: Πόσα Έργα Του Ανεβαίνουν Αυτή Τη Σεζόν;

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

«Αυτή η γυναίκα είναι σα να έχει συνδεθεί με ένα καλώδιο που διαπερνά όλο τον πλανήτη. Κι αν οι παράλυτοι είμαστε εμείς;»

9-10 Νοεμβρίου 1938. Ακριβώς 80 χρόνια πριν, μέλη των Ταγμάτων Εφόδου και της Χιτλερικής Νεολαίας εξαπέλυσαν μια σειρά πογκρόμ κατά των Εβραίων της Γερμανίας. Έκαναν θρύψαλα περίπου 7500 βιτρίνες επιχειρήσεων εβραϊκής ιδιοκτησίας, λεηλάτησαν σπίτια και κοιμητήρια τους, ενώ τους εξανάγκασαν σε δημόσιο εξευτελισμό, να καθαρίζουν τα πεζοδρόμια με οδοντόβουρτσες. Σπασμένα τζάμια κάλυψαν τα πεζοδρόμια και έδωσαν στη νύχτα ορόσημο το όνομα «Kristallnacht», «Νύχτα των Κρυστάλλων ή Νύχτα των σπασμένων τζαμιών». Ίσως από τα πιο σημαντικά γεγονότα αντισημιτικής πολιτικής που σηματοδότησαν την μαζική έξοδο των Εβραίων από την Γερμανία από εκείνη την ημέρα και μέσα σε διάστημα λίγων μηνών.

Αφορμή για τις βεβηλώσεις στάθηκε η δολοφονία του Ερνστ Φον Ρατ, αξιωματούχου της Γερμανικής Πρεσβείας στο Παρίσι. Ο Έρσελ Γκρίνσπαν, ένας δεκαεπτάχρονος Πολωνοεβραίος είχε πυροβολήσει τον διπλωμάτη δύο μέρες πριν. Η Kristallnacht ήταν η απάντηση στη δολοφονία αυτή. Από την άλλη μεριά όμως, του Γκρίνσπαν ήταν η απάντηση στην απέλαση των γονιών του από την Γερμανία στα πλαίσια του διωγμού από το Ράιχ χιλιάδων Εβραίων με πολωνική υπηκοότητα.

Ο Μίλλερ πολωνοεβραϊκής καταγωγής και ο ίδιος δεν έμεινε ανεπηρέαστος από το γεγονός και το κατέγραψε σε ένα αλληγορικό έργο, κατά την άποψη μου πάντα, στην πιο ώριμη περίοδο της συγγραφικής του πορείας στο «Σπασμένο Γυαλί» (1995).

Το εν λόγω έργο δεν είναι σαν το « Ήταν όλοι τους παιδιά μου» ή σαν τον «Θάνατο του Εμποράκου», θεματικά τουλάχιστον, αλλά παραμένει ένα βαθιά αυτοβιογραφικό έργο όπου μέσα του καταγράφονται εκτός από την κριτική του αμερικανικού ονείρου και τον απόηχο της οικονομικής καταστροφής των γονιών του που τους οδήγησε στο Μπρούκλιν μετά το Κραχ του ’29, (τόπος που εκτυλίσσεται και το έργο) και ένας τουλάχιστον προβληματικός γάμος, πιθανότατα δικός του, αυτός με την εξαρτημένη από ουσίες Μέριλιν Μονρόε.

Ο Μίλλερ είχε ακούσει για μια γυναίκα που τότε παρέλυσε ξαφνικά, της οποίας ο σύζυγος συνεχώς φορούσε μαύρα σα να πενθούσε για τη ζωή του. Αυτή την εικόνα την κράτησε και χρόνια μετά αποτέλεσε έμπνευση για «Το Σπασμένο Γυαλί».

Το έργο πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα την ίδια χρονιά της συγγραφής του, το 1995 από το Θέατρο των Εξαρχείων σε σκηνοθεσία Τάκη Βουτέρη. Φέτος έχουμε τη χαρά να το δούμε στο Θέατρο Πόλη σε σκηνοθεσία Άσπας Καλλιάνη, η οποία τα τελευταία δύο χρόνια μπήκε δυναμικά στο παιχνίδι της σκηνοθεσίας και κατάφερε οι παραστάσεις της να συζητιούνται. Πέρυσι με το «Ξεχωριστή Μέρα» του Έττορε Σκόλα και λίγο πριν από αυτό, το έργο «Ο συγγραφέας σου πέθανε», το οποίο και συνέγραψε.

Βρισκόμαστε στο σπίτι των Φίλιπ και Σύλβια Γκέλμπεργκ στο Μπρούκλιν του 1938. Πρόκειται για ένα ζευγάρι Εβραίων που ετοιμάζεται να πάει κινηματογράφο. Η Σύλβια επηρεασμένη από τις εφημερίδες που περιγράφουν τα γεγονότα της Kristallnacht, ενώ κατεβαίνει τις σκάλες γκρεμίζεται και παραλύει από τη μέση και κάτω. Η παράλυση της δεν αποδίδεται σε παθολογικά αίτια και η διάγνωση του γιατρού Χάιμαν φωτογραφίζει ψυχοσωματικά προβλήματα. Μιλά για υστερική παράλυση (από το υστερία-γαλλ. Hysteria- υστέρα=μήτρα, από το ύστερος δηλαδή τελευταίος), που οφείλεται συνήθως σε σεξουαλική δυσλειτουργία.

 

Αν και δεν είναι ψυχίατρος, αλλά ένας Εβραίος γιατρός σπουδαγμένος στη Γερμανία, αναλαμβάνει να ξετυλίξει το κουβάρι του μυστηρίου που καλύπτει την ασθένεια της και να τη βοηθήσει να σταθεί στα πόδια της κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μεταξύ τους υπάρχει μια έλξη « Έχω να νιώσω έτσι για γυναίκα πολλά χρόνια» της λέει ο Χάρρυ, ενώ εκείνη «Μόνο εσένα θέλω», «θα με πας στην προβλήτα σου;» και το δέσιμο τους είναι αναπόφευκτο. Αυτό προκαλεί συγκρούσεις στον ήδη προβληματικό γάμο της Σύλβιας, αλλά και στον δικό του, που σύμφωνα με τα λεγόμενα της συζύγου του Μάργκαρετ φαίνεται να έχει επίσης προβλήματα. Υπάρχουν εδώ δύο αρχέτυπα. Αυτό του άνδρα με τη φήμη του καρδιοκατακτητή και εκείνο του άνδρα που δυσανασχετεί και αισθάνεται απειλή και ανασφάλεια. Φίλιπ : «Δεν είμαι και ο Ροδόλφο Βαλεντίνο». Χάρρυ : «Ίσως ούτε ο Ροδόλφο Βαλεντίνο να ήταν», υπαινισσόμενος το ότι η φήμη του μπορεί και να μην του ταίριαζε απόλυτα. Το πέμπτο πρόσωπο της ιστορίας είναι η Χάριετ η αδερφή της Σύλβιας που στοιχειοθετεί την εικόνα ενός υποταγμένου αδύναμου πλάσματος, φοβικού και λίγο φυγόπονου και αφελούς.

Σε όλους τους χαρακτήρες του έργου γίνεται ψυχογράφημα από τον συγγραφέα. Οι θεατές έρχονται αντιμέτωποι καθ ‘ όλη τη διάρκεια με αλήθειες που «παραλύουν» τον καθένα ξεχωριστά και για ξεχωριστούς λόγους. Οι θεατές βρίσκουν κάτι από τον εαυτό τους, το γάμο τους, τις αρρωστημένες διαπροσωπικές σχέσεις τους, πλεγμένες με συμφέρον και φόβο. Γιατί αλήθεια αν το σκεφτεί κανείς, ο φόβος και το κοινό συμφέρον είναι που ενώνει εμάς τους ανθρώπους.

Παρατηρούμε εξάλλου επιρροές του Μίλλερ από το έργο του Σβέβο και του Πιραντέλλο στο έργο για το ποιος είναι τελικά ο άρρωστος, αυτός που ασθενεί ή εκείνος που αφουγκράζεται το τι συμβαίνει; «Αυτή η γυναίκα είναι σα να έχει συνδεθεί με ένα καλώδιο που διαπερνά όλο τον πλανήτη. Κι αν οι παράλυτοι είμαστε εμείς;» ή «Είμαστε άρρωστοι και δεν μπορούμε να δούμε το κακό που γίνεται;» διερωτάται ο Χάρρυ απευθυνόμενος στην Μάργκαρετ. Ενώ από την άλλη η Σύλβια μιλώντας στον Χάρρυ: «Όποιος είναι διαφορετικός τον κλείνουν σε κάποιο τρελάδικο. Όποιο κτίριο είναι διαφορετικό το γκρεμίζουν». «Ας κλείσουμε λοιπόν στο τρελάδικο όποιον βλέπει τον κόσμο του να γκρεμίζεται». Όλοι με εξαίρεση το γιατρό την θεωρούν τρελή. «Μα να πιστεύει πως θα κυριαρχήσουν λίγοι φανατικοί;», λέει η Μάργκαρετ.

Η παράσταση στο Πόλη καταφέρνει να δονήσει τα συναισθήματα μας κλιμακωτά. Χαρακτηριστικό του Μίλλερ. Πρώτα περιγράφει την ιστορία και στη συνέχεια κορυφώνει την πλοκή. Τι μπορεί να πει κανείς για την ευαίσθητη και ρεαλιστική θεατρική απόδοση του έργου από την Άσπα Καλλιάνη και το λειτουργικό σκηνικό του έμπειρου Μανόλη Παντελιδάκη. Κοστούμια επιλεγμένα με γνώμονα τις ανάγκες του έργου από την Ντένη Βαχλιώτη. Υπέροχο το κοστούμι ιππασίας και οι ταμπά μπότες του κύριου Βούρου-Χάρρυ, καθώς και το μαύρο κοστούμι του κύριου Γεωργάκη-Φίλιπ. Στο σύνολο τους προσεγμένα τα φορέματα, αν και φαντάζει κάπως υπερβολικό το κόκκινο φόρεμα της Σύλβιας- Βλαντή στο τέλος.

Η σκηνοθεσία δημιούργησε μια ατμοσφαιρική παράσταση. Ήχοι σπασμένων γυαλιών, ένα πανί σα θέατρο σκιών φωτίζει τους φόβους των πρωταγωνιστών. Στην αρχή τους φόβους της Σύλβιας, βλέπουμε σκιές εβραίων γονατισμένων στα τέσσερα να καθαρίζουν τους δρόμους και στη συνέχεια τον φόβο του Φίλιπ για το αφεντικό του τον κύριο Κέις. Εξαιρετική η σκηνή με την κούνια και το εύρημα με το ελάφι που παγώνει μπροστά στον κίνδυνο. Το ελάφι αλληγορικά είναι η Σύλβια που παγώνει τα πάντα μέσα της για να μην πονά, ώσπου στο τέλος δεν αισθάνεται ούτε το σώμα της, ενώ η συγκεκριμένη σκηνή χαρίζει μια από τις ωραιότερες ερμηνευτικά στιγμές του έργου στον Γιάννη Βούρο που μεταμορφώνεται σ’ ελάφι για χάρη της Σύλβιας.

 

4 photography

Ο Γιάννης Βούρος στον απαιτητικό ρόλο του γιατρού Χάρρυ Χάιμαν μας χαρίζει μια δυνατή ερμηνεία. Στο δεύτερο μέρος όπου κορυφώνεται η πλοκή δίνει ακόμα ένα διαπίστευμα για το εύρος του ταλέντου και της ποιότητας του.

Η Παναγιώτα Βλαντή αναλαμβάνει τον ρόλο της παράλυτης Σύλβιας, έχει στο βλέμμα της μια αδιόρατη θλίψη και μια δύναμη που σε αγγίζει συναισθηματικά. Φαντάζομαι, πως για την ίδια ο συγκεκριμένος ρόλος είναι πρόκληση και όπως η Σύλβια βγαίνει νικήτρια από την ασθένεια της, έτσι και η ίδια η Βλαντή ισορροπώντας σε ένα λεπτό νήμα βγαίνει υποκριτικά άψογη.

Ο Νίκος Γεωργάκης καλείται να παίξει το ρόλο του Φίλιπ. Ο Φίλιπ είναι ένας αδύναμος χαρακτήρας, ανασφαλής που αρνείται να συμβιβαστεί με το γεγονός ότι είναι Εβραίος. Η σχέση του με τη θρησκεία είναι σα σπασμένο γυαλί. Κομπάζει στον Χάρρυ ότι διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους Εβραίους, ότι είναι ο μόνος Εβραίος υπάλληλος της Brooklyn Quarantee, αλλά και στη Σύλβια για το γιό τους που είναι ο πρώτος Εβραίος λοχαγός στον Αμερικανικό στρατό. Για τον κύριο Κέις είναι ένας υποταγμένος υπάλληλος και στο υποσυνείδητο της Σύλβιας είναι ο Χίτλερ που διαλύει την ίδια. Διφορούμενη λοιπόν προσωπικότητα ο Φίλιπ. Λεπτές οι γραμμές που χωρίζουν τον ευάλωτο και ανασφαλή από τον σκληρό και βίαιο χαρακτήρα του. Πείθει ο Γεωργάκης, όταν σαν μικρό τρομαγμένο παιδί καθισμένο μπροστά στον Χάρρυ να εξομολογείται το πρόβλημα του και μας βεβαιώνει για την καλή ερμηνεία του στο τέλος της σύγκρουσης μεταξύ των ηρώων.Αν και το πρωταγωνιστικό δίδυμο είναι οι Σύλβια- Χάρρυ, ο Φίλιπ είναι ρόλος κλειδί.

Η Δήμητρα Σιγάλα ως Χάριετ χαρίζει στην ηρωίδα της μια πινελιά πονηρής αθωότητας.Υποδύεται την αδερφή της Σύλβιας και αποτελεί ένα κρίκο από την αλυσίδα που κρατούσε τη Σύλβια δέσμια σε ένα γάμο που δεν της ταίριαζε. Κατευνάζει τις συγκρούσεις, κουκουλώνει τα προβλήματα, εθελοτυφλεί για το συμφέρον της θυσιάζοντας την αδερφή της. Ξαφνιάζεται για την παράλυση «την καημένη την αδερφή μου».

Η Κάτια Γκουλιώνη στο ρόλο της συζύγου του Χάιμαν, Μάργκαρετ χαρίζει τις απαραίτητες κωμικές νότες στην παράσταση, χωρίς όμως να χάνει και τα χαρακτηριστικά της συνειδητοποιημένης συζύγου και ισχυρής προσωπικότητας. Στο τέλος κάνοντας έναν απολογισμό λέει : «Παίζουμε όσο καλύτερα μπορούμε με ότι φύλλο μας δόθηκε».

Οι φωτισμοί του Βασίλη Κλωτσοτήρα και η μουσική επιμέλεια του Κωστή Κόντου στολίζουν την παράσταση και της προσδίδουν ατμοσφαιρικότητα.

Θα κλείσω με μια φράση της Σύλβιας : «Γκρεμίζεται το έδαφος. Χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου. Μας γκρεμίζουν. Γκρεμίζουν έναν ολόκληρο πολιτισμό»

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Ο Άρθουρ Σνίτσλερ (Βιέννη, 1862- 1931) είναι θεατρικός συγγραφέας εβραïκής καταγωγής. Παρά τις σπουδές του στην Ιατρική ασχολήθηκε από νωρίς με τη συγγραφή. Γνωστός έγινε με τον «Ανατόλ» (1893), ενώ έργα του έχουν μεταφερθεί και στον κινηματογράφο, όπως η «Ονειρεμένη Ιστορία» του 1926, την οποία ο Στάνλεï Κιούμπρικ μετέφερε στον κινηματογράφο το 1999 με τον τίτλο «Μάτια Ερμητικά Κλειστά». Όπως ο ίδιος συνήθιζε να λέει: «Γράφω για τον έρωτα και τον θάνατο. Υπάρχουν μήπως άλλα θέματα;». Πράγματι αυτή είναι η θεματολογία του. Έρωτας και θάνατος. Ο Σνίτσλερ έζησε μια ταραγμένη προσωπική ζωή με ερωτικές σχέσεις θυελλώδεις, ενώ διατηρούσε ημερολόγιο με τις ερωτικές του συνευρέσεις, γεγονός που τον οδήγησε στα δικαστήρια. Κάπως έτσι ξεκινά ο «Ανατόλ» στο θέατρο Αλκμήνη.

Ο Μαξ, τον οποίο ενσαρκώνει ο Πέρης Μιχαηλίδης είναι ο αντικατοπτρισμός του συγγραφέα και καλείται στο δικαστήριο να απολογηθεί. Με στωικότητα, ειρωνεία και σαρκασμό απαντά : «Και η μουσική μιμείται το ρυθμό της συνουσίας. Δικάστε τότε και τους μουσικούς». Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας ο Ανατόλ. Αρχέτυπο του θρυλικού ελευθεριάζοντος ήρωα «Δον Ζουάν» του Ισπανού δραματουργού Τίρσο δε Μολίνα καθώς και του Βενετσιάνου αιώνιου γυναικοκατακτητή Τζιάκομο Καζανόβα του 18ου αιώνα, ο οποίος υποδυόταν ρόλους ζωής και λειτουργούσε σαν σκοτεινό αντικείμενο πόθου των γυναικών. Ο Ανατόλ είναι ένας άντρας με πάθη που αφήνεται να ερωτευτεί ξανά και ξανά γυναίκες διαφορετικής ηλικίας, καταγωγής, κοινωνικής και οικονομικής επιφάνειας. Πολυσυλλεκτικός, με συναισθηματική ασυνέπεια και ανασφάλεια, διακατέχεται κάθε φορά από ένα νέο πάθος.

Το έργο του Άρθουρ Σνίτσλερ έχει παρασταθεί ξανά στην Αθήνα το 1987 στο Θέατρο Διονύσια, όπου τον ρόλο του Ανατόλ κρατούσε ο jeune premier Γρηγόρης Βαλτινός, (τον οποίο πραγματικά θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά) ενώ τις επτά γυναίκες αντικείμενα πόθου του, η Κάτια Δανδουλάκη. Μαξ ήταν ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ και η σκηνοθεσία ήταν του Ζυλ Ντασέν.

Φέτος ο «Ανατόλ», που αδιαμφισβήτητα είναι πολύ ενδιαφέρουσα φιγούρα, ενέπνευσε τον έμπειρο σκηνοθέτη και ηθοποιό Γιάννη Βούρο, ο οποίος έχοντας στα χέρια του τον κατασταλαγμένο ερμηνευτικά Πέρη Μιχαηλίδη, τον ανερχόμενο και πολλά υποσχόμενο νέο ηθοποιό Λευτέρη Βασιλάκη και την Τζούλη Σούμα, που υποδύθηκε με τόσο πάθος επτά ηρωίδες, δημιούργησε μια παράσταση που αφήνει στον θεατή φεύγοντας μια γλυκόπικρη αίσθηση και έναν προβληματισμό.

Πιο συγκεκριμένα, η σκηνοθετική επιλογή να δικάζεται στην αρχή ο Μαξ και να ακούγεται η φωνή του δικαστή-σκηνοθέτη εγκλιματίζει το θεατή με την πραγματικότητα του έργου και τον εντάσσει στην κοσμοθεωρία του συγγραφέα. Επιπλέον οι εναλλαγές των γυναικών του Ανατόλ, το σκηνικό έγιναν με τρόπο φυσικό, ώστε να αντιληφθεί εύκολα ο θεατής ότι προκειται για άλλη χρονική στιγμή, άλλο πρόσωπο, άλλα συναισθήματα. Παρακολουθήσαμε μια ατμοσφαιρική παράσταση, ντυμένη με μουσικές του Στράους, καλοστημένη, με φρέσκια ματιά.

Οι φωτισμοί (Γιώργος Φρέντζος) στόλισαν την παράσταση και απαιτούσαν μια επιπλέον προσοχή λόγω των εναλλαγών, στη μουσική επιμέλεια (Γιώργος Τσιρίκος) αναφέρθηκα ήδη. Ο σκηνικός χώρος έδενε με την κάθε ιστορία απόλυτα, αξιόλογη προσπάθεια και σε αυτό το κομμάτι από τον σκηνοθέτη Γιάννη Βούρο.

Η μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη δίνει στους διαλόγους μια φυσικότητα και μια αλήθεια.

Τρεις ηθοποιοί, επτά ιστορίες και εννιά ρόλοι σε μια παράσταση.

Πέρης Μιχαηλίδης (Μαξ), απολαυστικός σε μεγάλα κέφια, με σαρκασμό, χιούμορ, ειρωνεία γίνεται ο απόλυτος παρατηρητής των πρωταγωνιστών και αποτελεί το συνδετικό κρίκο μεταξύ των ηρώων. Ερμηνεύει ένα Μαξ κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του. Φέτος είναι η χρονιά του.

O Λευτέρης Βασιλάκης (Ανατόλ),μας παρασέρνει στον ζηλόφθονο ερωτευμένο με την Κόρα και μετά με την Έμιλυ που της ζητά παραμονή του γάμου τους να πετάξει τα δώρα των προηγούμενων, μας θυμώνει όταν παρατά Παραμονή Χριστουγέννων την παντρεμένη με άλλον και ερωτευμένη μαζί του Γκαμπριέλα, μας δαιμονίζει όταν η Μπίμπι που την θεωρούσε αιώνια ερωτευμένη μαζί του δεν τον θυμάται, αισθανόμαστε δικαίωση σαν γυναίκες όταν η Άννι του την φέρνει και τον εγκαταλείπει. Με λίγα λόγια δεν μας αφήνει αδιάφορους, μας απασχολεί με την ερμηνεία του.

Αφήνω τελευταία την Τζούλη Σούμα (επτά γυναίκες ερωτικά αντικείμενα στο παιχνίδι του Ανατόλ) η οποία παίρνει πάνω της ένα θεατρικό ρίσκο και κλέβει τις εντυπώσεις από την αρχή μέχρι το τέλος. Αλλάζει μορφή, ψυχοσύνθεση, συναισθήματα από την μια στιγμή στην άλλη και μεταμορφώνεται σε μικρή και ερωτευμένη Κόρα, σε κυρία του καλού κόσμου- Γκαμπριέλα, που αγάπησε αλλά δεν διεκδίκησε, σε «ξεχασιάρα» Μπίμπι, σε πονηρή γυναίκα Έμιλυ, σε καμπαρετζού Άννυ, σε απελπισμένη Έλσα και στη γυναίκα βδέλλα- Ιλόνα, με τεράστια ευκολία, αφοσοίωση και ταλέντο. Δοκίμασα μια ευχάριστη θεατρική έκπληξη.

Πρόκειται για μια παράσταση καλοδουλεμένη από όλους τους συντελεστές που βγάζει προς τα έξω την απάτη, τη ζήλια τα πάθη, τα τεχνάσματα που επιφέρει ο έρωτας. Βασικό στοιχείο δημιουργίας.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ σημάδεψε τον 19ο και τον 20ο αιώνα με το ανατρεπτικό και σπινθηροβόλο πνεύμα του και θεωρείται σήμερα κλασικός δημιουργός. Έργα του το αριστουργηματικό μυθιστόρημα «Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ» του 1890, «Η σημασία να είναι κανείς σοβαρός» (The importance of being Earnest), μια χαρακτηριστική αγγλική κωμωδία ηθών του 1895, το «De Profundis», μια επιστολή ογδόντα σελίδων που έγραψε το 1897 ενώ βρισκόταν στη φυλακή, με την οποία απευθύνεται στον εραστή του Άλφρεντ Ντάγκλας και πολλά άλλα έργα. Μετά την αποφυλάκιση του πήγε στο Παρίσι όπου έζησε ως το θάνατο του στα 46 του χρόνια, άρρωστος και άπορος.

Στο Θέατρο Αλκμήνη τα τελευταία χρόνια έχουμε παρακολουθήσει αρκετά ενδιαφέρουσες παραστάσεις. Φέτος μεταξύ άλλων ανεβαίνει «Η σημασία να είναι κανείς ειλικρινής», όπως αποδόθηκε ο τίτλος του έργου του Ουάιλντ από τη μεταφράστρια και σκηνοθέτιδα του έργου Όλγα Τζωρτζ. Η αλλαγή του σοβαρός των προηγούμενων αποδόσεων με το ειλικρινής έχει να κάνει με τις λεπτές αποχρώσεις του όρου του πρωτοτύπου Earnest. Η λέξη earnestness ενέχει τις έννοιες σοβαρότητα και ειλικρίνεια, οι σχέσεις των ανθρώπων όμως για να είναι αληθινές βασίζονται κατά κύριο λόγο στην ειλικρίνεια που προϋποθέτει ασφαλώς σοβαρότητα. Το έργο γράφτηκε στο απώγειο της καλλιτεχνικής ωριμότητας του συγγραφέα και στόχο είχε να στηλιτεύσει την κοινωνία της βικτωριανής Αγγλίας. Όντας ο ίδιος στο περιθώριο αυτής, θέλησε να την αποκωδικοποιήσει αποτυπώνοντας τη στα έργα του με κριτικό βλέμμα. Οι πρωταγωνιστές είναι καλλιεργημένοι τύποι της καλής κοινωνίας χωρίς συγκεκριμένη απασχόληση, ενώ οι νεαρές που διεκδικούν για ταίρι τους, φαίνονται αλλά δεν είναι αθώες. Πρόκειται για το τελευταίο θεατρικό του Ιρλανδού συγγραφέα που του χαρίζει θεατρική υπόσταση παγκοσμίου φήμης. Υπάρχει το σύνηθες για τα έργα του μοτίβο των δύο πρωταγωνιστών που διατηρούν δύο διαφορετικές περσόνες ο καθένας προκειμένου να ξεγλιστρούν από τα αυστηρά πλαίσια των κοινωνικών υποχρεώσεων που τους επιβάλλει ο περίγυρος τους. Κανείς δεν ειλικρινής απέναντι στον άλλο, αντιθέτως όλοι καλύπτονται πίσω από ψέματα και βγάζουν προς τα έξω εγωιστική συμπεριφορά, φιλαρέσκεια και υποκρισία. Ο Τζακ Ουόρδινγκ διατηρεί άλλο όνομα στην εξοχή και υιοθετεί το όνομα Έρνεστ στην πόλη. Ενώ ο δεύτερος πρωταγωνιστής Άρτσι Μοκρίφ, για να ζει όπως επιθυμεί, άσωτα, ‘’μπαμπουρίζει’’,επικαλείται δηλαδή τον αόρατο φίλο ‘’Μπάμπουρι’’, ο οποίος όποτε τον χρειάζεται τον βγάζει από τη δύσκολη θέση. Σε μια κωμωδία παρεξηγήσεων και συμπτώσεων κερδισμένος βγαίνει ο θεατής.

 

Εν προκειμένω, ο Άρτσι, Γιάννης Δαμάλας στο ρόλο του γοητευτικού τυχοδιώκτη Άλγκερνον άλλοτε πείθει και άλλοτε μοιάζει αμήχανος. Κρατάμε από την ερμηνεία του την ατάκα «Ετοίμασε μου τα πράγματα μου, πάω να μπαμπουρίσω». Ο Έρνεστ ή Τζακ, Γιώργος Στυλ επιδέξια κράτησε το ρόλο πλούσιου αστού με αμφίβολη καταγωγή, ενώ εξαιρετικό ήταν το πέρασμα της Ιωάννας Μαρίας Μπατή, ως Λαίδη Μπράκνελ ή Θεία Αυγούστα, όπως την αποκαλεί ο Άρτσι. Απευθυνόμενη στην κόρη της Γκουέντολιν λέει «Δεν αρραβωνιάστηκες κανέναν. Ο αρραβώνας ενός κοριτσιού πρέπει να είναι ευχάριστη ή δυσάρεστη έκπληξη από τους γονείς της». Ενδιαφέρουσα ερμηνεία απολαύσαμε από την Βίκυ Μιχαλοπούλου στο ρόλο της αθώας προστατευόμενης του Τζακ, Σέσιλι. Δροσερή και χαριτωμένη είχε όλα τα στοιχεία της αιθέριας ύπαρξης που σκιαγράφησε ο συγγραφέας. Η ατίθαση και φιλελεύθερη Γκουέντολιν, κόρη της Λαίδης Μπράκνελ , ρόλος που τον ερμηνεύει η Εύα Ζουμπουνέλλη ήταν επίσης αρκετά καλή. Ως ατάκα της κρατήσαμε «Πάντα ήθελα να αγαπήσω κάποιον με το όνομα Έρνεστ. Εμπνέει εμπιστοσύνη. Θείο όνομα, παράγει παλμικές δονήσεις».

Οι υπόλοιποι ηθοποιοί Ελεάννα Χρυσανθοπούλου ως παιδαγωγός Μις Πρισμ, Θάνος Κρομμύδας ως εφημέριος και Φοίβος Παπακώστας, ως Μπάτλερ κινήθηκαν σε αξιοπρεπή επίπεδα. Η σκηνοθεσία της Όλγας Τζωρτζ προσθέτει μια ατμοσφαιρικότητα στο έργο με τις μουσικές, που παίζει ζωντανά στο πιάνο η Κατερίνα Δεληγιαννίδου.

Πέρασαν ευχάριστα δύο ώρες με μια παρέα νέων ηθοποιών που έπαιξε με κέφι και μπρίο! Θα γελάσετε σίγουρα! Η παράσταση είναι ιδανική και για μικρότερους θεατές και παίζεται κάθε Σάββατο στις 19:00 στο θέατρο Αλκμήνη.

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Ο Hugo Claus (1928-2008) είναι ίσως ο πιο διάσημος φλαμανδός συγγραφέας. Γεννήθηκε στην πόλη Bruges του Βελγίου και για ένα διάστημα έζησε στο Παρίσι. Τότε ήταν που επηρεάστηκε από το σουρεαλισμό. Αρεσκόταν να προκαλεί με τη ζωή και το έργο του, καθώς και να ασκεί δριμύτατη κριτική στην Καθολική Εκκλησία. Το 1997 φλέρταρε με το Νόμπελ λογοτεχνίας, το οποίο τελικά δεν πήρε ποτέ, ενώ απέσπασε πληθώρα άλλων βραβείων. Όταν διαγνώστηκε με τη νόσο Αλτσχάιμερ, πήρε την απόφαση στα 78 του χρόνια να δώσει τέλος στη ζωή του με ευθανασία και να προκαλέσει για τελευταία φορά την κοινή γνώμη.

Το έργο του «Ο Ζιλ και η νύχτα» ( «Gilles en de nacht»- «Gilles et la nuit») γράφτηκε το 1988. Πρόκειται για την απολογία του Ζιλ ντε Ρε (Gilles de Rais), στρατάρχη της Γαλλίας, συμπολεμιστή της Ιωάννας της Λωραίνης, ενώπιον του εκκλησιαστικού δικαστηρίου της Ιεράς Εξέτασης της Νάντης το 1440, όπου κλήθηκε να απολογηθεί για τα εγκλήματα που είχε διαπράξει.

Το ιστορικό πρόσωπο Ζιλ ντε Ρε δεν είναι απλά άλλος ένας εγκληματίας με εγκλήματα σοκαριστικά και αποτρόπαια, αλλά πρόκειται για ένα ανθρώπινο τέρας που τελικά καταδικάστηκε με απαγχονισμό και καταδίκη στην πυρά. Ένας κατά συρροή δολοφόνος παιδιών, ένας αμετανόητος σοδομιστής , επιπλέον αιρετικός και με συμμετοχή σε μαύρη μαγεία.

Τα πρακτικά αυτής της δίκης έχουν διασωθεί εξ ολοκλήρου και όσο σκληρή κι αν φαίνεται η απολογία του Ζιλ είναι αληθινή και δεν προκύπτει από τη φαντασία του Hugo Claus. Φυσικά μια τέτοια ακραία προσωπικότητα όπως αυτή του Ζιλ ντε Ρε, δεν μπορούσε παρά να εξιτάρει δραματουργικά τον Claus, ο οποίος έγραψε το εν λόγω έργο αντλώντας πληροφορίες από το βιβλίο του Georges Bataille του 1965, όπου εκτός από το κείμενο υπάρχουν και οι καταθέσεις μαρτύρων της δίκης συν μια εισαγωγή του ίδιου του συγγραφέα.

Η παράσταση στο θέατρο Σημείο με τον Νίκο Χατζηπαπά σε ρόλο πρωταγωνιστή και σκηνοθέτη του έργου του Claus «Ο Ζιλ και η νύχτα» αφήνει τις καλύτερες εντυπώσεις.

Ο ηθοποιός επιχειρεί δυόμισι ώρες επί σκηνής έναν υποκριτικό άθλο. Ένα απίστευτο εγχείρημα που αφήνει το θεατή ανήμπορο να αντιδράσει. Σε συνεπαίρνει απόλυτα. Ο Νίκος Χατζηπαπάς δεν υποκρίνεται, μετουσιώνεται σε Ζιλ ντε Ρε και δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που σπάνια έχουμε τη χαρά να βιώσουμε. Πρόκειται για μια θεατρική εμπειρία που όσοι τη βίωσαν δε θα την ξεχάσουν εύκολα. Πάνω στη σκηνή βλέπουμε έναν ηθοποιό που συντρίβεται, περνά από διάφορα στάδια ωμότητας, τρέλας, ευαισθησίας, δονεί με τη φωνή του «Επίσκοπε της Νάντης καταδίκασε με» και μας πείθει ακόμα κι αν ξέρουμε την ενοχή του ήρωα του εκ των προτέρων ότι είναι αθώος. «Καμμιά απ’ τις κατηγορίες δε στέκει. Είμαι καλός Χριστιανός», αλλά και όταν προκαλεί με τα λόγια του αποκαλώντας το βασιλιά «βασιλικό κοράκι» ή «χεσμένο από το φόβο βασιλίσκο». Φαίνεται τρελός και την αμέσως επόμενη στιγμή φαντάζει φυσιολογικός άνθρωπος που θρηνεί για την Ιωάννα της Λωραίνης. Είναι μια συγκλονιστική απολογία, ένα ιστορικό ντοκουμέντο που παίρνει σάρκα και οστά στη σκηνή του θεάτρου Σημείο. Οι φωτισμοί (του ίδιου του σκηνοθετη) βοηθούν στις μεταπτώσεις του ήρωα, τα σκηνικά, με κεντρικό στοιχείο το γλυπτό του Ιησού, που επιμελήθηκε ο Κωστής Παπαδόπουλος είναι λιτά και λειτουργικά αφήνοντας τον απαιτούμενο χώρο στον ηθοποιό, ενώ η μουσική επιμέλεια της Ελίζας Χατζηπαπά συμπληρώνει την ατμόσφαιρα του έργου. Η μετάφραση της Μαρίας Ευσταθιάδη είναι πολύ εύστοχη. Για τη σκηνοθεσία του ίδιου του Χατζηπαπά έχω να πω πως πραγματικά λειτούργησε έτσι ώστε να αναδείξει την ερμηνεία του.

Ο Ζιλ ντε Ρε έμεινε στην ιστορία με τα πιο μελανά χρώματα λαμβάνοντας τον τίτλο του πιο ειδεχθούς εγκληματία, του πιο ελεεινού και διεστραμμένου ανθρωποειδούς. Ο Νίκος Χατζηπαπάς έμεινε στη δική μου θεατρική ιστορία σαν μια από τις πιο δυνατές εκπλήξεις των τελευταίων χρόνων.

Η παράσταση είναι κατάλληλη άνω των 18 ετών.

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Άρθουρ Μίλλερ, αγαπημένος, πολυπαιγμένος θεατρικός συγγραφέας στην Ελλάδα, «Το Τίμημα» ένα από τα πιο δυνατά του κείμενα, εμφανώς αυτοβιογραφικό και Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή Έλληνες ηθοποιούς. Ένα τρίπτυχο που γεννά προσδοκίες στο θεατή και ένα στοίχημα για τη σκηνοθέτιδα Ιωάννα Μιχαλακοπούλου.

Πέρυσι ακόμα παρακολουθήσαμε τα έργα του « Ήταν όλοι τους παιδιά μου » (1947), έργο που τον καθιέρωσε, « Ψηλά απ’ τη γέφυρα » (1956), ενώ δικά του είναι «Ο θάνατος του εμποράκου», το οποίο όπως και «Το τίμημα» πραγματεύεται τη σχέση του πατέρα με τους δύο γιούς, «Οι μάγισσες του Σάλεμ» (1953), «Ο εχθρός του λαού» και πολλά άλλα.

Ο Μίλλερ γεννήθηκε στην Νέα Υόρκη από πλούσια εβραιο-πολωνική οικογένεια που καταστράφηκε με το Κραχ του ’29. Τότε ήταν έφηβος και «Το Τίμημα»(1968) πραγματεύεται ακριβώς εκείνη την περίοδο της κατάρρευσης του αμερικανικού ονείρου. Θέμα του η ιστορία δύο αδερφών του Βίκτορ και του Γουόλτερ που συναντιούνται μετά από δεκαέξι χρόνια στη σοφίτα όπου διέμεναν παλιά, εν αναμονή της κατεδάφισης του κτιρίου και ενώ ένας πιστοποιημένος εκτιμητής επίπλων διαπραγματεύεται την πώληση των επίπλων του σπιτιού, διαπιστώνουμε ότι ανάμεσα στα αδέρφια υπάρχουν ανοιχτοί λογαριασμοί και καθώς προχωρά η πλοκή καθένας συνειδητοποιεί πως το τίμημα που πλήρωσε είναι τελικά πολύ μεγαλύτερο από αυτό που πίστευε.

Ο Βίκτορ έχοντας εγκαταλείψει τα όνειρα του για σπουδές, έγινε αστυνομικός. Τώρα είναι λίγο πριν τη σύνταξη με είκοσι οκτώ χρόνια προϋπηρεσίας στο σώμα και παντρεμένος με την Έστερ. Ο Γουόλτερ ακολούθησε το όνειρο του και έγινε ένας επιτυχημένος γιατρός. Αν και απών από τη ζωή του Βίκτορ για είκοσι οκτώ χρόνια και παρόλο που τον άφησε να γηροκομήσει τον πατέρα τους, έρχεται στη σοφίτα με καλές προθέσεις και εγκαταλείπεται σε αποκαλύψεις που είναι δυσάρεστες και για τον ίδιο και για τον αδερφό του. Τα συναισθήματα είναι αντικρουόμενα. Εκείνος μιλάει για επιλογές και ο Βίκτορ για βόλεμα.

Το πρώτο μέρος της παράστασης στο Θέατρο Ιλίσια εστιάζει στη σχέση του ζευγαριού Έστερ-Βίκτορ δίνοντας μας το πλαίσιο γύρω από το οποίο θα κινηθεί το έργο, υπό το άγρυπνο βλέμμα του παράξενου γηραιού εκτιμητή, ενώ η ένταση κλιμακώνεται στο δεύτερο μέρος με το ξεδίπλωμα των αποκαλύψεων, των ενοχών και των απωθημένων των δύο αδερφών.

Τα σκηνικά του Γιάννη Μουρίκη είναι ίσως από τα λίγα συν της παράστασης. Στο κέντρο της σκηνής μια πολυθρόνα που αντανακλά την απουσία- παρουσία του πατέρα, δίπλα ένα ραδιόφωνο της εποχής. Βαριά γοτθική ατμόσφαιρα επίπλων που φέρουν το βάρος του χρόνου. Σε ένα ασφυκτικά γεμάτο «σκονισμένο» δωμάτιο δεσπόζει μια άρπα με ξεφλουδισμένη χορδή. Όλα αναδύουν μια οσμή εγκατάλειψης και πόνου. Κάθε κομμάτι κρύβει μια ιστορία, όμως είναι πρόθυμοι να τα πουλήσουν, γιατί όπως λέει και ο Σόλομον ο εκτιμητής «Δεν πρέπει να είμαστε συναισθηματικοί με τα έπιπλα» και εξάλλου ο Βίκτορ και η Έστερ χρειάζονται τα λεφτά.

Ο φωτισμός του Νίκου Βλασσόπουλου λειτουργικός, χαμηλός όσο πρέπει μια και μιλάμε για παλιές ιστορίες σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι. Τα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού αποπνέουν την αίσθηση μιας περασμένης εποχής, λιτά και προσεγμένα.

Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος ως Γκρέγκορι Σόλομον μοιάζει να ζει το ρόλο του ηλικιωμένου εκτιμητή επίπλων υιοθετώντας την απαραίτητη ειρωνεία και σαρκασμό του ανθρώπου που τα έχει δει και τα ξέρει όλα και λέει τις αλήθειες χωρίς περιστροφές. Ως αχόρταγος Σόλομον αποζητά παρά τα ογδόντα εννέα του χρόνια να ρουφήξει και την τελευταία σταγόνα ζωής. Όπως χαρακτηριστικά λέει το τηλεφώνημα του Βίκτορ ήταν κανονική ένεση ζωής: «Το τηλέφωνο μου είχε δύο χρόνια να χτυπήσει. Θέλω να σε ευχαριστήσω.» Αν και το κατάστημα του έχει κλείσει τα τελευταία χρόνια και ζει μόνος του παρέα με ένα καμινέτο στο πίσω μέρος του μαγαζιού δράττει την ευκαιρία που του δίνει ο Βίκτορ να ξαναβρεθεί στις επάλξεις. Χειμαρρώδης, σαρκαστικός με παύσεις και εξάρσεις δίνει μαθήματα υποκριτικής χωρίς να χρησιμοποιεί μανιέρες και τεχνάσματα. Σκέτη απόλαυση.

timima mixalakopoulos texnes plus

Ευχάριστη έκπληξη η ερμηνεία του Χρήστου Σαπουντζή στο ρόλο του μεγαλύτερου αδερφού Γουόλτερ, ο οποίος φαίνεται να βρίσκει τις ισορροπίες του στον ρόλο από ένα σημείο και μετά. Αν και η προσπάθεια του είναι καλή θα περιμέναμε για τις ανάγκες του ρόλου του να επιδείξει μεγαλύτερη σκληρότητα. Μας συγκινεί καθώς μιλά για το τίμημα της απαιτητικής δουλειάς του που δεν αφήνει περιθώρια για προσωπική επαφή και μας πείθει για την φιλοδοξία που είχε ως νέος γιατρός να αναλάβει περιπτώσεις ασθενών που καταξιωμένοι γιατροί απέρριπταν για να τους ντροπιάσει.

Σε αντίθεση ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης παραμένει υποτονικός, χωρίς εξάρσεις και αναλώνεται σε μια ερμηνεία επίπεδη χωρίς συναίσθημα καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου.

Άστοχη σε αντιδράσεις και χειρονομίες η Ρένια Λουιζίδου στο ρόλο της Έστερ. Υπερβολική, νευρική χάνεται στο ρόλο της και αποστασιοποιείται από την προσωπικότητα που υποδύεται.

Η σκηνοθέτις Ιωάννα Μιχαλακοπούλου λειτουργεί εκ του ασφαλούς μια και δουλεύει με δύο πολύ δυνατά χαρτιά, τον αριστοτέχνη Μιχαλακόπουλο και το δυνατό κείμενο του Μίλλερ.

Φεύγοντας από την παράσταση ευτυχώς αντηχεί ως τελευταία εικόνα της, το σαρκαστικό γέλιο του Σόλομον που κέρδισε λίγα χρόνια ζωής και εμείς μια εμπειρία θεατρική από τις λίγες παρακολουθώντας τον σπουδαίο Γιώργο Μιχαλακόπουλο.

 

Για τον Πέρη Μιχαηλίδη δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, ηθοποιός, σκηνοθέτης, δάσκαλος υποκριτικής, χαμηλού προφίλ, αλλά με έντονη προσωπικότητα. Συνεργάστηκε  με τα πιο σημαντικά θέατρα της χώρας το ΚΘΒΕ καθώς και το Εθνικό Θέατρο. Πολυπράγμων, τολμηρός, φιλοσοφημένος κερδίζει τις εντυπώσεις με ότι κι αν ασχοληθεί. Η συνομιλία μας μαζί του έγινε με αφορμή το έργο «Ανατόλ» του Σνίτσλερ που ανεβαίνει από τις 15 Οκτωβρίου, στο Θέατρο Αλκμήνη σε σκηνοθεσία Γιάννη Βούρου. Στην κουβέντα που ακολουθεί μας μίλησε για τον ρόλο του , το έργο καθώς και για τον έρωτα, βασικό πρωταγωνιστή του έργου αλλά και της ζωής του.
anatol texnes plus
 
Μετά την επιτυχημένη πορεία του έργου «Το Τάβλι» έρχεται στο δρόμο σας ο ρόλος του Μαξ στον «Ανατόλ». Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε το ενδιαφέρον στο ρόλο αυτό;
 
Είναι δύο ρόλοι διαμετρικά αντίθετοι ο Φώντας στο Τάβλι  Κεχαΐδη είναι ο τύπος του νεοέλληνα ‘’που θέλει να πιάσει την καλή, να μπει επιχειρηματίας στην κοινωνία ,να αποκτήσει ,όνομα, να γίνει μέγας ‘’και από την άλλη ο Μαξ η ενσάρκωση του συγγραφέα Άρθρουρ  Σνίτσλερ ‘’βαθύ ερευνητή της ψυχολογίας ‘’κατά τον Φρόυντ και παράλληλα πορνογράφου -όπως χαρακτηρίστηκε από μεγάλη συντηρητική μερίδα στις αρχές  του 20ου αιώνα -με απαγορεύσεις των έργων του και διώξεις για το περιεχόμενό τους,  συνιστούν ένα εκρηκτικό δίδυμο για έναν ηθοποιό. Ο Φώντας στο Τάβλι του Κεχαΐδη παλεύει και εξυφαίνει σχέδια για να μπει στην αστική κοινωνία, ενώ ο Μάξ στον ‘’Ανατόλ’’ του Σνίτσλερ- ως bon viveur - μέλος της αστικής κοινωνίας με αφορμή τις ερωτικές σχέσεις παρεμβαίνει φιλοσοφικά αλλά και απολύτως πρακτικά σαρκάζοντας και  καυτηριάζοντας την ηθική και τα κοινωνικά συμπλέγματα της εποχής του .
 
Τι κάνει σήμερα το έργο σύγχρονο και ενδιαφέρον;
 
Οι ερωτικές σχέσεις ήταν και είναι ένα θέμα που μας ακολουθεί σε όλη μας τη ζωή, έχει εμπνεύσει τον Ευριπίδη μέχρι τον Κλάιστ κι από τον Σαίξπηρ μέχρι το Σνίτσλερ..ο Ανατόλ είναι μια ανατομία πάνω στις ερωτικές σχέσεις και η επικοινωνία του συγγραφέα με τον Φρόυντ δίνει στο έργο μια λεπτή απόχρωση ψυχαναλυτικής προσέγγισης .Οι ερωτικές σχέσεις δεν γνωρίζουν εποχή το περιεχόμενό τους είναι το ίδιο, απλώς αλλάζουν οι άνθρωποι κάθε φορά.
 
Ποια θέση παίρνει ο σκηνοθέτης Πέρης Μιχαηλίδης όταν σκηνοθετείται από έναν συνάδελφο του, επίσης ηθοποιό και σκηνοθέτη, τον  Γιάννη Βούρο;
 
 Όταν συμμετέχω σε μια παράσταση ως ηθοποιός ακολουθώ απαρέγκλιτα έναν κανόνα: ακολουθώ πάντα την άποψη του σκηνοθέτη, πόσο μάλλον στη συγκριμένη περίπτωση με τον εκλεκτό συνάδελφο. Στο θέατρο θεωρώ ότι αυτός που αποφασίζει για όλα, μα για όλα  είναι ο σκηνοθέτης, αν βέβαια έχει άποψη και σχέδιο πτήσης .
 
 Το «Ανατόλ» έχει σαν βασικά θέματα του, τον έρωτα και το θάνατο. Ποια θέση κατέχει ο έρωτας στη ζωή σας ; Έτυχε να τον θυσιάσετε για το θέατρο;
 
Ο έρωτας είναι για μένα κινητήριος δύναμη, αλλά και ασθένεια με ακραίες αντιδράσεις σύμφωνα με τον Κωστή Παπαγιώργη στο’’ Ίμερος και κλινοπάλη ‘’ένα βιβλίο που και μαζί με τα ‘’Αποσπάσματα ερωτικού λόγου’’ του Ρολάν Μπάρτ αποτελούν  έναν μικρό οδηγό στο χάος των ερωτικών σχέσεων .
 
Τι θέση κατέχει ο έρωτας στη ζωή μου; Εγώ ακούω Άκη Πάνου και Μητροπάνο μέχρι Γκούσταβ Μάλερ και Σοπέν..μάλλον  κυρίαρχη.Το θέατρο ζει και αναπνέει μέσα από τον έρωτα- αυτό αισθάνθηκα σε όλη μου τη ζωή –έστω κι αν αρκετές φορές ένιωσα τις καταστροφικές του συνέπειές. Όταν έρχεται ο έρωτας για το θέατρο είναι μεγάλη γιορτή ‘’κοντά στα ξημερώματα και πριν να βγει ό ήλιος’’..για ποια θυσία να μιλήσουμε .
 
 Τι σας φοβίζει και τι σας κάνει να αισθάνεστε δυνατός;
 
Η υπαρξιακή αγωνία όπως ορίστηκε από τους διανοητές Καμύ και Σάρτρ -καθόρισαν  την πορεία μου στον κόσμο -είναι αυτή που με κάνει πολλές φορές αδύναμο αλλά την κρίσιμη στιγμή πολύ αποφασιστικό . Η αγωνία για την ύπαρξη και το βαθύ παράφορο συναίσθημα είναι η αόρατη μαύρη  ζώνη πάνω στην οποία κινούμαι.
 
 Κλείνοντας κι αφού σας ευχαριστήσω για το χρόνο σας και σας ευχηθώ κάθε επιτυχία, θα ήθελα να ρωτήσω αν είναι πεποίθηση σας ότι η τέχνη και ο πολιτισμός είναι πανάκεια για τα δεινά που μας συμβαίνουν.
 
Η τέχνη προτείνεται ως μόνο καταφύγιο για ρημαγμένα συναισθήματα και ζωές .
anatol alkmini texnes plus
 
 
Ο Πέρης Μιχαλίδης πρωταγωνιστεί και σκηνοθετεί στο «Τάβλι» στο Faust και από τις 15/10 θα πρωταγωνιστήσει στο «Ανατόλ» στο Θεάτρο Αλκμήνη. 
 

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Please enter youtube id.

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία