Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Νατάσα Κωνσταντινίδη

Νατάσα Κωνσταντινίδη

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Άρθουρ Μίλλερ, αγαπημένος, πολυπαιγμένος θεατρικός συγγραφέας στην Ελλάδα, «Το Τίμημα» ένα από τα πιο δυνατά του κείμενα, εμφανώς αυτοβιογραφικό και Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή Έλληνες ηθοποιούς. Ένα τρίπτυχο που γεννά προσδοκίες στο θεατή και ένα στοίχημα για τη σκηνοθέτιδα Ιωάννα Μιχαλακοπούλου.

Πέρυσι ακόμα παρακολουθήσαμε τα έργα του « Ήταν όλοι τους παιδιά μου » (1947), έργο που τον καθιέρωσε, « Ψηλά απ’ τη γέφυρα » (1956), ενώ δικά του είναι «Ο θάνατος του εμποράκου», το οποίο όπως και «Το τίμημα» πραγματεύεται τη σχέση του πατέρα με τους δύο γιούς, «Οι μάγισσες του Σάλεμ» (1953), «Ο εχθρός του λαού» και πολλά άλλα.

Ο Μίλλερ γεννήθηκε στην Νέα Υόρκη από πλούσια εβραιο-πολωνική οικογένεια που καταστράφηκε με το Κραχ του ’29. Τότε ήταν έφηβος και «Το Τίμημα»(1968) πραγματεύεται ακριβώς εκείνη την περίοδο της κατάρρευσης του αμερικανικού ονείρου. Θέμα του η ιστορία δύο αδερφών του Βίκτορ και του Γουόλτερ που συναντιούνται μετά από δεκαέξι χρόνια στη σοφίτα όπου διέμεναν παλιά, εν αναμονή της κατεδάφισης του κτιρίου και ενώ ένας πιστοποιημένος εκτιμητής επίπλων διαπραγματεύεται την πώληση των επίπλων του σπιτιού, διαπιστώνουμε ότι ανάμεσα στα αδέρφια υπάρχουν ανοιχτοί λογαριασμοί και καθώς προχωρά η πλοκή καθένας συνειδητοποιεί πως το τίμημα που πλήρωσε είναι τελικά πολύ μεγαλύτερο από αυτό που πίστευε.

Ο Βίκτορ έχοντας εγκαταλείψει τα όνειρα του για σπουδές, έγινε αστυνομικός. Τώρα είναι λίγο πριν τη σύνταξη με είκοσι οκτώ χρόνια προϋπηρεσίας στο σώμα και παντρεμένος με την Έστερ. Ο Γουόλτερ ακολούθησε το όνειρο του και έγινε ένας επιτυχημένος γιατρός. Αν και απών από τη ζωή του Βίκτορ για είκοσι οκτώ χρόνια και παρόλο που τον άφησε να γηροκομήσει τον πατέρα τους, έρχεται στη σοφίτα με καλές προθέσεις και εγκαταλείπεται σε αποκαλύψεις που είναι δυσάρεστες και για τον ίδιο και για τον αδερφό του. Τα συναισθήματα είναι αντικρουόμενα. Εκείνος μιλάει για επιλογές και ο Βίκτορ για βόλεμα.

Το πρώτο μέρος της παράστασης στο Θέατρο Ιλίσια εστιάζει στη σχέση του ζευγαριού Έστερ-Βίκτορ δίνοντας μας το πλαίσιο γύρω από το οποίο θα κινηθεί το έργο, υπό το άγρυπνο βλέμμα του παράξενου γηραιού εκτιμητή, ενώ η ένταση κλιμακώνεται στο δεύτερο μέρος με το ξεδίπλωμα των αποκαλύψεων, των ενοχών και των απωθημένων των δύο αδερφών.

Τα σκηνικά του Γιάννη Μουρίκη είναι ίσως από τα λίγα συν της παράστασης. Στο κέντρο της σκηνής μια πολυθρόνα που αντανακλά την απουσία- παρουσία του πατέρα, δίπλα ένα ραδιόφωνο της εποχής. Βαριά γοτθική ατμόσφαιρα επίπλων που φέρουν το βάρος του χρόνου. Σε ένα ασφυκτικά γεμάτο «σκονισμένο» δωμάτιο δεσπόζει μια άρπα με ξεφλουδισμένη χορδή. Όλα αναδύουν μια οσμή εγκατάλειψης και πόνου. Κάθε κομμάτι κρύβει μια ιστορία, όμως είναι πρόθυμοι να τα πουλήσουν, γιατί όπως λέει και ο Σόλομον ο εκτιμητής «Δεν πρέπει να είμαστε συναισθηματικοί με τα έπιπλα» και εξάλλου ο Βίκτορ και η Έστερ χρειάζονται τα λεφτά.

Ο φωτισμός του Νίκου Βλασσόπουλου λειτουργικός, χαμηλός όσο πρέπει μια και μιλάμε για παλιές ιστορίες σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι. Τα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού αποπνέουν την αίσθηση μιας περασμένης εποχής, λιτά και προσεγμένα.

Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος ως Γκρέγκορι Σόλομον μοιάζει να ζει το ρόλο του ηλικιωμένου εκτιμητή επίπλων υιοθετώντας την απαραίτητη ειρωνεία και σαρκασμό του ανθρώπου που τα έχει δει και τα ξέρει όλα και λέει τις αλήθειες χωρίς περιστροφές. Ως αχόρταγος Σόλομον αποζητά παρά τα ογδόντα εννέα του χρόνια να ρουφήξει και την τελευταία σταγόνα ζωής. Όπως χαρακτηριστικά λέει το τηλεφώνημα του Βίκτορ ήταν κανονική ένεση ζωής: «Το τηλέφωνο μου είχε δύο χρόνια να χτυπήσει. Θέλω να σε ευχαριστήσω.» Αν και το κατάστημα του έχει κλείσει τα τελευταία χρόνια και ζει μόνος του παρέα με ένα καμινέτο στο πίσω μέρος του μαγαζιού δράττει την ευκαιρία που του δίνει ο Βίκτορ να ξαναβρεθεί στις επάλξεις. Χειμαρρώδης, σαρκαστικός με παύσεις και εξάρσεις δίνει μαθήματα υποκριτικής χωρίς να χρησιμοποιεί μανιέρες και τεχνάσματα. Σκέτη απόλαυση.

timima mixalakopoulos texnes plus

Ευχάριστη έκπληξη η ερμηνεία του Χρήστου Σαπουντζή στο ρόλο του μεγαλύτερου αδερφού Γουόλτερ, ο οποίος φαίνεται να βρίσκει τις ισορροπίες του στον ρόλο από ένα σημείο και μετά. Αν και η προσπάθεια του είναι καλή θα περιμέναμε για τις ανάγκες του ρόλου του να επιδείξει μεγαλύτερη σκληρότητα. Μας συγκινεί καθώς μιλά για το τίμημα της απαιτητικής δουλειάς του που δεν αφήνει περιθώρια για προσωπική επαφή και μας πείθει για την φιλοδοξία που είχε ως νέος γιατρός να αναλάβει περιπτώσεις ασθενών που καταξιωμένοι γιατροί απέρριπταν για να τους ντροπιάσει.

Σε αντίθεση ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης παραμένει υποτονικός, χωρίς εξάρσεις και αναλώνεται σε μια ερμηνεία επίπεδη χωρίς συναίσθημα καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου.

Άστοχη σε αντιδράσεις και χειρονομίες η Ρένια Λουιζίδου στο ρόλο της Έστερ. Υπερβολική, νευρική χάνεται στο ρόλο της και αποστασιοποιείται από την προσωπικότητα που υποδύεται.

Η σκηνοθέτις Ιωάννα Μιχαλακοπούλου λειτουργεί εκ του ασφαλούς μια και δουλεύει με δύο πολύ δυνατά χαρτιά, τον αριστοτέχνη Μιχαλακόπουλο και το δυνατό κείμενο του Μίλλερ.

Φεύγοντας από την παράσταση ευτυχώς αντηχεί ως τελευταία εικόνα της, το σαρκαστικό γέλιο του Σόλομον που κέρδισε λίγα χρόνια ζωής και εμείς μια εμπειρία θεατρική από τις λίγες παρακολουθώντας τον σπουδαίο Γιώργο Μιχαλακόπουλο.

 

Για τον Πέρη Μιχαηλίδη δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, ηθοποιός, σκηνοθέτης, δάσκαλος υποκριτικής, χαμηλού προφίλ, αλλά με έντονη προσωπικότητα. Συνεργάστηκε  με τα πιο σημαντικά θέατρα της χώρας το ΚΘΒΕ καθώς και το Εθνικό Θέατρο. Πολυπράγμων, τολμηρός, φιλοσοφημένος κερδίζει τις εντυπώσεις με ότι κι αν ασχοληθεί. Η συνομιλία μας μαζί του έγινε με αφορμή το έργο «Ανατόλ» του Σνίτσλερ που ανεβαίνει από τις 15 Οκτωβρίου, στο Θέατρο Αλκμήνη σε σκηνοθεσία Γιάννη Βούρου. Στην κουβέντα που ακολουθεί μας μίλησε για τον ρόλο του , το έργο καθώς και για τον έρωτα, βασικό πρωταγωνιστή του έργου αλλά και της ζωής του.
anatol texnes plus
 
Μετά την επιτυχημένη πορεία του έργου «Το Τάβλι» έρχεται στο δρόμο σας ο ρόλος του Μαξ στον «Ανατόλ». Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε το ενδιαφέρον στο ρόλο αυτό;
 
Είναι δύο ρόλοι διαμετρικά αντίθετοι ο Φώντας στο Τάβλι  Κεχαΐδη είναι ο τύπος του νεοέλληνα ‘’που θέλει να πιάσει την καλή, να μπει επιχειρηματίας στην κοινωνία ,να αποκτήσει ,όνομα, να γίνει μέγας ‘’και από την άλλη ο Μαξ η ενσάρκωση του συγγραφέα Άρθρουρ  Σνίτσλερ ‘’βαθύ ερευνητή της ψυχολογίας ‘’κατά τον Φρόυντ και παράλληλα πορνογράφου -όπως χαρακτηρίστηκε από μεγάλη συντηρητική μερίδα στις αρχές  του 20ου αιώνα -με απαγορεύσεις των έργων του και διώξεις για το περιεχόμενό τους,  συνιστούν ένα εκρηκτικό δίδυμο για έναν ηθοποιό. Ο Φώντας στο Τάβλι του Κεχαΐδη παλεύει και εξυφαίνει σχέδια για να μπει στην αστική κοινωνία, ενώ ο Μάξ στον ‘’Ανατόλ’’ του Σνίτσλερ- ως bon viveur - μέλος της αστικής κοινωνίας με αφορμή τις ερωτικές σχέσεις παρεμβαίνει φιλοσοφικά αλλά και απολύτως πρακτικά σαρκάζοντας και  καυτηριάζοντας την ηθική και τα κοινωνικά συμπλέγματα της εποχής του .
 
Τι κάνει σήμερα το έργο σύγχρονο και ενδιαφέρον;
 
Οι ερωτικές σχέσεις ήταν και είναι ένα θέμα που μας ακολουθεί σε όλη μας τη ζωή, έχει εμπνεύσει τον Ευριπίδη μέχρι τον Κλάιστ κι από τον Σαίξπηρ μέχρι το Σνίτσλερ..ο Ανατόλ είναι μια ανατομία πάνω στις ερωτικές σχέσεις και η επικοινωνία του συγγραφέα με τον Φρόυντ δίνει στο έργο μια λεπτή απόχρωση ψυχαναλυτικής προσέγγισης .Οι ερωτικές σχέσεις δεν γνωρίζουν εποχή το περιεχόμενό τους είναι το ίδιο, απλώς αλλάζουν οι άνθρωποι κάθε φορά.
 
Ποια θέση παίρνει ο σκηνοθέτης Πέρης Μιχαηλίδης όταν σκηνοθετείται από έναν συνάδελφο του, επίσης ηθοποιό και σκηνοθέτη, τον  Γιάννη Βούρο;
 
 Όταν συμμετέχω σε μια παράσταση ως ηθοποιός ακολουθώ απαρέγκλιτα έναν κανόνα: ακολουθώ πάντα την άποψη του σκηνοθέτη, πόσο μάλλον στη συγκριμένη περίπτωση με τον εκλεκτό συνάδελφο. Στο θέατρο θεωρώ ότι αυτός που αποφασίζει για όλα, μα για όλα  είναι ο σκηνοθέτης, αν βέβαια έχει άποψη και σχέδιο πτήσης .
 
 Το «Ανατόλ» έχει σαν βασικά θέματα του, τον έρωτα και το θάνατο. Ποια θέση κατέχει ο έρωτας στη ζωή σας ; Έτυχε να τον θυσιάσετε για το θέατρο;
 
Ο έρωτας είναι για μένα κινητήριος δύναμη, αλλά και ασθένεια με ακραίες αντιδράσεις σύμφωνα με τον Κωστή Παπαγιώργη στο’’ Ίμερος και κλινοπάλη ‘’ένα βιβλίο που και μαζί με τα ‘’Αποσπάσματα ερωτικού λόγου’’ του Ρολάν Μπάρτ αποτελούν  έναν μικρό οδηγό στο χάος των ερωτικών σχέσεων .
 
Τι θέση κατέχει ο έρωτας στη ζωή μου; Εγώ ακούω Άκη Πάνου και Μητροπάνο μέχρι Γκούσταβ Μάλερ και Σοπέν..μάλλον  κυρίαρχη.Το θέατρο ζει και αναπνέει μέσα από τον έρωτα- αυτό αισθάνθηκα σε όλη μου τη ζωή –έστω κι αν αρκετές φορές ένιωσα τις καταστροφικές του συνέπειές. Όταν έρχεται ο έρωτας για το θέατρο είναι μεγάλη γιορτή ‘’κοντά στα ξημερώματα και πριν να βγει ό ήλιος’’..για ποια θυσία να μιλήσουμε .
 
 Τι σας φοβίζει και τι σας κάνει να αισθάνεστε δυνατός;
 
Η υπαρξιακή αγωνία όπως ορίστηκε από τους διανοητές Καμύ και Σάρτρ -καθόρισαν  την πορεία μου στον κόσμο -είναι αυτή που με κάνει πολλές φορές αδύναμο αλλά την κρίσιμη στιγμή πολύ αποφασιστικό . Η αγωνία για την ύπαρξη και το βαθύ παράφορο συναίσθημα είναι η αόρατη μαύρη  ζώνη πάνω στην οποία κινούμαι.
 
 Κλείνοντας κι αφού σας ευχαριστήσω για το χρόνο σας και σας ευχηθώ κάθε επιτυχία, θα ήθελα να ρωτήσω αν είναι πεποίθηση σας ότι η τέχνη και ο πολιτισμός είναι πανάκεια για τα δεινά που μας συμβαίνουν.
 
Η τέχνη προτείνεται ως μόνο καταφύγιο για ρημαγμένα συναισθήματα και ζωές .
anatol alkmini texnes plus
 
 
Ο Πέρης Μιχαλίδης πρωταγωνιστεί και σκηνοθετεί στο «Τάβλι» στο Faust και από τις 15/10 θα πρωταγωνιστήσει στο «Ανατόλ» στο Θεάτρο Αλκμήνη. 
 

Ο Δημήτρης Κεχαïδης αποτελεί μια εξέχουσα μορφή της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας της μεταπολίτευσης. Άφησε παρακαταθήκη έργα σταθμούς όπως «Το Πανηγύρι» (1964), τα μονόπρακτα «Η Βέρα και το Τάβλι» (1972), το πολυπαιγμένο «Δάφνες και Πικροδάφνες», έργο που συνυπόγραψε με τη σύζυγο του Ελένη Χαβιαρά το 1979, μέχρι το «Με δύναμη από την Κηφισιά» που πρωτοπαίχτηκε το 1995 από το Θέατρο της οδού Κυκλάδων σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή και το είδαμε και πέρυσι από το Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά. Η δραματουργία του αν και μικρή αριθμητικά είναι απόσταγμα της μικροαστικής τάξης, του λαïκού νεοέλληνα που προσπαθεί να επιβιώσει κάποιες φορές κάτω από αντίξοες συνθήκες, αυτού που ψάχνει την ευκαιρία και έχει τάσεις «φυγής» από την πραγματικότητα. Οι χαρακτήρες που σκιαγραφεί είναι ολοκληρωμένοι και αγγίζουν το κοινό γιατί στα μάτια τους βλέπει τον εαυτό του, την οικογένεια του, τον περίγυρο του. Ο ίδιος έλεγε πως δεν βιαζόταν να γράψει ένα έργο, γιατί δυσκολευόταν να αποχωριστεί τους ήρωες του προηγούμενου.

Συνέδεσε το όνομα του με το Θέατρο Τέχνης από το 1958 σε νεαρή ηλικία με τα μονόπρακτα «Μακρινό λυπητερό τραγούδι» και «Παιχνίδια στις Αλυκές».

Συγκεκριμένα «Το Τάβλι» που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω πρωτοανέβηκε το 1972 στο στο Τέχνης σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν. Το γεγονός ότι παίζεται και ξαναπαίζεται για 45 χρόνια και πλέον καταδεικνύει τη δύναμη του κειμένου, τη διαχρονικότητα του καθώς και την ελληνικότητα του.

Όλα παίζονται γύρω από μια παρτίδα τάβλι. Υπό τον ήχο των ζαριών σε μια συζήτηση ο Φώντας (Πέρης Μιχαηλίδης) προσπαθεί να πείσει τον κουνιάδο του Κόλλια (Φίλιππος Σοφιανός) να στήσουν μια μεγάλη μπίζνα για να πιάσουν τη «καλή», ώστε να καταφέρει ο δεύτερος επιτέλους να εκδώσει το βιβλίο του όπου εξιστορεί τα κατορθώματα του στην Αντίσταση. Αυτό είναι το επιχείρημα, εκεί ποντάρει ο Φώντας. Σήμερα, ο Κόλλιας προσπαθεί να επιβιώσει σαν λαχειοπώλης, ενώ ο Φώντας είναι ανεπάγγελτος. Δύο διαφορετικοί τύποι, μεσήλικες που όμως έχουν βρει τις ισορροπίες τους και λειτουργούν άλλοτε αρμονικά και άλλοτε όχι με την ελπίδα να πιάσουν το άπιαστο, το όνειρο που θα τους εξασφαλίσει την ευημερία και θα τους βγάλει από τη μιζέρια, συνυπάρχουν στο εν λόγω έργο, που παραμένει απελπιστικά επίκαιρο. Με οξυδέρκεια σκιαγραφείται η καλοδουλεμένη κομπίνα του ενός και οι αντιρρήσεις του δεύτερου. Στο τέλος όμως δε διστάζουν να «ξεπουλήσουν» ο ένας γυναίκα και ο άλλος την αδερφή του εν ονόματι του σχεδίου. Αξίες που καταρρέουν, νοοτροπία του νεοέλληνα που αναζητά το εύκολο χρήμα χωρίς κόπο αλλά με ρίσκο, μικροαπατεωνίσκοι που περνούν τις μέρες τους παίζοντας τάβλι στα καφενεία ή στο σπίτι, βρίσκουν στέγη στο φιλόξενο και ατμοσφαιρικό θέατρο FAUST αυτή τη φορά μετά την περιοδεία στα χωριά της Μεσσηνίας με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Καλαμάτας σε σκηνοθεσία του Πέρη Μιχαηλίδη που συμμετέχει με διπλή ιδιότητα στην παράσταση.

Η παράσταση που παρακολουθήσαμε στο FAUST, ποντάροντας στην μαεστρία των δύο πολύ έμπειρων ηθοποιών, την απόλυτη χημεία τους και τις εναλλαγές γλυκόπικρων συναισθημάτων τράβηξε την προσοχή του κοινού και κέρδισε την παρτίδα. Ο Πέρης Μιχαηλίδης ως Φώντας και εμπνευστής της κομπίνας κέντησε το ρόλο του παίζοντας με τη φωνή, το σώμα αλλά και το συναίσθημα μας. Με τσαχπινιά ντύθηκε το ρόλο του κουτοπόνηρου τεμπελάκου και λίγο ανήθικου Φώντα καταφέρνοντας να μας καθηλώσει. Σκηνοθετικά ο Πέρης Μιχαηλίδης ορθά άφησε το έργο να αναπνεύσει, στηριζόμενος στο δυνατό κείμενο που είχε μπροστά του και στο ταλέντο των ηθοποιών. Ο Φίλιππος Σοφιανός πιο μεστός υποκριτικά από ποτέ σε ένα ρόλο, αυτόν του αντιστασιακού Κόλλια, που του ταίριαξε γάντι, πέτυχε το αμείωτο ενδιαφέρον του κοινού βγάζοντας αλήθεια σε κάθε ατάκα. Χαρακτηριστικά θα αναφέρω : «μου έλεγες θα γεμίσουμε την Ελλάδα γουρούνια, τώρα με Νέγρους». Μας έπεισε απόλυτα σε κάθε στιγμή.

Αυτή την παρτίδα τάβλι δεν πρέπει να τη χάσετε, ακόμη κι αν την κέρδισαν άλλοι, οι πρωταγωνιστές.

Από την Νατάσα Κωνσταντινίδη

Δεν υπάρχει θεατρική σεζόν, στην οποία να μην παρακολουθήσουμε έργα του. Ο Ιταλός δημιουργός, 82 χρόνια από τον θάνατό του συνεχίζει να γοητεύει σκηνοθέτες και ηθοποιούς ανά τον κόσμο.

Οι παραστάσεις των έργων του στην Αθήνα τη σεζόν 2018-2019

Μόνο φέτος, στην Αθήνα, αναμένεται να παρακολουθήσουμε τουλάχιστον πέντε έργα του. Ανάμεσά τους η παράσταση του Δημήτρη Μαυρίκιου στο Εθνικό Θέατρο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» με ένα θίασο εκλεκτών ηθοποιών (Γιάννης Βογιατζής, Ράνια Οικονομίδου, Λυδία Φωτοπούλου, Γιούλικα Σκαφιδά, Στέφανος Παπατρέχας, Εύα-Οικονόμου Βαμβακά κ.α).

Το ίδιο έργο ανεβαίνει για δεύτερη σεζόν και στο Studio Κυψέλης, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λιβανού και ελεύθερη διασκευή της Ροζίτας Σώκου.

Επιπλέον, αναμένουμε και το «Να ντύσουμε τους γυμνούς» σε σκηνοθεσία του Γιάννου Περλέγκα που θα κάνει πρεμιέρα τον ερχόμενο Δεκέμβριο στη Φλώρινα, σε συμπαραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κοζάνης και στη συνέχεια θα δούμε και στο Θέατρο Τέχνης.

Παράλληλα και ο Νίκος Καμτσής θα ανεβάσει τον Νοέμβριο στο Θέατρο Τόπος Αλλού, το πολύ γνωστό του έργο «Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε» με πρωταγωνιστές την Μάνια Παπαδημητρίου και τον Γιάννη Λασπιά.

Ο Τάσος Ιορδανίδης θα σκηνοθετήσει στη νέα του θεατρική στέγη, στο Altera Pars, τον μονόλογο «Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα», στο οποίο θα πρωταγωνιστήσει ο Άρης Λεμπεσόπουλος.

 lempesopoulos antroposmelouloudi texnes plus

 O Άρης Λεμπεσόπουλος σε φωγραφία για την παράσταση "Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα"

 

Στο συγκεκριμένο αφιέρωμα έχουμε να κάνουμε με ένα μοναδικό φαινόμενο, τολμώ να πω του ευρωπαϊκού θεάτρου και όχι μόνο του ιταλικού, για τον 20ο τουλάχιστον αιώνα. Φαινόμενο μυθιστοριογράφου, διηγηματογράφου, δραματουργού, το οποίο κριτικοί και αναγνώστες-θεατές για εικοσιπέντε και πλέον χρόνια υποδέχτηκαν άλλοτε με θέρμη και άλλοτε με αμφισβήτηση. Έπρεπε να αγγίξει τα πενήντα του χρόνια, κοντά στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για να αναγνωριστεί η αξία του. Είναι τότε που αρχίζει να γράφει για το θέατρο, ιστορίες πανομοιότυπες με αυτές των μυθιστορημάτων και των νουβελών του και γίνεται ο παγκοσμίου φήμης δραματουργός που όλοι γνωρίζουμε. Πρόκειται για τον Λουίτζι Πιραντέλο (Luigi Pirandello), του οποίου το έργο και η προσφορά δεν εξαντλείται ασφαλώς σε ένα αφιέρωμα, θα προσπαθήσουμε όμως να αποτυπώσουμε τα κυριότερα σημεία της πολυεπίπεδης πορείας του στοχεύοντας επί το πλείστον στο θέατρο.

      Προσωπική ζωή

Γεννήθηκε στον Ακράγαντα (Agrigento) της Σικελίας το 1867, στην περιοχή Χάος, όπου η οικογένεια του είχε εγκατασταθεί για να αποφύγει την επιδημία χολέρας. Ο ίδιος θα πει: «Είμαι παιδί του Χάους και όχι αλληγορικά, πραγματικά». Η οικογένεια του υπήρξε, ιδιοκτήτρια κτημάτων και εργοστασίου θείου. Ήταν υποστηρικτές του Γκαριμπάλντι την περίοδο του Risorgimento.

 

pirandelloneos texnes plus

Ο συγγραφέας σε νεανική ηλικία.

 

     Οι ελληνικές ρίζες

Σπούδασε και το 1891 λαμβάνει διδακτορικό τίτλο σπουδών στη γλωσσολογία με θέμα την ελληνο-σικελική διάλεκτο του Ακράγαντα (ο ίδιος πάντα ανέφερε ότι το Πιραντέλλο είναι παράφραση του Πυράγγελος, τονίζοντας τις ελληνικές του ρίζες). Το 1894 παντρεύεται, παρόλο που δεν την γνώριζε, την κόρη του συνεταίρου του πατέρα του, Antonietta Portulano, αποκτούν τρία παιδιά, τον Stefano τo 1895 (συγγραφέας), την Lieta το 1897 και τον Fausto το 1899 (ζωγράφος). Με την Antonietta έμεινε μαζί ως το τέλος της ζωής του, τουλάχιστον επισήμως, παρά την παθολογική ζήλια της και τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Μετά την απόκτηση του τρίτου παιδιού και την οικονομική καταστροφή της οικογένειας, (το 1904 πλημμύρησε το ορυχείο θείου και έχασαν τα πάντα) κλονίστηκε ο ψυχισμός της, έχρηζε κλινικής υποστήριξης, ο Πιραντέλλο όμως την κράτησε σπίτι να την φροντίζει, αναλαμβάνοντας δυσβάσταχτα πολυέξοδες θεραπείες και κυρίως με συνέπειες στην ψυχή του ίδιου και των παιδιών του. Από το 1897 ως το 1922 διδάσκει στο Ανώτατο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της Ρώμης και επιδίδεται μετά την οικονομική τους καταστροφή σε έναν σκληρό αγώνα επιβίωσης.

 piradelo me oikogenia texnes plus

 Με την οικογένειά του

 

Το λογοτεχνικό του έργο

Η διδασκαλία και η συγγραφή είναι πλέον ένας επιβεβλημένος μονόδρομος. Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά, όπου δημοσίευε πεζογραφήματα του επί πληρωμή και φυσικά με την Corriere della Sera. Συνεργασία που ξεκίνησε το 1909 και διατηρήθηκε ως το θάνατο του από εγκεφαλικό το 1936. Στα πλαίσια συνεργασίας με το λογοτεχνικό περιοδικό Nuova Antologia δημοσιεύει το αριστούργημα του «Ο μακαρίτης Ματτία Πασκάλ» (1904), το οποίο σημείωσε τεράστια επιτυχία από την αρχή. Η δύσκολη ψυχολογική του κατάσταση τον οδήγησε στη συγγραφή αυτού του έργου που έμελλε να του αλλάξει τη ζωή. Ο Ματτία γίνεται εμβληματική μορφή και το έργο ορόσημο για την παγκόσμια λογοτεχνία, ενώ ο ίδιος είναι πλέον διάσημος. Άλλα πεζογραφήματα του είναι το «Γέροι και νέοι», «Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες» και πολλά άλλα.

Κρίνω απαραίτητο να σταθώ λίγο στο κατεξοχήν πιραντελλικό διήγημα. Ο Ματτία Πασκάλ είναι ο Άλλος που κρύβεται μέσα μας, εγκλωβισμένος στο υποσυνείδητο μας, είναι αυτός που απέκλεισε εαυτόν από την κοινωνική ζωή, επέλεξε να παραμείνει στο περιθώριο της, μακριά από μάσκες και προσωπεία, ωστόσο φυλακισμένος στη μοναξιά του και έχοντας αποδεχτεί την ανυπαρξία του, καταλήγει εκεί που ξεκίνησε.

Τα ταξίδια και η περιπλάνηση του δεν αποτελούν ελευθερία, ούτε φυγή από την πραγματικότητα, αλλά είναι μια μανιώδης και ατέρμονη μετακίνηση που    στο τέλος τον οδηγούν στη βάση του. Τότε όμως δεν είναι κανένας. Έχοντας αλλάξει στοιχεία και μορφή, δεν ανήκει πουθενά, ζει στην ανυπαρξία, στο    παράδοξο της ύπαρξης. Προσπαθώντας να απεγκλωβιστεί από τα στεγανά της κοινωνίας κατάφερε να εξαρτηθεί πιο πολύ από τις συμβάσεις της και όντας ανήμπορος να αντιδράσει και να υπερασπιστεί την ύπαρξη του, υιοθετεί εικονική ταυτότητα που του γίνεται ένα αφόρητο βάρος.

Για όλους είναι νεκρός, η σύζυγος του ξαναπαντρεύτηκε και έτσι «αποδέχεται» το ότι είναι μακαρίτης. Συχνά επισκέπτεται τον τάφο του και η ζωή γίνεται γι’ αυτόν ένα τεράστιο κουκλοθέατρο. Όλα για τον Πιραντέλλο στη ζωή είναι τυχαία και προκαθορισμένα. Κανείς δεν αποφασίζει εξ ολοκλήρου για τον εαυτό του, υποτάσσεται στους όρους της ζωής, στον αόρατο κουκλοπαίχτη που κινεί τα νήματα. Οι εξεγέρσεις αν υπάρξουν καταπνίγονται. Χαρακτηριστικό έργο για το κατακερματισμό του εγώ που προβάλλει τη θεώρηση του συγγραφέα για την απάτη της ζωής, περιλαμβάνει ερωτικές απογοητεύσεις, διάψευση προσδοκιών, ακύρωση της ευτυχίας. Μέσα στο έργο του είναι διάχυτη η σκιά της έλλειψης κατανόησης ανάμεσα στο ζευγάρι, απόρροια και των δικών του βιωμάτων. Όσο κι αν προσπαθήσει κανείς να βγει από τους όρους που έθεσε η κοινωνία τόσο καταλαβαίνει ότι αυτό καθίσταται αδύνατο. Στον Πιραντέλλο υπάρχει πάντα μια διάσταση ανάμεσα στους τύπους και τη ζωή.

Εκτός από προσωπικά στοιχεία στην τέχνη του ενυπάρχει και η πολιτική κατάσταση του Έθνους γενικότερα και της Σικελίας ειδικότερα. Ευκολά διαβλέπει κανείς στον λόγο του την τραγική εμπειρία από την αρρώστια της συζύγου του, τους επαγγελματικούς συμβιβασμούς του ως καθηγητή και δημοσιογράφου, αλλά και την εικόνα μιας κοινωνίας διεφθαρμένης. Ο ρόλος της τέχνης πρωταρχικά για τον Πιραντέλλο είναι η αφαίρεση της μάσκας και η αναζήτηση του αληθινού προσώπου κάτω από αυτή.

Το 1915 η Ιταλία κηρύσσει πόλεμο στην Αυστρία, οι γιοί του επιστρατεύονται, η μητέρα του πεθαίνει και η υγεία της Antonietta συνεχώς χειροτερεύει. Άλλη μια δύσκολη καμπή στη ζωή του.

Μετά τη δολοφονία Ματεόττι συνυπέγραψε το Μανιφέστο των φασιστών διανοουμένων του Μαρινέττι φανερά και με τη βοήθεια του Μουσολίνι το 1925 ιδρύει το Θέατρο Τέχνης της Ρώμης μαζί με τον γιό του. Υπήρξαν επικριτές που θεώρησαν τη σχέση του με τον Μουσολίνι, τέχνασμα στρατηγικής, ο Πιραντέλλο όμως δήλωσε: «Είμαι φασίστας γιατί είμαι Ιταλός». Εντούτοις, ο θαυμασμός του Μουσολίνι για το έργο του, του άνοιξε το δρόμο για μεγάλα πολιτιστικά κέντρα σε όλο τον κόσμο. Ο Πιραντέλλο έφερε επανάσταση στη λογοτεχνία για την ιδιαιτερότητα της θεματικής του, η οποία είναι τόσο ξεχωριστή που μας κάνει αμέσως να μιλούμε για «πιραντελικά» έργα. Το έργο του επεκτείνεται και σε ποιητικές συλλογές εκτός από διηγήματα και μυθιστορήματα.

pirandello texnes plus

 

Τα θεατρικά έργα

Η αναγνώριση όμως θα έρθει με τη συγγραφή θεατρικών έργων, όπου θα ασχοληθεί με την ίδια προβληματική και θεματολογία. Η επιτυχία του είναι τόση ώστε θεωρείται ιδρυτής του σύγχρονου θεάτρου. Το ταξίδι στον κόσμο της συγγραφής θεατρικών έργων ξεκινά το 1915 και χωρίζεται σε τέσσερις φάσεις. Την πρώτη που περιλαμβάνει τα Σικελικά έργα: ««Νεράτζια Σικελίας», «Το δίκιο των άλλων», «Σκέψου το καλά Τζακομίνο», «Λιολά», το οποίο βασίζεται σε ένα επεισόδιο του «Μακαρίτη Ματτία Πασκάλ». Ακολουθεί το 1917 το αριστούργημα του «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» και «Η ηδονή της τιμιότητας», «Μα δεν είναι κάτι σοβαρό» κ.α. Στην πορεία ακολουθεί το γκροτέσκο θέατρο, φάση κατά την οποία προκύπτει το «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» (1916). Ολόκληρο το έργο είναι μια σκευωρία, όπου οι ήρωες αλλάζουν προσωπείο συχνότερα κι από ρούχα, προκαλώντας σύγχυση ανάμεσα στο σημαίνον και στο σημαινόμενο. Στην ίδια περίοδο ανήκουν «Το μπερέττο με τα κουδούνια», «Η ηδονή της τιμιότητας», «Μα δεν είναι κάτι σοβαρό», «Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή», η μοναδική του φάρσα στην οποία τα κωμικοτραγικά γεγονότα δημιουργούν φαινομενικά αδιέξοδα. Ακολουθεί η πιο μεστή δραματουργικά περίοδος, το θέατρο μέσα στο θέατρο. Το 1921 μας δίνει το αριστούργημα του «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα». Ριζοσπαστικό έργο που του άνοιξε δρόμους στο ευρωπαϊκό δραματολόγιο. Ένας θίασος ενώ ετοιμάζει παράσταση συναντά έξι μέλη οικογένειας, ποιήματα κάποιου συγγραφέα για κάποιο έργο του που δεν γράφτηκε ποτέ. Τα έξι αυτά πρόσωπα ζητούν από τον θιασάρχη να ανεβάσει έργο με τη ζωή τους ώστε να αποκτήσουν τη θεατρική υπόσταση.

exiprosopa piradelo texnes plus

Άλλο έργο της περιόδου «Ερρίκος Δ’». Εδώ ένας πλούσιος των αρχών του 20ου αιώνα έχει ταυτιστεί με τον Ερρίκο Δ’ αυτοκράτορα της Γερμανίας τον 11ο αιώνα. Ο περίγυρος του συντηρεί την αυταπάτη μέχρι το απροσδόκητο φινάλε. Εμφανής η επιρροή από Σοπενχάουερ σε αυτό που ονομάζει «αληθινό ψέμα». Σε αυτή την περίοδο ανήκουν «Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα», αλλά και «Η ζωή που σου έδωσα» και το γνωστό στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», όπου το κοινό μεταβαίνει από τη δραματουργία στην πραγματικότητα και οι θεατές ταυτίζονται με τους ήρωες. Το 1925 η σχέση του με την ηθοποιό Marta Abba τον εμπνέει να γράψει πολλά έργα του γι’ αυτήν όπως «Η φίλη των συζύγων», «Ή ένας ή κανένας », «Όπως με θέλεις». Στην τελευταία φάση θεάτρου που ονομάζεται Θέατρο των μύθων, κατατάσσουμε τα έργα του μετά το Νόμπελ λογοτεχνίας το 1934, χρονιά που σηματοδοτεί και την πλήρη ρήξη του με τον φασισμό, η οποία αποτυπώνεται στο ανολοκλήρωτο έργο του «Γίγαντες του βουνού».

Σημαντική μορφή, κορυφαίος δραματουργός, εμποτισμένος με τις απόψεις του Verga και με μια ανθρωπιστική κουλτούρα στοχευμένη στην λατινική, ιταλική και ελληνική γλώσσα. Με την καινοτόμο σκέψη του έλαμψε στον 20ο αιώνα και μας χάρισε έργα σημαντικά. Στην Ελλάδα κάθε χρόνο υπάρχουν παραστάσεις με έργα του, ενώ χαρακτηριστικός πιραντελικός ηθοποιός θεωρούνταν ο Δημήτρης Μυράτ.

            

           Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Πηγές:

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, Ιωάννης Τσόλκας, εκδόσεις ΠΕΔΙΟ, Αθήνα 2015

VOCI ITALIANE IN GRECIA Ιταλικές φωνές στην Ελλάδα, Ζώζη Ζωγραφίδου, Roma, 2013

Εκδόσεις Ηριδανός : «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», «έτσι είναι αν έτσι νομίζετε», «Πρόσωπα ζητούν συγγραφέα», «Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή»

Και https://el.wikipedia.org.wiki/Λουίτζι_Πιραντέλλο

22 Ιουλίου 2018. Η είδηση του θανάτου του σπουδαίου λογοτέχνη Μάνου Ελευθερίου πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία σε μια Ελλάδα που προσπαθεί μάταια να μπει σε καλοκαιρινούς ρυθμούς. Η χώρα μας χάνει ακόμα έναν από τους πιο σημαντικούς πνευματικούς της ανθρώπους. 
Ο Συριανός ποιητής που κατόρθωσε με το προσωπικό ιδιαίτερο του στυλ να κάνει τους Έλληνες να τραγουδήσουν ποίηση, έσβησε στα 80 του χρόνια, τόσο αθόρυβα όσο αθόρυβη αλλά και ταυτόχρονα όσο ηχηρή ήταν και η παρουσία του στην τέχνη. 
Οι Έλληνες, είτε το γνωρίζουν είτε όχι έχουν τραγουδήσει κάποια από τα εκατοντάδες τραγούδια του, που απλόχερα χάριζε σε ξεχωριστές φωνές. Σαν να μην έφτανε η απώλεια του, σαν να δόθηκε παραγγελιά στο Χάρο, όπως ανέφερε στο μήνυμά του ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών, Βαγγέλης Θεωδορόπουλος, βγήκε παγανιά στο Μάτι, όπως λέει και το τραγούδι του Μάνου, μια μέρα μετά στις 23 και πήρε μαζί του με τον πιο άσπλαχνο και σκληρό τρόπο 98 ψυχές. Η Ελλάδα πάγωσε. 
Σχεδόν σαράντα μέρες μετά, το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου ορθά έκρινε να διοργανώσει μια συναυλία αφιέρωμα στον μεγάλο στιχουργό για να τιμήσει τη ζώσα μνήμη του, χρησιμοποιώ εκ νέου τα λόγια του κύριου Θεωδορόπουλου, γιατί μορφές σαν τον Ελευθεριόυ συνεχίζουν να ζουν στο διηνεκές μέσω της τέχνης τους, δεν χάνονται ποτέ. 
 Η συναυλία αυτή, που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 29 Αυγούστου, συγκέντρωσε το ζωηρό ενδιαφέρον του κοινού για πολλούς λόγους, ο κυριώτερος ήταν ότι επρόκειτο για συναυλία αλληλεγγύης στους πυρόπληκτους, δεδομένου ότι οι εκλεκτοί καλλιτέχνες τραγούδησαν αφιλοκερδώς. Συγκεντρώθηκαν 99.000 ευρώ, ποσό που θα κατατεθεί σε λογαριασμό για τους πληγέντες της Ανατολικής Αττικής. 
Η σημασία της βραδιάς όμως είναι πολύτιμη και για έναν άλλο λόγο, μια και οι 4000 άνθρωποι που κατέκλυσαν το Ωδείο Ηρώδου Αττικού είχαν την ευκαιρία να ακούσουν τραγούδια του Μάνου από τις μαγικές φωνές καλλιτεχνών μεταξύ των οποίων την Μαρία Φαραντούρη, την Τάνια Τσανακλίδου, τον Λάκη Χαλκιά, που όλο και πιο αραιά έχουμε την τιμή να ακούμε. Η ευαισθησία τους, το ταλέντο τους, τα μεγάλα τραγούδια και η φόρτιση μας, συνέβαλαν στο να ζήσουμε μια μαγική βραδιά!
 Ο εμπνευστής της βραδιάς Γιώργος Νταλάρας ξεκίνησε τη συναυλία, αφού πρώτα τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή. Εκτός από τους καλλιτέχνες που ήδη ανέφερα, τραγούδησαν και οι: Φωτεινή Βελετσιώτου,Ηρώ Σαΐα, Μίλτος Πασχαλίδης, οι Active Μember, Ασπασια Στρατηγού, Μανόλης Λιδάκης, ο συνθέτης Γιώργος Ανδρέου. Βγήκαν όλοι στη σκηνή στην αρχή και τραγούδησαν, αλλά και όλοι μαζί έκλεισαν την συναυλία. Από τις ξεχωριστές φωνές τους ακούστηκαν «Τα Μαλαματένια λόγια», «Οι ελεύθεροι και ωραίοι», «Θα σε ξανάβρω στους μπαχτσέδες», «Η Διαθήκη», «Ο Άμλετ της Σελήνης», «Οι δρόμοι του Βερολίνου», «Δεν είμαι Άλλος», «Παραπονεμένα λόγια», «Άλλος για Χίο τράβηξε άλλος για Μυτιλήνη», «Παράσταση θα δώσω», «Η αυλή», «Στων αγγέλων τα μπουζούκια» και τόσα άλλα πολυαγαπημένα τραγούδια που συγκίνησαν το κοινό, το οποίο σιγοτραγουδούσε με τη σειρά του.
 
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, τίμησε τη βραδιά με την παρουσία του, καθώς και πλήθος άλλων πολιτικών και καλλιτεχνών.
Pavlopoulos afieroma M.Eleftheriou1 texnes plus
 Κλείνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα που με το ιδιαίτερο ταμπεραμέντο του αποτύπωσε αυτό που σκεφτόμουν για την απώλειασημαντικών πνευματικών ανθρώπων και δυσκολευόμουν να εκφράσω (όσοι ήμασταν εκεί καταλαβαίνουμε τι εννοώ) καθώς και όλους όσους συμμετείχαν σε αυτή την προσπάθεια. Μου επιβεβαίωσαν για ακόμα μια φορά ότι παρά τη ζοφερότητα των καιρών οι Έλληνες έχουν, έχουμε ψυχή και δεν χάνουμε ευκαιρία να το αποδεικνύουμε.
 
 
 
 

Ο Χουάν Ρούλφο (1917-1986) είναι από τους λίγους συγγραφείς που κατάφερε με το μικρό συγγραφικό του έργο, μόλις δύο τίτλοι, «Ο κάμπος στις φλόγες» (1953) και «Pedro Paramo» (1955) να μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, να υμνηθεί από κοινό και μελετητές και να θεωρηθεί ως ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα, καθώς και από τους επιδραστικότερους της χώρας του, χάρη στο εμβληματικό του μυθιστόρημα «Πέδρο Πάραμο». Το εν λόγω έργο θεωρείται προάγγελος του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού, του ρεύματος εκείνου που θα κάνει διάσημη διεθνώς την ισπανόφωνη λογοτεχνία.

Η ιστορία του εξελίσσεται σ’ένα χωριό φάντασμα στην Κομάλα, την πατρίδα της μητέρας του αφηγητή Χουάν Πρεσιάδο, ο οποίος πηγαίνει να βρει τον πατέρα του, κάποιον Πέδρο Πάραμο.Το έργο έχει μια ιδιαίτερη και περίπλοκη πλοκή και καταφέρνει να αποτυπώσει το άχρονο. Χρόνος δεν υφίσταται. Συνυπάρχει το παρελθόν και το παρόν. Τα χρονικά όρια εκμηδενίζονται καθώς και τα χωρικά, εφόσον οι κάτοικοι της Κομάλα είναι νεκροί, έτσι εμφανίζονται και απομακρύνονται από τη σκηνή χωρίς τις συνηθισμένες συμβάσεις. Κεντρική ιστορία δεν υπάρχει. Αποτελείται ουσιαστικά από τρεις επιμέρους ιστορίες που αναπτύσσονται παράλληλα και πλέκονται η μία μέσα στην άλλη. Η κάθε ιστορία είναι η φωνή μιας αλύτρωτης ψυχής που αναζητά την λύτρωση της μέσα από το λόγο. Οι ιστορίες ακούγονται ως μουρμουρητά, αυτός άλλωστε ήταν και ο αρχικός τίτλος του μυθιστορήματος «Τα μουρμουρητά», πριν δοθεί ο τελικός «Πέδρο Πάραμο», που σημαίνει «Καμμένη Γη». Βασικός πρωταγωνιστής το χωριό, ένα χωριό νεκρών, ερειπωμένο και παρηκμασμένο όπως η κοινωνία, η κάθε κοινωνία σε οποιαδήποτε ήπειρο, η Κομάλα, η καμμένη γη στην άκρη της κόλασης.

Ο Χουάν Πρεσιάδο φτάνοντας στην Κομάλα με την υπόσχεση στην ετοιμοθάνατη μητέρα του να βρει τον Πέδρο Πάραμο, τον πατέρα του, «Τα χρόνια που μας ξέχασε παιδί μου κάντον να τα πληρώσει ακριβά», όντας και ο ίδιος νεκρός συναντά πρώτα στην κάθοδο του στον Άδη, τον ονηλάτη Αμπούνδιο, επίσης γιο του Πέδρο Πάραμο που θα τον ενημερώσει για το θάνατο του πατέρα του. Μπαίνοντας στο χωριό έντονη είναι η απουσία θορύβων, «Δεν ζει κανείς εδώ», τον είχε προετοιμάσει ο Αμπούνδιο. Στο χωριό όμως υπήρχε ‘’ζωή’’, αυτή ήταν η αίσθηση του, αλλά ο ίδιος δεν είχε ακόμη συνηθίσει την τόση σιωπή. Στη συνέχεια, συναντά μια ακόμα αμαρτωλή ψυχή, την παιδική φίλη της μητέρας του, Εδουβίχες, που είχε ενημερωθεί για τον ερχομό του από την μητέρα του και τον περίμενε. Εμφανίζεται ο Πέδρο Πάραμο σαν φάντασμα και διηγείται τον έρωτα του για τη Σουζάννα, το μοναδικό ίσως στοιχείο που τον κάνει να μοιάζει ανθρώπινος. Η Εδουβίχες επανέρχεται και του αφηγείται ότι παραλίγο να ήταν εκείνη η μητέρα του, ότι ο Αμπούνδιο έχει πεθάνει από καιρό και ενώ ακούγεται ο καλπασμός αλόγου, του μιλά για το μοναδικό αναγνωρισμένο από τον ίδιο γιο του Πάραμο, τον Μιγκέλ, καθώς και για τον θάνατο αυτού. Ο ιερέας αρνείται να ευλογίσει το νεκρό Μιγκέλ, επειδή ήταν πολύ κακός άνθρωπος, ενώ τελικά τον ευλογεί όταν ο Πέδρο Πάραμο του πετά τα 60 πέσος που ζητά ( περιγραφή και της ηθικής κατάπτωσης της εκκλησίας). Άλλοι ήρωες κυρίως γυναίκες τον οδηγούν στην Μέδια Λούνα, την επικράτεια του πατέρα του, ο οποίος παρουσιάζεται σαν μια περσόνα φρικιαστική.

Εκεί συναντά μια γυναίκα που τον φρόντιζε όταν ήταν μωρό. Αναλαμβάνει να τον ξεναγήσει στην Κομάλα. Παντού ακούγονται αντίλαλοι, «μη φοβηθείς», του λέει και εξαφανίζεται.

Τον Χουάν Πρεσιάδο τον βαραίνουν οι τόσο πολλοί θάνατοι και κυλιέται σε λάσπη.

Οι ιστορίες έχουν κοινό σημείο τη σχέση των αμαρτωλών προσώπων που συναντά ο Χουάν, με τον τύραννο Πέδρο Πάραμο. Η εδεμική Κομάλα των αναμνήσεων της μητέρας του μετατράπηκε σε κόλαση, εξαιτίας της καταστροφικής μανίας του πατέρα του.

Έντονο το μεταφυσικό στοιχείο και η διαφορετικότητα με την οποία αντιμετωπίζουν το θάνατο οι Λατινοαμερικάνοι από τους Ευρωπαίους. Στόχος η υπαρξιακή διάσταση του έργου (ο τύραννος πεθαίνει από το παιδί του) και η πανανθρώπινη διάσταση του έργου.

Η παράσταση «Πέδρο Πάραμο» στο διατηρητέο ξενοδοχείο ‘’Μπάγκειον’’ από την ομάδα ΌΠΕRΑ καταφέρνει να υποβάλλει το θεατή στην νεκρική ατμόσφαιρα του έργου και σ’ αυτό συμβάλλει στο μέγιστο βαθμό η επιλογή του Μπάγκειον, του οποίου η παρακμή αποδεικνύεται το καταλληλότερο σκηνικό για το σκονισμένο, παρηκμασμένο και ερειπωμένο χωριό της Κομάλα. Η σκηνογράφος Τίνα Τζόκα έκανε πολύ καλή δουλειά στο σκηνικό της παρακμής, ενώ επιμελήθηκε και τα κοστούμια, για τα οποία ορθά επέλεξε λευκούς τόνους, νεκρικούς, με διάφανα υφάσματα και δαντέλα. Θα ήθελα στη συνέχεια να αναφερθώ στην ρέουσα μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου και στον υποτονικό φωτισμό της Στέλλας Κάλτσου. Νομίζω πως σε ένα τέτοιο έργο το τρίπτυχο σκηνικά-κοστούμια-φωτισμοί δρουν καταλυτικά στο αποτέλεσμα και έχει γίνει εξαιρετική δουλειά. Στη σκηνοθεσία της η Ελεάνα Τσίχλη διατήρησε ως βασικό πρωταγωνιστή το χωριό της Κομάλα και έβαλε τους ηθοποιούς να διεκδικούν ο καθένας με τη σειρά του μέσω της αφήγησης τους κάποιον από τους υπόλοιπους πρωταγωνιστικούς ρόλους, όπως άλλωστε δηλώνει και στο έργο του ο Χουάν Ρούλφο. Μπλέκει το στοιχείο της χορικότητας με την αφήγηση, ενώ σημαντική θέση κατέχει η μουσική. Εκμεταλλεύεται τη διάταξη του χώρου εξαιρετικά. Το παλιό χλιδάτο ξενοδοχείο που τώρα κρίνεται διατηρητέο, είχε πολλές πολλές πόρτες απ’ όπου μπαίνουν και βγαίνουν τα πρόσωπα του έργου με αρμονία. Αναδεικνύει το ταλέντο των ηθοποιών που έχει στην παράσταση ξεκλειδώνοντας τους όλες τις πτυχές τους (σώμα-φωνή- δεινότητα υποκριτική).

Η ομάδα των ηθοποιών στο σύνολο της λειτουργεί άψογα. Στην προσπάθεια μου να ξεχωρίσω κάποιους θα μιλήσω για την εσωτερικότητα και το πάθος της Τζωρτζίνας Δαλιάνη στο ρόλο της Εδουβίχες, τον Κώστα Βασαρδάνη που ως ιερέας με τις αποχρώσεις της φωνής του, κατάφερε να μας παρασύρει με το παίξιμο του, αλλά και την Νεφέλη Μαïστράλη ως Σουζανίτα. Αξιόλογη η παρουσία του : Νέστορα Κοψιδά, Φώτη Λαζάρου, Γιώργου Νούση και Δανάης Σαριδάκη που συμπληρώνουν την ομάδα ΟΠΕRA. Η μουσική του Θοδωρή Αμπαζή υποβλητική και σε στιγμές μακάβρια και διαπεραστική.

Ένα πολύ σημαντικό έργο της Παγκόσμιας δραματουργίας για πρώτη φορά στη Ελλάδα και κάτω από ιδανικές συνθήκες σε ένα ατμοσφαιρικό χώρο.

 

Από την Νατάσα Κωνσταντινίδη

Ο Γάλλος συγγραφέας Ζαν Κοκτώ συνυπολογίζεται στους δραματουργούς που σημάδεψαν με το έργο τους τον 20ο αιώνα. Ο ίδιος επιμένει στην ποιητική του ιδιότητα και θεωρεί ότι κάθε δουλειά του είναι ποίηση. «La Voix Humaine», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος στα γαλλικά, «Ανθρώπινη Φωνή» που γράφτηκε το 1930 και πρωτοπαίχτηκε στην Comédie Française, πραγματεύεται το θέμα της αυτοκτονίας μιας προδομένης και ερωτευμένης γυναίκας. Θέμα αγαπητό στον συγγραφέα που έχει εμμονή με την καταλυτική παρουσία του θανάτου, γεγονός που δικαιολογείται από την προσωπική τραυματική του εμπειρία. Ο πατέρας του αυτοκτόνησε, όταν ο Κοκτώ ήταν εννέα χρονών και ήταν εκείνος που τον βρήκε νεκρό στο κρεβάτι του.

Βρισκόμαστε στο Παρίσι του ’30 και μια γυναίκα συνομιλεί με τον επί πέντε χρόνια σύντροφο της στο τηλέφωνο, ο οποίος την έχει εγκαταλείψει για να παντρευτεί κάποια άλλη. Στον μονόλογο γινόμαστε μάρτυρες της ψυχολογικής πτώσης της γυναίκας αυτής που σταδιακά εγκαταλείπεται στην απόγνωση και το θάνατο, αν και στην αρχή δείχνει να είναι ψύχραιμη. Δείχνει να μειώνει με την στάση της την προδοσία του εραστή της και να τον συγχωρεί. Θα μπορούσε στην πραγματικότητα η πρωταγωνίστρια να είναι οποιασδήποτε εθνικότητας, ηλικίας και εποχής, δεδομένου ότι ο πόνος του έρωτα είναι καθολικός. Καλώς ή κακώς το έντονο αυτό συναίσθημα έχει πολλές παραμέτρους. Όταν παύει να είναι ευγενές, ένα συναίσθημα ανάτασης και ζωής, δίνει τη θέση του στην καταστροφή και το θάνατο. Υπάρχει πάντα και η σκοτεινή πλευρά του, αυτή που μας δείχνει πόσο λεπτές είναι οι ισορροπίες και πόσο συνδέεται η αγάπη και ο θάνατος. Η ηρωίδα του Κοκτώ φλερτάρει από την αρχή μαζί του, αφού καπνίζει ασταμάτητα, πίνει χάπια με μοναδική παρέα ένα τηλέφωνο που ουσιαστικά είναι συμπρωταγωνιστής της και από αντικείμενο επικοινωνίας γίνεται εργαλείο θανάτου, ένα όπλο που δεν αφήνει ίχνη, δεν κάνει θόρυβο.Η ηρωίδα τυλίγεται με το καλώδιο και τεντώνοντας το θέλει να προκαλέσει το τέλος της.

Η παράσταση του Γεωργιανού σκηνοθέτη Mikheil Charkviani, στην Β’ σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, με πρωταγωνίστρια την επίσης γεωργιανή ηθοποιό Buba Gogorishvili, μία από τις πιο σημαντικές εκπροσώπους της γενιάς της στη χώρα της, επιχειρεί να διαφοροποιηθεί από την κλασική εκδοχή του Κοκτώ, κάνοντας το έργο πιο σύγχρονο, δείχνοντας τη γυναίκα αυτή πιο περήφανη, πιο δυνατή και σίγουρη για τις επιλογές της. «Πληρώνω ακριβά μια ανεκτίμητη χαρά και δε μετανιώνω για τίποτα», λέει χαρακτηριστικά στο έργο. Η παράσταση ανέβηκε αρχικά στο Θέατρο Antoneli στη Γεωργία το 2014 και αφού σημείωσε τεράστια επιτυχία εκεί και χαρακτηρίστηκε από τα σπουδαιότερα ανεβάσματα του έργου στη Γεωργία, ήρθε και στην Αθήνα για λίγες παραστάσεις.

Το έργο του σκηνοθέτη ενός τέτοιου μονολόγου πρέπει να στοχεύει στο ταμπεραμέντο μιας έμπειρης ηθοποιού που μπορεί να διατηρήσει μια εύθραυστη ισορροπία χωρίς υπερβολικά κλαψουρίσματα ή ψευτοδιανοουμενίστικες συμπεριφορές. Πραγματικά με την Gogorishvili πετυχαίνει να εστιάσει ο θεατής στο συναίσθημα, στο ανθρώπινο κομμάτι οδηγώντας τη σε μια ερμηνεία που δημιουργεί την απαιτούμενη ένταση. Το παράστημα της, η ένταση της, η νευρικότητα της και η συγκίνηση της φωνής της, που είναι έκδηλα από την πρώτη στιγμή που αναβοσβήνει το διακόπτη της λάμπας που στέκει δίπλα της, φέρνουν μπροστά στα μάτια του θεατή το δράμα κάθε ερωτευμένης γυναίκας που φτάνει στο τέλος. Το στερεότυπο της αδύναμης γυναίκας, αν και είναι κάπως εξασθενημένο εδώ, υπάρχει, όμως έμφαση δίνεται στην ερμηνεία. Η διαφορά της γλώσσας είναι ένα πρόβλημα που ξεπερνιέται με το συναίσθημα που βγάζει στην ερμηνεία της η ηθοποιός. Το τηλέφωνο πρωταγωνιστής μέχρι την τελευταία σκηνή όπου πριν το τέλος επιχειρεί την «επανάστασή της» και το βγάζει στο νοητό μπαλκόνι για να μην το ακούει, έχοντας κατεβασμένο το ακουστικό. Έξυπνο το σκηνικό εύρημα της τζαμαρίας που υποδηλώνει το μπαλκόνι του διαμερίσματος όπου διαμένει η ηρωίδα.

Μια ενδιαφέρουσα θεατρική μετάκλιση η οποία μας δίνει μια μεγάλη ευκαιρία να γνωρίσουμε δύο σπουδαίους καλλιτέχνες από τη γειτονική χώρα. Θα παίζεται μέχρι τις 2 Ιουνίου. Δείτε το!

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

 

 

Από τον Οκτώβριο του 2017 η σημαντική δραματουργός φεύγει να κατοικήσει σε «κατακόκκινο ουρανό», το έργο της όμως μένει εδώ και δεν περιορίζεται στα 40 χρόνια δραματουργίας και στα 50 συνολικά θεατρικής ζωής, αλλά θα υπάρχει στο διηνεκές. Ευτυχώς. Ξεκίνησε με την Τριλογία της Πόλης το 1965, έργο σταθμός που ανεβαίνει και φέτος από το Φεστιβάλ Αθηνών σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου.

Η Θεσσαλονικιά θεατρική συγγραφέας, αδερφή του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη και σύζυγος του συγγραφέα και καθηγητή ψυχιατρικής Γιώργου Χειμωνά κατέγραψε τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις που συντελέστηκαν στην Ελλάδα από τον Εμφύλιο μέχρι τις μέρες μας. Γράφει θεατρικά έργα-πολιτικά κείμενα, όχι με την εξωστρέφεια που χαρακτηρίζει την πολιτική, αλλά με την εσωτερική δύναμη που χαρακτηρίζει την ίδια ως άνθρωπο. Τα έργα της λοιπόν είναι η πολιτική της στάση απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω της.

Το μονόπρακτο «Ο Ουρανός Κατακόκκινος» αποτελεί έναν μονόλογο, μια κραυγή που γράφτηκε το 1998 και πρωτοπαίχτηκε από την μεγάλη ηθοποιό μας και προσωπική φίλη της Αναγνωστάκη, Βέρα Ζαβιτσιάνου, στο Εθνικό Θέατρο- Νέα σκηνή Νίκος Κούρκουλος σε σκηνοθεσία Βίκτωρα Αρδίττη, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που παραστάθηκε στα 20 χρόνια που ακολούθησαν. Την Σοφία Αποστόλου έχουν ερμηνεύσει η Ρένη Πιττακή, η Λυδία Κονιόρδου και πιο πρόσφατα η Ελένη Ουζουνίδου, ενώ ηχεί στ’ αυτιά μας η ηχογράφηση της ίδιας της Αναγνωστάκη, γεγονός που δηλώνει και την βαθιά σχέση της με το κείμενο της.

Η ηρωίδα «Σοφία Αποστόλου, του Ιωάννου και της Ευγενείας, καθηγήτρια γαλλικής στο Δημόσιο, με ανώτερες σπουδές στη Φιλολογία, κάτοχος επίσης της αγγλικής και της ρωσικής, πρώην καθηγήτρια, απολυθείσα λόγω αλκοολισμού» με «ροπή προς το κακό», είναι μια αστή με πατέρα γιατρό, που παντρεύεται έναν «κομμουνιστή αλλά τσαχπίνη», και εξομολογείται πως έφτασε να βρει νόημα στη ζωή της όταν νοικιάζει σπίτι με θέα τις φυλακές Κορυδαλλού, όπου κρατείται ο γιός της, «ο άσχημος και ηλίθιος, Γιάννης της» μετά τη σύλληψη του και καταδίκη του για μαστροπεία. Από τη μία ο νεκρός κομμουνιστής σύζυγος και από την άλλη ο ασχημούλης αφελής γιός συνθέτουν το κοινωνικό πλαίσιο της Ελλάδας της διαφθοράς. Η αιρετική Αναγνωστάκη γράφει μια ωδή για την ετερότητα. Η Σοφία Αποστόλου αισθάνεται πως ξεχωρίζει : «Εγώ δεν βολεύομαι. Δεν είμαι ο μέσος όρος. Δεν είμαι απ’ αυτούς που ρίχνουν νερό στο μύλο των ισχυρών και νομίζουν πως είναι κάτι, ενώ δεν είναι τίποτα! Δεν έχω καν αλυσίδες για να τις χάσω! Ποτέ δεν είχα αλυσίδες εγώ! Εγώ. Κάνω τη δική μου επανάσταση.»

Η Νένα Μεντή στη νέα της θεατρική πρόκληση και ενώ μας έχει ήδη χαρίσει εξαιρετικούς μονολόγους, καλείται να ενσαρκώσει στο Θέατρο Σταθμός, την Σοφία Αποστόλου. Την ξεπεσμένη αλκοολική ηρωίδα της Αναγνωστάκη και εμφανίζεται στη σκηνή με μαύρα γυαλιά, μποτάκια και ριχτό μπορντώ φόρεμα. Η εικόνα της πείθει. Η τρεμάμενη σε σημεία φωνή της είναι το σαθρό υπόβαθρο της κοινωνίας που καταρρέει, μαζί με τα ιδανικά και τις αξίες της. Αποδίδει το οξύ κείμενο της Αναγνωστάκη άλλοτε συγκινητικά και άλλοτε αποστασιωποιημένα. Η εσωτερικότητα της ηρωίδας που παλεύει για την ‘’ελευθερία’’ της κάνοντας απολογισμό της ζωής της, υπάρχει, αλλά μοιάζει σε σημεία να χάνει τη δύναμη της. Εξαιρετικό το κλείσιμο της, όπου κοιτώντας τους θεατές στα μάτια, δηλώνει ότι δεν βολεύεται, το ίδιο και όταν διαπιστώνει πικρά πως «εδώ στη χώρα αυτή ή είσαι από τους πολύ δυνατούς ή γίνεσαι παράνομος», αλλά και όταν σαν πονεμένη μάνα εξομολογείται «10 χρόνια έφαγε ο Γιάννης μου για το τίποτα. Όλα για το τίποτα»

Ο συγκλονιστικός αυτός μονόλογος που αγγίζει ευαίσθητες χορδές μας, ακούγεται στην παράσταση δεύτερος, αλλά τον σχολιάζω πρώτο λόγω της ιδιαίτερης σχέσης του σκηνοθέτη Μάνου Καρατζογιάννη με τη συγγραφέα. Ανήκει στους ηθοποιούς που έκαναν το ντεμπούτο τους με έργο της ( ‘’Κασέτα’’, 2002), εξάλλου σκηνοθέτησε το 2014 τις «Ενέδρες της ζωής», ενώ εκπονεί αυτή την περίοδο τη διατριβή του πάνω στη δραματουργία της. Επομένως έχει μελετήσει το έργο της και οδηγεί την έμπειρη ηθοποιό του με ακρίβεια.

 

xatzipanagiotis

Ο δεύτερος μονόλογος που στην πραγματικότητα είναι πρώτος, είναι το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Αυτός και το παντελόνι του». Δύο μονόπρακτα που φαινομενικά διαφέρουν, στην ουσία όμως έχουν κεντρικά μοτίβα κοινά : την μοναξιά, τα ψυχικά τραύματα, τις προσωπικές ήττες, τα αδιέξοδα των ηρώων.

Ο Καμπανέλλης ανήκει επίσης στα παιδιά του Θεάτρου Τέχνης, μια γενιά πριν την Αναγνωστάκη και σημάδεψε με το έργο του τη μεταπολεμική ελληνική δραματουργία, αναμορφώνοντας το θεατρικό τοπίο μιας ολόκληρης Ελλάδας. Σε 60 χρόνια θεατρικής παρουσίας άφησε 41 θεατρικά. Το κλασικό πια μονόπρακτο «Αυτός και το πανταλόνι του», με το οποίο έδωσε ρεσιτάλ ερμηνείας ο Βασίλης Διαμαντόπουλος το 1957 όταν γράφτηκε είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής του. Ο Κουν ότι αυτό που τον κάνει ξεχωριστό είναι η θεατρική μαγεία της γραφής του. Το ένστικτο δηλαδή και η γνώση του παλμού των θεατών. Χαρακτηριστικό του η γνησιότητα και η ελληνικότητα των έργων του. Ακόμα και στο «Αυτός και το πανταλόνι του» σκιαγραφείται ο μέσος λαïκός Έλληνας. «Αυτός» που κλαίει, γελάει, φαντασιώνεται, θυμώνει είναι «Εμείς», οι Έλληνες που αναγνωρίζουμε στο πρόσωπο του, αδυναμίες μας, ευαισθησίες μας και συμπάσχουμε με την οδύνη του. Ο «Αυτός» λοιπόν είναι ένα γνήσιο σύμβολο.

Με λιτό μεστό λόγο είμαστε μπροστά σε έναν μονόλογο που ουσιαστικά είναι διάλογος «Αυτού» με το παρελθόν του, τις απώλειες του, τους φόβους του, τον έρωτα που τον προσπέρασε, τους ανθρώπους που αγάπησε.

Ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης καλείται να φέρει σε πέρας ένα εξαιρετικά δύσκολο ρόλο με «βαρύ» παρελθόν και ανταποκρίνεται στο μέγιστο βαθμό. Η φωνή του, η κίνηση του, το μαρτύριο του ήρωα του μας διαπερνά και μας επηρεάζει. Είναι εντυπωσιακό τελικά ένα κείμενο που γράφτηκε 60 χρόνια πριν να αγγίζει το σύγχρονο Έλληνα. Σε αυτόν τον αριστοτεχνικά πλασμένο μονόλογο αποδεικνύεται σολίστας. Κατορθώνει όχι μόνο να συγκινήσει, αλλά και να προβληματίσει το κοινό.

Ξεκινά με το τραγούδι «Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν», στο στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν οδηγήθηκε το 1943 ο Καμπανέλλης, πιστεύω είναι και αυτό συμβολικό. Μας ξεκλειδώνει με την ερμηνεία του καλά κρυμμένους φόβους μας και προκαλεί έναν πλούτο συγκινησιακών αποχρώσεων. «Αν μπορούσα θα’ φευγα πρώτος», προκαλεί τα έπιπλα. Δεν μπορεί όμως ή δεν θέλει. Υποδόριο χιούμορ όταν λέει : «Άλλοι κάνουν παιδιά εγώ τα ταïζω». Ή όταν δεν μπορεί να περάσει την κλωστή στη βελόνα για να ράψει το παντελόνι του : «Μα γιατί γίνεσαι σαχλή;». Τα λόγια του αποπνέουν μια ευαισθησία.

Έντονα συναισθήματα : «Γιατί πέθανες μάνα; Γιατί; Γιατί δεν με ρώτησες;»

Όσον αφορά το σκηνικό (Γιάννης Αρβανίτης) είναι κοινό για τους δύο μονολόγους. Ένα τραπέζι με μια καρέκλα στη μέση και στις δύο πλευρές, μια αναποδογυρισμένη καρέκλα, σκόρπια βιβλία, ένα χαλασμένο κασετόφωνο. Τόσο όσο, χωρίς υπερβολές για να τονιστεί η δυσκολία της εποχής. Ο φωτισμός του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου λειτουργικός. Τα κοστούμια ( Βασιλική Σύρμα) ταιριαστά.

Ακόμα και οι δύο συγγραφείς είχαν κοινά μεταξύ τους, πέρα από τις πολιτικές τους καταβολές περιγράφουν απλούς ανθρώπους, μόνους, Δύο τραγικά πρόσωπα που σηκώνουν ο καθένας το σταυρό του. Πολιτικά κείμενα που ταυτόχρονα είναι και κοινωνικά.

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Ο Διγενής δεν είναι σίγουρα ένα τυχαίο πρόσωπο. Είναι ο δημοφιλέστερος από τους ήρωες των ακριτικών τραγουδιών και ο πρωταγωνιστής ενός έμμετρου αφηγήματος του 11ου – 12ου αιώνα, άγνωστου συγγραφέα, το οποίο αποτελεί το παλαιότερο λογοτεχνικό γραπτό μνημείο της δημώδους ελληνικής μεσαιωνικής γλώσσας και θεωρείται το έργο που σηματοδοτεί την αρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ακούγεται και είναι εξαιρετικά σημαντικό. Ο Διγενής είναι σύμβολο ηρωισμού, δεν είναι άλλος ένας ήρωας.

Στο Θέατρο 104 παρακολουθούμε από την εταιρεία θεάτρου Gaff μια παράσταση με αφορμή το έπος του Διγενή σε σκηνοθεσία Σοφία Καραγιάννη. Μια διασκευή που σκοπό έχει με χιουμοριστικό τρόπο να αποδώσει τα κατορθώματα, τους αγώνες, τους έρωτες και το θάνατο του ήρωα.

Τρεις «ραψωδοί» ζωντανεύουν τον κόσμο του Διγενή γύρω από τον ίδιο και πολεμάνε, ερωτεύονται, χορεύουν, τραγουδάνε, παίζουν σκάκι, «όσο κερδίζω θα μ’ αφήνεις να ζω» λέει ο Διγενής στο θάνατο που ήρθε να τον πάρει. Παίζουν με το θάνατο λοιπόν και ζούνε την κάθε μέρα έντονα, σαν να είναι η τελευταία. Υπάρχει όμως και για τους ήρωες ένα όριο. Ένα όριο που μπορεί να αψηφούν, είναι όμως αυτό που μας εξομοιώνει όλους, ήρωες και μη, ο θάνατος. Ποιος μπορεί να ξεφύγει από τον θάνατο;

Αυτό που βλέπουμε στην εν λόγω παράσταση είναι η μεταφυσική πλευρά του ποιήματος.

Το κοινό το υποδέχονται οι τρεις «ραψωδοί» ξαπλωμένοι στο ξύλινο πάτωμα. Τα μαρμαρένια αλώνια γίνονται το ξύλινο αλώνι ενός γυμνού σκηνικού που έρχονται να το γεμίσουν οι ηθοποιοί με τις ερμηνείες τους. Το έργο ξεκινά και τελειώνει με τον ίδιο τρόπο. Ενδιαφέρον σαν τον κύκλο που κάνει η ζωή, αν σου χαρίσει μια φορά την παρτίδα στο σκάκι, δεν σημαίνει ότι θα στη χαρίζει για πάντα. Είναι κλασικό παράδειγμα θεατρικής δουλειάς που δεν θέλει να εντυπωσιάσει με σκηνοθετικά τεχνάσματα, σοφή σκηνοθετική επιλογή της Σοφίας Καραγιάννη, αλλά επιδιώκει να τραβήξει την προσοχή του θεατή σε σημεία που πρέπει, αποδεικνύοντας ότι το σώμα και η φωνή του ηθοποιού υποκαθιστούν το οποιοδήποτε σκηνικό.

Οι δυνατές ερμηνείες, η ένταση, οι αυξομειώσεις στη φωνή, η μίμηση, η κίνηση (Μαργαρίτα Τρίκκα) δεν περνούν απαρατήρητα. Οι υποβλητικοί φωτισμοί ( Νίκος Βλασόπουλος) συμπληρώνουν το αποτέλεσμα. Και τα κοστούμια των «ραψωδών», τα οποία επιμελήθηκε η σκηνοθέτις Σοφία Καραγιάννη υπηρετούσαν πιστά το όλο εγχείρημα.

Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης (Διγενής), ο Κωνσταντίνος Πασσάς και ο Αλέξανδρος Τούντας λειτούργησαν με εξαιρετική σκηνική χημεία και μας χάρισαν πολλές κωμικές σκηνές δίνοντας νόημα στη φράση του δημοτικού τραγουδιού: «Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα».

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

 

Το έργο «ΚΑΘΑΡΣΗ ΤΩΡΑ» , με αγγλικό τίτλο «THE BIG PURGE», γράφτηκε το 2005 από τον διεθνούς φήμης Μαλαισιανό θεατρικό συγγραφέα Kee Thuan Chye με σκοπό να στηλιτεύσει και να ασκήσει κριτική στην δικτατορία που ταλάνισε τη χώρα του από το 1967. Πρόκειται για μια πολιτική σάτιρα. Ο ίδιος πολυπράγμων, ενεργός στην πολιτική ζωή της χώρας του , ακτιβιστής και με ποικίλα ενασχόληση στα θεατρικά δρώμενα θέλησε να δώσει με την τέχνη του ένα αντίδοτο στην αρρώστια της δικτατορίας, σατιρίζοντας τους πολιτικούς και περιγράφοντας τις ανησυχίες των ανθρώπων, των οποίων η καθημερινότητα έχει ανατραπεί.

Σύγχρονο έργο, με πικρές αλήθειες πανανθρώπινες, σε κάνει να χαμογελάς με καταστάσεις που σε πονάνε. Η τέχνη είναι το γιατρικό, πάντα ήταν και πάντα θα είναι κάθαρση, μια λύτρωση από τα δεινά.

Η παράσταση στο Αγγέλων Βήμα κινείται σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι σουρελιστικό. Ένας κόσμος τσίρκου στον οποίο κινούνται οι μαριονέτες πολιτικοί, πράκτορες και χαφιέδες και το δεύτερο είναι ρεαλιστικό και εκεί κινούνται οι καθημερινοί άνθρωποι με τα προβλήματα και τις ανησυχίες τους.

Η σκηνοθεσία είναι της Μαργαρίτας Δαλαμάγκα-Καλογήρου, η οποία κινήθηκε εκ του ασφαλούς, χωρίς πομπώδη ευρήματα και κινήσεις εντυπωσιασμού. Ενδιαφέρουσα η τοποθέτηση του Πρωθυπουργού- μαριονέτα σε ψηλότερο σημείο, απ’ όπου «κυβερνά» καλύτερα τις μαριονέτες του, χωρίς να αποχωρίζεται ούτε στιγμή το καθικάκι του. Στην ουσία αδιαφορεί για όλα και αφήνει τις μαριονέτες υπουργούς να αποδυναμώσουν με τα μέτρα τους τους πολίτες και να καταπνίξουν οποιαδήποτε προσπάθεια αντίστασης.

Η μετάφραση έγινε από την ίδια τη σκηνοθέτιδα, καθώς και ο σχεδιασμός του χώρου. Σκηνικό σχεδόν ανύπαρκτο ακολουθώντας τις τάσεις των καιρών.

Ο φωτισμός του Βαγγέλη Μούντριχα σκοτεινός, όπως και οι σκοποί της Κυβέρνησης και η ζωή των πολιτών.

Τα κοστούμια του Αλέξανδρου Φιλιππόπουλου, λιτά και μαύρα.

Εξαιρετική η επιμέλεια κίνησης της Νατάσας Μπρουζιώτη που συγκαταλέγεται στα συν της παράστασης.

Οι εννέα νέοι ηθοποιοί, οι οποίοι ενσαρκώνουν τους ρόλους στην παράσταση αποτελούν μια ζωηρή και κεφάτη ομάδα που λειτουργεί προς ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Ξεχωρίσαμε τον δυσκοίλιο Πρωθυπουργό του Βασίλη Χατζηδημητράκη και την κεντρική μαριονέτα για την κίνηση και την έκφραση της, τον Αλέξανδρο Φιλιππόπουλο. Αξίζει όμως να αναφέρουμε και τους υπόλοιπους ηθοποιούς: Σάββας Βασιλειάδης, Αφροδίτη Βραχοπούλου, Σόνια Καλαΐτζίδου, Άννα Κρίνου, Θάνος Κώτσης, Κωνσταντίνος Πολύζος και Σταύρος Ράγιας.

 Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη 

Video

"Ανθρώπινοι ζωολογικοί κήποι: Όν" στο Κέντρο ελέγχου τηλεοράσεων.

Από 13 Οκτώβρη - 11 Νοέμβρη. Κάθε Σάββατο και Κυριακή στις 21:00

Ομάδα NV Sisterhood

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία