Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Γιώτα Δημητριάδη

Γιώτα Δημητριάδη

 

πρώτη δημοσίευση στο texnes-plus.blogspot.gr στις 12/11/15 

«Αφήστε το παιδί να ζήσει»

 

Μπορεί η μειοψηφία να κάνει τη διαφορά; Στη συγκεκριμένη περίπτωση μία ψήφος αρκεί για να σωθεί η ζωή ενός ανθρώπου! Αν το έργο ιδωθεί σαν μια αλληγορία για όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας την εποχή της κυριαρχίας της μάζας, θα αποκαλυφθούν και άλλες κρυφές πτυχές του και ίσως επιχειρηθεί και μια μικρή αυτοκριτική.

Ο λόγος για τους 12 ενόρκους, τη θεατρική μεταφορά της ταινίας 12 angry men του Σίντνεϊ Λιούμετ, με πρωταγωνιστή τον Χένρι Φόντα, που βραβεύτηκε με τη Χρυσή Άρκτο και ήταν υποψήφια για πολλά Όσκαρ. Παράλληλα, ριμέικ της ταινίας έγιναν σε πολλές χώρες.

Η Κωνσταντίνα Νικολαΐδη μετέφρασε και σκηνοθέτησε την παράσταση, που ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο Αλκμήνη και είναι ατμοσφαιρική, έχει  σασπένς και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού. Οι θεατές είναι μέσα στην αίθουσα των ενόρκων και αποτελούν κομμάτι της υπόθεσης. 

Από σκηνοθετική άποψη είναι πολύ πετυχημένη η άρτια τοποθέτηση των ηθοποιών στο μικρό, αλλά υπέροχο, αισθητικά και λειτουργικά σκηνικό του θεάτρου, που κατασκεύασε ο Ντέιβιντ Νεγκρίν και μοιάζει με μαύρο καρτ ποστάλ εποχής. Οι μοναδικοί φωτισμοί ανήκουν στον Αλέξανδρο Αλεξάνδρου.

Εμπνευσμένο και το εύρημα του WC, όπου μπορούν να λάβουν χώρα οι συζητήσεις του παρασκηνίου μεταξύ των ενόρκων ή οι ιδιωτικές τους σκηνές.

Η αυστηρή και αποφασιστική φωνή της Νένα Μεντή μας εισάγει στην υπόθεση. Μια έξυπνη αντίθεση να ακουστεί γυναικεία φωνή μέσα σε αυτόν τον ανδροκρατούμενο χώρο.

Οι δώδεκα ηθοποιοί που υποδύονται τους ενόρκους παρέχουν με τη σειρά τους δώδεκα ψυχογραφήματα ανθρώπων, που στο πλαίσιο μιας δύσκολης απόφασης σκιαγραφούνται η ζωή και ο χαρακτήρας τους. Από τις πιο δυνατές τους στιγμές είναι εκείνες στις οποίες βουβοί παρακολουθούν τις σκηνές των υπολοίπων, οι σκηνές που δεν παίζουν οι ίδιοι.

Ο Χριστόδουλος Στυλιανός, που από την αρχή υποστηρίζει την αθωότητα του παιδιού, χτίζει μια ερμηνεία μεστή και άμεση. Ο πιο σκληρός του «αντίπαλος», ο Κώστας Τριανταφυλλόπουλος, είναι ένας άνθρωπος με απωθημένα, του οποίου η σκηνική αποδόμηση του ρόλου παρουσιάζεται σταδιακά. Στο τέλος όμως κάτι συμβαίνει και ο πολύ καλός ηθοποιός δεν μας συγκινεί όπως θα περιμέναμε με το μονόλογό του. Ο Γιώργος Γιαννόπουλος μάλλον χάνεται στο «φαίνεσθαι» του λαϊκού τύπου.  

Ο Αλέξανδρος Πέρρος είναι ο ένορκος που βιάζεται να ξεμπερδέψει με την υπόθεση και μας το δείχνει υποκριτικά με κάθε τρόπο. Με σκηνική ευφυΐα και εμπειρία αξιοποιεί την ηλικία του ρόλου του ο Τρύφων Καρατζάς. Από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης είναι η «ανάκριση» του Βασίλη Παλαιολόγου, ενός εξαιρετικού ηθοποιού στη ρωγμή του ρόλου του. Ο Περικλής Λιανός αποδίδει με τις κωμικές νότες και την ειλικρίνεια του χαρακτήρα του τον ένορκο. Πειστικοί είναι ο Κωνσταντίνος Μουταφτσής ως υπεύθυνος για τη διεξαγωγή της όλης διαδικασίας της ψηφοφορίας, ο Αυγουστίνος Κούμουλος ως μικροαστικός τύπος και οι Μανώλης Ιωνάς, Χάρης Μαυρουδής και Απόλλων Μπόλλας με τις συναισθηματικές διακυμάνσεις τους σε κάθε νέο δεδομένο.

Πέρα από κάθε προσωπική κρίση και άποψη για τις ερμηνείες των ηθοποιών, αυτό που αξίζει να σημειωθεί και να χειροκροτηθεί είναι ότι κατάφεραν να χτίσουν μια παράσταση συνόλου! Μια παράσταση που χωρίς να κουνά το δάχτυλο στα 90 λεπτά που διαρκεί προβληματίζει για ζητήματα ουσίας.

 

 

 

 

 πρώτη δημοσίευση στο texnes-plus.blogspot.gr 6/8/16 

"Στον Μηνά"  

 

 

 

Δεκαπέντε γυναίκες ντυμένες(;) περπατούσαν, συγχρονισμένα, με μικρά, σχεδόν ανεπαίσθητα, βηματάκια προς στο κοίλον του αργολικού θεάτρου. Μια πιανίστρια με εντυπωσιακό καπέλο φρούτων έπαιζε τις πρώτες νότες.

Οι νότες συνέχισαν να ακούγονται...

Μπλέκονταν μάλιστα με τον γκιώνη της Επιδαύρου. Τα βηματάκια έγιναν όλο και πιο θαρραλέα. Οι γυναίκες πλησίασαν προς τα διαζώματα. Κάποια στιγμή το σύνολο έσπασε σε κομμάτια σαν όστρακο, άνοιξε και παρουσιάστηκε στη θυμέλη η Λυσιστράτη.

Ήταν εκεί «Μια γυναίκα μόνη». Το πρώτο επεισόδιο είχε ξεκινήσει...

Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός σκηνοθέτησε μια Λυσιστράτη τολμηρή, με άποψη, σύγχρονη, και κατάφερε να ξεπεράσει κάποιους σκοπέλους του έργου, που πολλές φορές οδηγούν στο λαϊκισμό, στην απλοϊκότητα και στο φτηνό χιούμορ. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η υπέροχη σκηνή, που μας χάρισε ο σκηνοθέτης, όταν βιώσαμε τη νύχτα μαζί με τις γυναίκες στην Ακρόπολη. Εκεί, για πρώτη φορά, δεν είδαμε, αλλά ακούσαμε, μυρίσαμε, νιώσαμε. 

 

Ακούσαμε τις νότες του πιάνου, μυρίσαμε τα πεύκα της Επιδαύρου και απολαύσαμε τον ξάστερο ουρανό. Το σκηνικό της φύσης αγκάλιασε μία από τις πιο χιουμοριστικές σκηνές του έργου, που συνήθως το υπερπαίξιμο και η ανάγκη των σκηνοθετών να την αναδείξουν οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα. 

Επιτυχία της παράστασης ήταν και η έντονη αίσθηση της λειψανδρίας. Η εξαιρετική τετράδα των Γιάννη Βογιατζή, Θέμη Πάνου, Χάρη Τσιτσάκη και Γιώργου Μπινιάρη έδινε στους θεατές να καταλάβουν εμπράκτως ότι τα δεινά του πολέμου ήταν ικανά να κινητοποιήσουν τις γυναίκες με τέτοιο τρόπο.

Εξάλλου δεν πρέπει να ξεχνάμε τη Σικελική Εκστρατεία (415-413 π.Χ.), ενάμιση χρόνο πριν διδαχτεί το έργο του Αριστοφάνη, κατά την οποία «οὐδὲν [έστι] ὅ,τι οὐκ ἀπώλετο» («δεν έμεινε τίποτε που να μη χαθεί»), όπως έγραψε ο Αλιμούσιος Θουκυδίδης και είπε κάποια στιγμή από το μικρόφωνο η Αθηνά Μαξίμου.

Ο Μαρμαρινός επέλεξε για Λυσιστράτη τη Λένα Κιτσοπούλου και το αποτέλεσμα τον δικαίωσε. Η ερμηνεία της είχε μέτρο, εσωτερικότητα, ενδιαφέρουσες διακυμάνσεις και μοναδικές πινελιές της ξεχωριστής προσωπικότητάς της.

 

Εύστοχα τα σχόλια για τις γυναίκες που ερωτεύονται με «ανώμαλο» τρόπο και οι αναχρονισμοί που χρησιμοποιήθηκαν από τον Χίτλερ μέχρι το βιαστή Παπαχρόνη. «Έστειλε κανένας άντρας γράμματα στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη;» αναρωτήθηκε.

Σε κάποια σημεία βέβαια διαφάνηκε και ο χαρακτηριστικός «κιτσοπουλισμός», που άλλοι λατρεύουν και άλλοι λατρεύουν να μισούν, χωρίς ωστόσο να αλλοιωθεί το σκηνοθετικό στίγμα του Μαρμαρινού. Αυτό συνέβη σε άλλες παραστάσεις στο παρελθόν, όπως στο Βυσσινόκηπο του Νίκου Καραθάνου.

 

Από την άλλη εντύπωση προκάλεσε το γεγονός ότι, ενώ όλες οι κυρίες της παράστασης εμφανίστηκαν γυμνές στη σκηνή, η πρωτεργάτισσα της επανάστασης κράτησε τα μισά της εσώρουχα. Μάλιστα ήταν τοποθετημένη στο πλάι αριστερά και δίπλα της παρέμειναν σε κάποια σώματα μερικά καλσόν, όπως και στη δεξιά πλευρά, για να τονιστεί το γυμνό σώμα στο κέντρο. Παρ’ όλα αυτά, ήταν έντονη η απουσία, καθώς και ο δυναμισμός στη σκηνή.

Ο χορός (Gemma Carbone, Αθηνά Δημητρακοπούλου, Λένα Δροσάκη, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Άννα Κλάδη, Σοφία Κόκκαλη, Λενιώ Λιάτσου, Ειρήνη Μαρκή, Αθηνά Μαξίμου, Ελένη Μπούκλη, Ηλέκτρα Νικολούζου, Αγλαΐα Παππά, Λένα Παπαληγούρα, Μαρία Σκουλά, Έλενα Τοπαλίδου) ήταν μοναδικός.

Διαλεγμένες μία μία, πρωταγωνίστριες στο σύνολό τους, οι καλλιτέχνιδες ήταν σπουδαίες και λειτούργησαν ως σύνολο και όχι ως άθροισμα, με συντονισμό και ομοιογένεια στα φωνητικά μέσα, επεξεργασμένο ρυθμικό λόγο και κινησιακή όρχηση (κίνηση: Χρήστος Παπαδόπουλος).

Ξεχώρισαν η Κλεονίκη και ο Σπαρτιάτης της Ευαγγελίας Σαρακατσάνη, όπως και η Μυρρίνη της Μαρίας Σκουλά.

Στην παράσταση δεν δόθηκε έμφαση στον αγώνα λόγων μεταξύ Λυσιστράτης και Πρόβουλου. Αντίθετα η σκηνοθετική ματιά του Μαρμαρινού ήθελε τον Αιμίλιο Χειλάκη έναν Πρόβουλο-μαριονέτα που δεν έβγαζε λέξη! Προσέγγιση που είχε τουλάχιστον ενδιαφέρον. Την ωραία φωνή του ηθοποιού ακούσαμε στον Κινησία του, μια στέρεη κωμική φιγούρα.

Το αίσιο τέλος, η νίκη των γυναικών και το τέλος του πολέμου, που επισφραγίστηκε με ένα συμπόσιο αποδόθηκαν στην παράσταση με το σύνθημα «Πιες» και τις γυναίκες να γίνονται ένα με τους άντρες και να κάνουν προπόσεις. Προπόσεις που θα θέλαμε όλοι μας να πούμε, προπόσεις που μας συγκίνησαν πολύ...

 

«Στον άντρα μου» 

«Σ’ αυτόν που θέλω ν’ ρθει»

«Σ’ αυτούς που λείπουν»

«Στον Μηνά» (Χατζησάββα, στον οποίο ήταν αφιερωμένη και η παράσταση...)

«Σε όλα τα επίθετα του έρωτα»

Και σε πολλά ακόμη....

 

Με έμπνευση, φαντασία και πολύ ταλέντο δημιούργησε τα κοστούμια η Μαγιού Τρικεριώτη. Πρακτικά και καλαίσθητα ήταν τα σκηνικά του Γιώργου Σαπουντζή. Εντυπωσιακοί οι φωτισμοί του Thomas Walgrave. Πληρέστατη μουσική πρόταση από τον Δημήτρη Καμαρωτό.

 

12 Σεπτεμβρίου, Ελευσίνα, Παλαιό Ελαιουργείο

16 Σεπτεμβρίου, Θέατρο Βράχων

19 Σεπτεμβρίου, Ηλιούπολη, Θέατρο Αλσους «Δημήτρης Κιντής»

21 Σεπτεμβρίου, Νέα Σμύρνη, Θέατρο Αλσους

24 Σεπτεμβρίου, Ωδείο Ηρώδου Αττικού

 

 

Πρώτη δημοσίευση στο http://texnes-plus.blogspot.gr/ στις 22/8/16

 

«Θέλω να ζήσω εκεί όπου ο πιο μεγάλος ‘‘μπελάς’’ είναι ο φίλος που σε συναντά στο δρόμο και σε καλεί στο σπίτι του γιατί αρραβωνιάζει το γιο του και έχει τραπέζι».

 

Ένα δάσος μέσα στο δάσος και το κοίλον την Επιδαύρου ήταν έτοιμο να υποδεχτεί την παράσταση. Τα φώτα έσβησαν και η πιο μαγική στιγμή είχε φτάσει. Το ατελείωτο μουρμουρητό έδωσε τη θέση του στην ιερή σιωπή. Το σκηνικό φωτίστηκε μοναδικά. Ένα πουλάκι πέρασε πεταχτά από το σύννεφο που δημιούργησε η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου σαν να καλωσόριζε και αυτό μαζί με το κοινό τούς ηθοποιούς στον τόπο του. Προφητικό το γρήγορο φτερούγισμά του, καθώς λίγο αργότερα η Επίδαυρος πλημμύρισε πουλιά!

Οι Όρνιθες του Καραθάνου ήταν άνθρωποι, αλλά από τα σώματά τους ξεπετάγονταν χρωματιστά φτερά. Ήταν άνθρωποι, αλλά είχαν φωνές αηδονιών, όπως η Νατάσσα Μποφίλιου. Λικνίζονταν στην ορχήστρα της Επιδαύρου σαν κύκνοι. Είχαν συγχρονισμό αποδημητικών πτηνών (καλοδουλεμένη κίνηση από την Αμάλια Μπένετ). Βρέχονταν άφοβα από τις σταγόνες της ξαφνικής μπόρας, αφού με το πρώτο τίναγμα τα φτερά τους θα στέγνωναν. Αγαπούσαν το πιο μικρό ξερόκλαδο, την παπαρούνα ,το χαμομήλι, το γκαζόν, γιατί τα έτρεφε.

Οι Όρνιθες του Καραθάνου ήταν μια φανταστική ομάδα ηθοποιών που τα έδωσαν όλα επί σκηνής και χαιρόσουν να τους απολαμβάνεις. Στο αργολικό θέατρο φώλιασαν ταλέντο, τεχνική, γνώση και έμπνευση.

Το δίδυμο Καραθάνος-Σερβετάλης υποδύθηκαν τις δύο ανθρώπινες φιγούρες, τον Πεισθέταιρο και τον Ευελπίδη, με μέτρο, εσωτερικότητα, αλλά και εντυπωσιακή σκηνική εγρήγορση. 

 

 Αρης Σερβετάλης-Νίκος Καραθάνος

Αρης Σερβετάλης-Νίκος Καραθάνος

 

Ο Χρήστος Λούλης, αγνώριστος στο ρόλο του Τυρέα, θύμιζε μάλλον τον Γιάννη Σερβετά και έδωσε ρεσιτάλ στη σκηνή του καλέσματος των πουλιών. Ένα φοβερό τρίο, οι Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Μαρία Διακοπαναγιώτου και 'Εμιλυ Κολιανδρή, επιτέθηκε στους εχθρούς της Νεφελοκοκκυγίας βγάζοντας το μανιφέστο του. Ο σκηνικά γοητευτικός Άγγελος Παπαδημητρίου εμφανίστηκε σαν συγγενής που έφερε γλυκά σε βαφτίσια. Η βασίλισσα Ελισάβετ Αλίκη Αλεξανδράκη κρατούσε πεισματικά την τσάντα της. Ένας τρυποκάρυδος –αυτό και αν ήταν πουλί!– κυριολεκτικά πετούσε και τον απέδωσε μοναδικά ο Μιχάλης Σαράντης3.jpg

Ο Μιχάλης Σαράντης

Η κιτς θεά Ίρις, με καρναβαλικό κοστούμι από τη Βραζιλία, βίωσε με απίστευτη υστερία το δράμα των θεών μπροστά στα μάτια των θεατών και δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια της από τη λιωμένη τούρτα στο πρόσωπο της Γαλήνης Χατζηπασχάλη. Ο Γιάννης Κότσιφας ήταν συγκινητικός και ανθρώπινος ως θεός Προμηθέας. Μια εντυπωσιακή κότα, το μοναδικό πτηνό με αληθινά φτερά, η Φωτεινή Μπαξεβάνη, σε μια σκηνή από δεύτερη διάσταση διέκοψε τον Ευελπίδη από την περιγραφή των βασανιστηρίων με το επικό «Σκάσε». Επίσης, πολύ καλοί ήταν οι Έκτορας Λιάτσος, Κωνσταντίνος Μπιμπής και Φοίβος Ριμένας σε ρόλους πουλιών και θεών. Ο Νίκος Καραθάνος είχε στη διάθεσή του μια ομάδα ταλαντούχων ηθοποιών που κατάφερε να την απογειώσει ερμηνευτικά.

 

Επέλεξε όμως να εμπλουτίσει το θίασό του με τον πιο ιδανικό πατέρα των θεών, βάζοντας στη θέση του Δία τον Γιάννη Σεβδικαλή, που έχασε και τα δύο του πόδια σε ατύχημα, θέλοντας έτσι να στείλει μήνυμα ότι τα όνειρα δεν ακρωτηριάζονται. Ότι υπάρχουν και τα φτερά της ψυχής. Σήμερα ο Γιάννης μοιράζει τα μετάλλια που κερδίζει στους αγώνες σε ανθρώπους που αγαπά! Ο γύρος της ορχήστρας που μας χάρισε, συνδεδεμένος συγκυριακά και με τη συναισθηματική φόρτιση των αγώνων στο Ρίο, ήταν μια ανατριχιαστική στιγμή. 

 

Η αηδόνα του δεν ήταν ηθοποιός, ήταν η Βασιλική Δρίβα, μια γυναίκα που δεν ψήλωσε πολύ και την έβγαλε από τη φωλιά της ο Τυρέας, ο Χρήστος Λούλης, την τοποθέτησε στη θυμέλη και εκείνη ντυμένη σαν πριγκιποπούλα ξεκίνησε να μιλά για τα πουλιά, για τον έρωτα, για την ευτυχία... φώναξε δυνατά «Αγάπη- τσίου-τσίου!» και καταχειροκροτήθηκε. Στο σημείο αυτό βέβαια η λεπτή γραμμή με το μελό μάλλον χάθηκε λιγάκι... Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Νίκος Καραθάνος συνεργάζεται με τη Δρίβα, καθώς την είδαμε και στη «Σαλώμη», μόνο που τότε δεν είχε τόσο μεγάλο μονόλογο και η παρουσία της ήταν περισσότερο συμβολική. Εδώ, μετά την ιστορία που διηγήθηκε, παρέμεινε στο χορό των Ορνίθων και υπήρχαν στιγμές που προκαλούσαν μάλλον αμηχανία, καθώς μεταφερόταν από αγκαλιά σε αγκαλιά. 

 

 


4.jpg

Βασιλική Δρίβα- Γιάννης Σεβδικαλής

 

 Στην παράσταση συμμετείχε και η Νατάσσα Μποφίλιου και τις περισσότερες φορές έγινε ένα με το χορό των πουλιών. Χόρεψε ακόμα και γυμνόστηθη κάτω από την μπόρα. Τα τραγούδια που ερμήνευσε συνολικά ήταν μόλις τρία. Ένα κομμάτι μάλιστα συνδέθηκε εξαιρετικά με την ιστορία του πουλιού-Κατσιωλέα, που δεν είχε χώμα να θάψει τον πατέρα του. «Στρώσε χώμα να ριζώσει το τραγούδι μου». Ένα ξένο κομμάτι έγινε μοναδικό μουσικό χαλί σε μια σκηνή ορνιθομαχίας και το τελευταίο παρηγοριά στον πληγωμένο Προμηθέα. 

 

Γενικότερα όμως η παράσταση δεν είχε μουσική ταυτότητα. Ήταν λίγο από όλα. Ακούσαμε σχεδόν όλους τους ήχους, από ραπ, ζεϊμπέκικο (με τον Άγγελο Παπαδημητρίου να κάνει στροφές πάνω από την Αγγελική Δρίβα), ηλεκτρικές κιθάρες, αλλά μελωδία δεν μας έμεινε. Είναι αυτή η αίσθηση όταν σηκώνεσαι από τη θέση σου, κατηφορίζεις σιγά σιγά, αυτές οι πέτρες και έρχονται μαζί με τα συναισθήματα και τις πρώτες σκέψεις στο νου, οι νότες της παράστασης σε συνοδεύουν μέχρι την έξοδο. Εδώ μάταια πίεζε το μυαλό τη γλώσσα να μετακινηθεί μήπως και παραγάγει κάποιον ήχο.

Ο Νίκος Καραθάνος εμπλούτισε τη «Νεφελοκοκκυγία» του με πάρα πολλά ευρήματα και ιδέες, κάνοντάς τη αρκετές φορές υπερφίαλη. Η διάρκεια της παράστασης (2 ώρες και 15 λεπτά) θα μπορούσε να ήταν σίγουρα μικρότερη. Επίσης άλλαξε, πέραν όλων των άλλων, το φινάλε του έργου. Δεν είδαμε πουθενά τη γαμήλια ένωση του Πεισθέταιρου με τη θεά Βασιλεία. Παρακολουθήσαμε ένα φινάλε, δικής του έμπνευσης, με ένα μαγικό πάρτι μεταξύ θεών, πουλιών και ανθρώπων και μια εντυπωσιακή τεράστια φωτεινή λευκή σφαίρα να στροβιλίζεται στο κέντρο του αργολικού κοίλου και όλους να χορεύουν σε ξέφρενους ρυθμούς. Η απόπειρα φαντασίωσης της γαμήλιας ένωσης από το σκηνοθέτη σε ένα νεανικό beach party κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι ήταν καίρια μεταφορά, καθώς δυναμικός και κρίσιμος παράγοντας συγγραφής ενός θεατρικού έργου είναι όχι μόνο οι απόψεις και το ταλέντο του δημιουργού του, αλλά και η άποψη που ο συγγραφέας πιστεύει πως θα είχε το κοινό του. Δύσκολα λοιπόν σήμερα το happy end σηματοδοτείται με ένα γάμο.

Παρά τις όποιες διαφωνίες μας και τις πάρα πάρα πολλές φλυαρίες της, η παράσταση στο σύνολό της κέρδισε το κοινό. Ήταν σαν να ήθελες να σου δώσει κάποιος πολλά φιλιά και να σε γεμίσει και λίγα σάλια μέσα στο πάθος του... Τι θα έκανες; Τον άφηνες να σε φιλήσει.

 

 

 6.jpg


* Η παράσταση θα παρουσιαστεί ξανά για 5 παραστάσεις τον Σεπτέμβριο στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών στις 17, 18, 21, 22, & 23 Σεπτεμβρίου 2016.

 

 

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο…

Δημοσιεύτηκε την Πρωτομαγιά του 2016 στο texnes-plus.blogspot μ' αφορμή τα τρία χρόνια, που συμπληρώθηκαν από τον θάνατο του Λευτέρη Βογιατζή.

 
 
 
Την εβδομάδα των Παθών, στις 2  Μαΐου του 2013, έφυγε από κοντά μας ο σπουδαίος Λευτέρης Βογιατζής. Χτυπημένος από τον καρκίνο, και πριν προλάβει να επαναλάβει το "Θερμοκήπιό" του, αλλά και τον "Οιδίποδα ", άφησε την τελευταία του πνοή στο «Υγεία». Λίγες μέρες αργότερα, ξαπλωμένος στο φέρετρό του, πάντα μέσα στο σπίτι του, στο θέατρό του, μεταμορφώθηκε στον αγαπημένο του Τίνκερ, ενώ δεν παρέλειψε να φορέσει και το μουστάκι του Ρουτ, έβαλε  κλασική μουσική στο καμαρίνι και, αφού τα σκηνοθέτησε όλα στην εντέλεια, άφησε την τελευταία αυλαία να πέσει Σήμερα, 2 Μαΐου του 2016, η εβδομάδα των Παθών, έδωσε τη θέση της στην Ανάσταση και στην Πρωτομαγιά. Σήμερα, συμπληρώνονται τρία ολόκληρα χρόνια από εκείνο το φευγιό, που μπορεί να μην ήταν ξαφνικό, γιατί η παλιοαρρώστια είχε από καιρό χτυπήσει, αλλά ήταν επώδυνο και, για πολλούς, δυσβάσταχτο. Για το δε ελληνικό θέατρο μεγάλη ορφάνια. Οι παραστάσεις του Λευτέρη Βογιατζή ανέβαζαν συνεχώς τον πήχη, γιατί, απλούστατα, είχε τη μαγική ικανότητα να κάνει το τέλειο τελειότερο.Αυτό το αφιέρωμα θα μπορούσε να αναλύει αυτή την καλλιτεχνική, μαγική ικανότητά του και να εξετάσει το έργο του.Σκεπτόμενη, όμως, όλα όσα μας έχει χαρίσει αυτός ο άνθρωπος, προτίμησα μια μέρα σαν κι'αυτή, με την πολύτιμη βοήθεια αγαπημένων φίλων και συνεργατών του να ανακαλύψουμε ιστορίες πίσω από τις παραστάσεις, ώστε να θυμηθούμε ή να γνωρίσουμε τον δικό τους "Λευτέρη"...
 
 
 2.jpg

Ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Δημήτρης Καταλειφός στη «Σπασμένη στάμνα» του Κλάιστ 1982

 

 Δημήτρης Καταλειφός :"Χάρη στον Λευτέρη κατάλαβα πόσο σημαντική είναι η αντιπαραβολή των γεγονότων της καθημερινής μας ζωής"

 
"Με τον Λευτέρη οι πρόβες δεν περιορίζονταν στη σκηνή του θεάτρου. Συνεχίζονταν σε σπίτια, σε δρόμους, σε ταβέρνες, οπουδήποτε. Στη «Σπασμένη στάμνα» θυμάμαι πως περπατούσαμε σε κάποιον δρόμο στο Φάληρο, ξαφνικά πετάχτηκε ένα σκυλί κι εγώ φοβήθηκα.
Ο Λευτέρης μου είπε πως ο Ρούπρεχτ, ο ρόλος που θα έπαιζα, όχι μόνο δεν θα φοβόταν, αλλά θα έπαιζε με το σκυλί και θα το γλεντούσε.
Αυτή η φανταστική για τον ρόλο υπόδειξη ήταν για μένα το κλειδί, το πιο βοηθητικό κλειδί, για να μπω στην ψυχή αυτού του αγροτόπαιδου που είχα να παίξω. Και όπως ήμουν νέος και άπειρος ακόμα, χάρη στον Λευτέρη, κατάλαβα πόσο σημαντική είναι η αντιπαραβολή γεγονότων της καθημερινής μας ζωής με αυτή των ηρώων μας, ώστε να τους συλλαμβάνουμε πέρα από τα λόγια και τις πράξεις που κάνουν σε ένα έργο, για τους δούμε πιο σφαιρικά ως ανθρώπους, πέρα και έξω από τη σκηνή.
 Ενώ ο Λευτέρης είχε μανία με τους τονισμούς και τον λόγο, εγώ προτιμούσα την ευαισθησία και την αισθαντικότητα που του διέφευγε έξω από το θέατρο και μπορούσε να πλουτίσει τη φαντασία και το υποσυνείδητο του ηθοποιού με πολύτιμο βάθος."
 
 
 3.jpg
 
 Ο Δημήτρης Καταλειφός συνδέθηκε με τον Λευτέρη Βογιατζή στην περίφημη «Σκηνή», που συνδημιούργησαν με τον Βασίλη Παπαβασιλείου, τον Τάσο Μπαντή, τη Ράνια Οικονομίδου, την Άννα Κοκκίνου και τη Σμαράγδα Σμυρναίου το 1981, έχοντας ως έδρα το Θέατρο της Οδού Κυκλάδων.
 4.jpg
 
 Ο Λευτέρης Βογιατζής σε πρόβα για την παράσταση "Τόκος"2010(φωτό: Κώστας Ορδόλης)
 
 

5.jpg

Η παιδοκτόνος Τέσσα-Λουκία Μιχαλοπούλου στη σκηνή, που τρώει σπασμωδικά το κεράκι των γενεθλίων της. Την πλαισιώνουν οι ήρωες του «Τόκου»: Γ. Νταλιάνης, Δ. Ημελλος, Ρένη Πιττακή, Γ. Γάλλος, Αλεξία Καλτσίκη και Αγγελική Παπαθεμελή. Πρόβα για την παράσταση 2010

 

Λουκία Μιχαλοπούλου - "Πρόβα, νύχτα στο Μεταξουργείο"
 
"Ένα βράδυ είχα πάει με τον Λευτέρη να δούμε παράσταση, στην επιστροφή χάλασε το μηχανάκι του. Έτσι, βρεθήκαμε, ξαφνικά, σε κάτι επικίνδυνα στενά στο Μεταξουργείο. Εγώ άρχισα να φοβάμαι και ο Λευτέρης το κατάλαβε αμέσως. Τον θυμάμαι να μου λέει: "Αυτός ο φόβος ταιριάζει στην Τέσσα !" -Ήταν ο ρόλος που δουλεύαμε εκείνο το διάστημα για τον ''Τόκο'' -"Ξεκίνα το κείμενο!", μου είπε, και κάναμε μια πρόβα μέσα στη νύχτα που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Νιώθω τυχερή που τον συνάντησα. Μας λείπει...."
 
 
 
Γι' αυτή την ερμηνεία(και για τη Χίλντα) η Λουκία θα κερδίσει το Βραβείο Μελίνα Μερκούρη 2011 και  στον λόγο της θα ευχαριστήσει τον Λευτέρη Βογιατζή :"Μου έμαθε την πειθαρχία και την ακρίβεια στο θέατρο...", θα πει χαρακτηριστικά.
 

6.jpg

  Από αριστερά Πέγκυ Σταθακοπούλου, Λευτέρης Βογιατζής, Εύη Σουλίδου και Ξένια Καλογεροπούλου από το "Bella Venezia"  2005
 
 Ξένια Καλογεροπούλου-  "Ήταν σαν να γράφαμε τον ρόλο μαζί με τον Λευτέρη.Από τα πιο κουραστικά πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου"
 
Μια μέρα μου τηλεφώνησε ο Γιώργος Διαλεγμένος για να μου ζητήσει το τηλέφωνο της Βούλας Ζουμπουλάκη. Δεν το είχα, αλλά έψαξα να το βρω και τότε τον  ρώτησα τι την ήθελε. «Θα ανεβάσει ένα έργο μου ο Λευτέρης Βογιατζής και θέλουμε να της προτείνουμε έναν ρόλο». Την άλλη μέρα τον ρώτησα τι έγινε με την Ζουμπουλάκη και μου είπε: «Μπα, δε δέχτηκε την πρόταση».
«Κρίμα»είπα «εγώ στη θέση της θα ενθουσιαζόμουνα». Μετά από λίγο με ξαναπήρε ο Διαλεγμένος. «Ο Λευτέρης λέει πως έπαιξες μια γιαγιά στο Αμόρε και του άρεσες πολύ. Θέλεις να παίξεις εσύ τον ρόλο;»Κι έτσι ήρθε στο σπίτι ο Λευτέρης και μου έδωσε το έργο να το διαβάσω.Ο ρόλος ήταν μια γυναίκα που διάβαζε μερικές σελίδες από ένα μυθιστόρημα. Τον υπόλοιπο καιρό δε θα έκανε τίποτα απολύτως. Θα διάβαζε, μόνο, από μέσα της.  «Καλά, και τι θα κάνει αυτή τόση ώρα πάνω στη σκηνή;» ρώτησα τον Λευτέρη.
«Δεν έχω ιδέα»μου είπε. «Εσύ θα το βρεις». Εμένα αυτό με γαργάλισε. Θα ήταν σαν να γράφουμε τον ρόλο μαζί με τον Λευτέρη. Εσύ μου έλεγες να μην το κάνω. Εγώ όμως δεν άκουγα τίποτα. Όταν άρχισαμε τις πρόβες με τον Λευτέρη, σου είπα κάποια στιγμή: « Λοιπόν Κωστή, εγώ δεν ξέρω ούτε ποια είναι αυτή που παίζω, ούτε που βρίσκεται, ούτε σε ποιον απευθύνεται».
Εσύ κατατρόμαξες.
«Γιατί δε ρωτάς;» μου είπες. «Δε γίνεται, αυτά θα έπρεπε να τα ξέρεις.Κι εγώ τότε σου είπα: «Εμένα μ' αρέσει που δεν τα ξέρω». Ήταν από τα πιο κουραστικά πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου. Ενώ ήμουν όλη την ώρα στη σκηνή,δεν έπρεπε ποτέ, μα ποτέ, να κοιτάξω τους άλλους ηθοποιούς. Τους άκουγα μόνο, τους αισθανόμουν κι ήταν σαν να τους βλέπω μόνο στο μυαλό μου.
Όταν κοιτάζω τώρα το βιβλίο απ' όπου υποτίθεται πως διάβαζα, βλέπω χιλιάδες σημειώσεις μου σε όλες τις σελίδες. Σε κάθε πρόβα βρίσκαμε με τον Λευτέρη καινούργιες ιδέες για το τι έπρεπε να κάνω ή να νιώθω. Εκτός από τους ηθοποιούς, στην παράσταση έπαιζαν και κάποια «παιδιά»που δεν ήταν καθόλου παιδιά στην ηλικία αλλά που έπασχαν όλοι τους από αυτό που λέγεται «σύνδρομο Ντάουν».
 Η παρουσία τους έδινε κάτι εξαιρετικό παράξενο σε μια βασική σκηνή του έργου. Η ιδέα του Λευτέρη να χρησιμοποιήσει αυτά τα πολύ ιδιαίτερα πλάσματα ήταν τολμηρή αλλά σχεδόν μεγαλοφυής. Το εγχείρημα βέβαια είχε και κάποιες δυσκολίες. Τα "παιδιά" ήταν πολύ χαρούμενα που έπαιζαν στην παράσταση, αλλά δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν επαγγελματίες ηθοποιοί.
Ο Λευτέρης τους έκανε ατελείωτες πρόβες με αστείρευτη υπομονή και εκείνα τον λάτρευαν. Αλλά στα δύο χρόνια που παίξαμε το έργο κάναμε πάντα πρόβα τη σκηνή τους πριν την παράσταση.Όχι ότι κάναμε μόνο αυτή τη σκηνή, δοκιμάζαμε κάθε μέρα και ένα σωρό λεπτομέρειες που σημείωνε κάθε βράδυ ο Λευτέρης.
Τελειομανής, ενθουσιώδης, αφοπλιστικά αθώος και βαθύτατα πονηρός, ο Λευτέρης μπορούσε να είναι πιεστικός και ανυπόμονος, ενίοτε και ανυπόφορος, αλλά συγχρόνως απολαυστικός και αξιολάτρευτος.
Σε οδηγούσε σε δύσκολα και σκοτεινά μονοπάτια, αν όμως κατάφερνες να πορευτείς μαζί του, ο δρόμος μπορεί να ήταν κουραστικός και επικίνδυνος, αλλά ήταν μια συναρπαστική περιπέτεια. Τα δύο χρόνια που δούλεψα κοντά του ήταν επίμονα, αλλά ούτε στιγμή δεν μετάνιωσα γι' αυτά.
Εσένα ο Λευτέρης σου είχε μεγάλη αδυναμία, πρόφερε πάντα τ' όνομά σου με μια ιδιαίτερη γλύκα και τρυφερότητα. Κι εσύ δεν πήγαινες πίσω. Τον αγαπούσες κι εσύ τον Λευτέρη και τον θαύμαζες. Τώρα μου λείπε πολύ. Και δε μου λείπει μόνο σχετικά με το θέατρο. Θα ήθελα να τον συναντήσω έστω μια στιγμή και να με ξαναρωτήσει τρυφερά όπως πάντα: « Τι κάνει ο Κωστής;» * 
 
* Η Ξένια Καλογεροπούλου όταν της ζήτησα να  γράψει μια ιστορία για τον Λευτέρη Βογιατζή μου είπε: « Έχεις διαβάσει το βιβλίο μου;Γράφω εκεί κάτι για τον Λευτέρη.» το είχα ήδη προμηθευτεί, αλλά δεν είχα ξεκινήσει την ανάγνωση. Της το λέω λοιπόν. «Διάβασέ το τότε» μου λέει «Αν σου κάνει, βάζεις αυτή αλλιώς ξαναμιλάμε.»Το ρούφηξα εν μια νυκτί! Η ιστορία αυτή ήταν ένα ακόμη πολύτιμο δώρο γι' αυτό το αφιέρωμα.Το παραπάνω απόσπασμα από το βιβλίο «Γράμμα στον Κωστή» εκδόσεις Πατάκη.
 
Λ. Βογιατζής απέσπασε το Βραβείο Σκηνοθεσίας ελληνικού έργου «Κάρολος Κουν»2006 για τη σκηνοθεσία του έργου «Bella Venezia» στη Νέα Σκηνή. «Το βραβείο αυτό ανήκει εξίσου στους ηθοποιούς και στα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, που τα έδωσαν όλα για να βγουν νικητές στο έργο τους», δήλωσε παραλαμβάνοντας το βραβείο του.Στην ίδια τελετή ο Γιώργος Διαλεγμένος είχε βραβευτεί με το βραβείο ελληνικού έργου για το εξαιρετικό  «Bella Venezia» . Η παράσταση το 2006 είχε κερδίσει και 5 βραβεία του περιοδικού "Αθηνοράματος" (1ο βραβείο Σκηνοθεσίας,2ο βραβείο καλύτερης παράστασης,1ο βραβείο ενδυματολογίας & 2ο σκηνογραφίας Χλόη Ομπολένσκι και 1ο βραβείο φωτισμών Λευτέρης Παυλόπουλος) 
 

7.JPG

Θεατρικά βραβεία του περιοδικού "Αθηνοράματος"  Ξ. Καλογεροπούλου- Λ. Βογιατζής 1/12/10
 
 8.jpg
 
4/8/12 Επίδαυρος "Αμφιτρύων" του Μολιέρου σκηνοθεσία Λ. Βογιατζής, Σ. Γουλιώτη, Κ. Γιαννακόπουλος,Ε. Σαουλίδου, Α. Μουτούση
 
Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος -"Ο Κλάϊστ & τα γυαλάκια κολυμβητηρίου"
 
"«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου». Είναι Μεγάλη Πέμπτη του 2016. Τα ψέματα κυριαρχούν γύρω μου. Όμως εγώ θέλω να γράψω για τον Λευτέρη όπως τον γνώρισα εγώ, πριν από δέκα χρόνια.
2006 και «Αντιγόνη», μετά «Ο πρίγκιπας του Χόμπουργκ» και, τέλος, ο «Αμφιτρύωνας». Τρία έργα. Τρεις συνεργασίες. Σοφοκλής, Κλάϊστ, Μολιέρος. Όχι, δεν θα πω αν ήταν υπέροχες, πολύ καλές ή λιγότερο καλές. Δεν έχει τόση σημασία. Σημασία για μένα έχει ότι ήταν αληθινές.
Εύκολες; Όχι. Αλλά τι ωραίο σ' αυτή τη ζωή είναι και εύκολο;
Με τον Λευτέρη- έτσι τον λέγαμε όλοι- με το μικρό του όνομα, γέλασα, συζήτησα, έμαθα, διαφώνησα, εκνευρίστηκα, απόρησα, τραγούδησα, ταξίδεψα κι όλα αυτά ήταν αληθινά. Γι' αυτό μπορώ και γράφω γι' αυτόν.
Ιστορίες; Πολλές..!
Κάποια στιγμή- δεν θυμάμαι πότε, του είχα κάνει ένα δώρο. Γυαλιά κολυμβητηρίου. Είχαμε πιάσει μια συζήτηση για το κολύμπι και μου έλεγε πως θα 'θελε να κολυμπάει αρκετά για άσκηση. Οπότε σκέφτηκα ότι θα του ήταν χρήσιμα. Χάρηκε πολύ και μ' ευχαρίστησε. Έπειτα από κάμποσο καιρό, που είχε καλοκαιριάσει για τα καλά, μου λέει: «Θέλω να πάω να δω τη Στεφανία στην Επίδαυρο, αλλά δεν ξέρω..., γιατί δεν έχω αυτοκίνητο.». «Α, ωραία», του λέω. «Κι εγώ λέω να κατέβω. Θες να σε πάρω εγώ μαζί μου;». Και πήγαμε. Ξεκινήσαμε πρωί, γιατί ήταν ωραία μέρα και θα έκανε και μπάνιο στην Κάντια, που ήταν και κοινή μας αγαπημένη παραλία.  Σ όλη τη διαδρομή μου διάβαζε Κλάϊστ στα Γερμανικά. Ήταν τρομακτικό. Δεν είδε ούτε ένα δέντρο της διαδρομής, παρά με ρωτούσε κάθε τόσο που βρισκόμασταν . Όταν επιτέλους φτάσαμε στην παραλία, βγάζει τα γυαλάκια κολυμβητηρίου, που τα είχε ακόμη με το κουτί! Του λέω, «Συγνώμη, δεν τα 'χεις φορέσει ακόμα;», και μου λέει ότι δεν το είχε κάνει ακόμα για να μην τα χαλάσει. Όντως τα κρατούσε σαν κάτι πολύτιμο, ενώ ήταν απλά γυαλάκια κολυμβητηρίου. Κατάλαβα τότε πόση ευαισθησία είχε και πόσο αυτή ερχόταν σε απόλυτη αντίθεση με την εικόνα του πιεστικού και δύσκολου σκηνοθέτη.
Μπορώ να πω δεκάδες ιστορίες. Όμως προτίμησα αυτή που δείχνει την άλλη όψη του ίδιου ανθρώπου. Ενός ανθρώπου που αγαπούσε με το δικό του τρόπο... και που ήταν ένας άνθρωπος αληθινά δοσμένος στο θέατρο. Όχι χωρίς κόστος!
 Λείπει. Αλλά ζει στις μνήμες αυτών που τον αγάπησαν. Εγώ τον ευχαριστώ για όλα. Για όλα αυτά τα αληθινά που μοιραστήκαμε!"
 
Ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος συνεργάστηκε ως ηθοποιός με τον Λ. Βογιατζή σε τρεις παραστάσεις («Αντιγόνη», «Ο πρίγκιπας του Χόμπουργκ», «Αμφιτρύωνας») στην Επίδαυρο στις 4 και 5 Αυγούστου του 2012, με τον «Αμφιτρύωνα» του Μολιέρου, που έμελλε να είναι η τελευταία του παράσταση, το κοινό τον χειροκροτούσε ενθουσιασμένο και όρθιο, για αρκετά λεπτά,με θέρμη και ευγνωμοσύνη, και εκείνος υποκλινόταν βαθιά  συγκινημένος και με το χέρι στην καρδιά.
 

9.jpg

Στο σκηνικό του"Ρίττερ-Ντένε-Φος" (φωτό: Σοφία Φραγκούλη) 1991
 
Μάνος Λαμπράκης- "Τριακόσιες λέξεις από τις πρόβες του Λευτέρη Βογιατζή."
 
"Η υποκριτική είναι φαινόμενο ενεργειακής τάξης. Από την δυνητική οργανικότητα του λόγου στην σωματική πυκνότητα. Ελέγχεις την έκθεση σου, για να αισθάνεσαι καλά, και δεν αφήνεσαι στην παρόρμηση που σου ζητάω. Η Εργασία του ηθοποιού πάνω στον εαυτό του. Εγρήγορση. Άλλη θεατρική νοημοσύνη. Ενάντια στη μηχανικότητα  της αντίληψης της θεατρικής πράξης. Ο τρόπος της πράξης να έχει ελλειπτικότητα. Μην πιέζεις τη φωνή σου. Είσαι δειλός γιατί υπάρχει μέσα σου μια φωνούλα ηλίθια που διαμαρτύρεται. Πάρα  πολύ δύσκολο. Η ενθύμηση του εαυτού σου αφαιρεί αυτή την ελευθερία που σου ζητάω. Αυτή η ψευτοσυναισθηματικότητα σε αποσπά από το ζητούμενο. Να αφήνεις τον εαυτό σου αφύλακτο.
Πύκνωση και αραίωση δημιουργούν χώρους. Δεν υπάρχουν συστήματα. Αυτό που σας ζητάω είναι η απόλυτη παρουσία. Ο περιγραφικός λόγος είναι ο θάνατος του θεάτρου. Αν δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή που σου μιλάω μέσα σου η εσωτερική προσοχή,  δεν καταλαβαίνεις τίποτα από αυτά που σου ζητάω. Τίποτα δεν επιτυγχάνεται σε μια μέρα. Βρες αυτό το ρεύμα που θα σε απελευθερώσει. Η εμπλοκή είναι το πιο δύσκολο πράγμα. Αυτοματική κίνηση του νοητού. Η τονικότητα δεν μένει ποτέ σε ένα σημείο. Φέρετε από τις δραματικές σχολές αυτή την έλλειψη ενότητας που σας στερεί την πολυπλοκότητα. Ο τονισμός στην ουσία του δεν είναι τονισμός , είναι κατεύθυνση.
Ετοιμότητα, ετοιμότητα, ετοιμότητα. Η μόνη άσκηση είναι η επανάληψη καθημερινά 10.000 φορές. Η ευελιξία του σώματος δεν έχει καμία σχέση με τις γυμναστικές. Η κίνηση εκφράζει τη γλώσσα της ενέργειας. Η σωστή συγκέντρωση είναι η μη συγκέντρωση. Η δυσκολία πρέπει να προσανατολίζει όλη σας την προσοχή. Πρέπει να σε διαπερνά στην πρόβα διαρκώς μια ανώτερη κατάσταση. Τα λόγια δεν πρέπει να είναι λόγια στο θέατρο. Είστε ηθοποιοί με «εισαγωγικά». Βγείτε από την ύπνωση της δραματικής σχολής. Να βλέπεις εσωτερικά συνέχεια τον εαυτό σου πάνω στη σκηνή, αυτό έκανε διαρκώς η Λαμπέτη. Αυτοδημιουργήσου, αυτό σου ζητάω. Η διαδικασία κάνει τον ηθοποιό. Δεν υπάρχει σκηνοθεσία, μόνο σωματικός κόπος."
 
Η παράσταση "Ρίττερ, Ντένε, Φος" , βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ,  ανέβηκε σε σκηνοθεσία του Λευτέρη Βογιατζή (ο οποίος συνυπέγραφε την μετάφραση με την Σωτηρία Ματζίρη) με τον ίδιο στο ρόλο του Λούντβιχ και τις Όλια Λαζαρίδου και Λυδία Κονιόρδου ως αδελφές του.
Παράσταση που είχε δει στα δέκα του, όπως έχει δηλώσει  ο Γιάννος Περλέγκας, μετέπειτα συνεργάτης του Λ. Βογιατζή, και τον έκανε όπως έχει πει να κατανοήσει τους φιλοσοφικούς στοχασμούς του Αυστριακού συγγραφέα, ώστε να τον ξεκοκαλίσει λίγα χρόνια μετά " Κάτι άφησε μέσα του"
 
10.jpg Στον ρόλο του Κρέοντα στην Επίδαυρο (Αύγουστος 2006)
 
Το 2006 κλείνει το Φεστιβάλ Επιδαύρου με την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή σε νέο ανέβασμα, ενώ το καλοκαίρι του 2007 η ίδια παράσταση ανοίγει το Φεστιβάλ Επιδαύρου και γνωρίζει και πάλι τεράστια επιτυχία.  Ο ίδιος ασχολείται από το 1989 με το έργο του Σοφοκλή όταν ιδρύει το  Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος και το σκηνοθετεί με τους μαθητές του  μία Αντιγόνη κλειστού χώρου, όπου κυριάρχησε «η ένταση του τραγικού ψιθύρου». Έτσι η παράσταση κατάφερε να περάσει στην ιστορία ως "Η Αντιγόνη του Βογιατζή"  
 
 11.jpg
Ο Λ. Βογιατζής στο δρόμο για την Επίδαυρο στις πρόβες του "Αμφιτρύωνα"(φωτο:από το προσωπικό αρχείο της Ε.Μανιδάκη)
 
Εύα Μανιδάκη -"Με τις μακέτες παίζαμε ασταμάτητα, σαν παιδιά.Το θέατρο μαζί του γινόταν παιχνίδι. Σπουδαίο. Μεγάλο."
"Είμαστε στο αυτοκίνητο και πηγαίνουμε Επίδαυρο. Είναι Άνοιξη, είμαστε σε εμπύρετη κατάσταση για την προετοιμασία του "Αμφιτρύωνα". Έχει μετατρέψει τη θέση του συνοδηγού σε προσωρινό γραφείο. Το τεράστιο λεξικό του Larousse, η μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη, η θήκη για τον καφέ που έγινε μολυβοθήκη… Στη διαδρομή μου διαβάζει αποσπάσματα από το πρωτότυπο και μετά από τη μετάφραση. Για το Λευτέρη, έχουν μεγάλη σημασία οι λέξεις, ο ήχος των λέξεων που γίνονται χώροι. Μου κάνει παρατήρηση να πηγαίνω μαλακά στις στροφές, γιατί δε μπορεί να διαβάσει. Ο Λευτέρης δεν έχει φύγει για μένα. Τον αισθάνομαι κοντά μου, όταν δουλεύω στο θέατρο και τον επικαλούμαι να με βοηθήσει, όταν έχω αγωνία για τα σκηνικά που φτιάχνω. Με τις μακέτες παίζαμε ασταμάτητα, σαν παιδιά. Έκανε όλους τους ρόλους, κουνώντας τα ανθρωπάκια κι εγώ έκανα τον φωτιστή, αλλάζοντας στο φακό ζελατίνες. Το θέατρο μαζί του γινόταν παιχνίδι. Σπουδαίο. Μεγάλο."
 

12.jpg

Ο Λ. Βογιατζής "βάζει χέρι" στη μακέτα της Ε. Μανιδάκη για το "Θερμοκήπιο" (φωτό από το προσωπικό της αρχείο)

 

Το 2011 ο Λ. Βογιατζής ήταν ο νικητής του Μεγάλου Βραβείου Θεάτρου της ένωσης θεατρικών κριτικών , που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής, για την παράσταση «Θερμοκήπιο» του Χάρολντ Πϊντερ αλλά και για την πολύχρονη προσφορά του στο θέατρο, για την συγκινητική αφοσίωση και το αξιοθαύμαστο πάθος του, καθώς και την ουσιαστική συμβολή του στην άνοδο της ποιότητας της θεατρικής τέχνης όπως αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια της τελετής. Το βραβείο παρέλαβε αντί για τον σκηνοθέτη η  Αμαλία Μουτούση.

 

13.jpg

Η Εύα Μανιδάκη μαζί με τον Λευτέρη Βογιατζή (φωτό.Γιάννης Βαρουχάκης)


Ο Δημήτρης Καμαρωτός στενός συνεργάτης και φίλος του Λευτέρη Βογιατζή μας παραχώρησε μια φωτογραφία από τις πρόβες τους.

14.JPGΟ Δημήτρης Καμαρωτός μαζί με τον Λευτέρη Βογιατζή σε μια στιγμή εργασίας στην Πειραιώς 260.


Σταμάτης Κραουνάκης - "Σκηνοθετούσε το μαεστριλίκι μου"

«Να το πει ο Λευτέρης» ,είπα στον Παναγιωτόπουλο, στους τίτλους τέλους, είπε «Ναι».
Τέλος πάντων,του έστειλα το ντέμο να το μάθει, κανονίσαμε και την ηχογράφηση, 8 μίση στο στούντιο Sierra. Ο Νίκος (Παναγιωτόπουλος) με την Μαριάννα (Σπανουδάκη) ανήσυχοι « Θα’ ρθει… Δεν θα’ ρθει; Του εξήγησες;» Είχα πει να στείλω τον Θοδωρή να τον φέρει, όχι δεν ήθελε. Ήρθε με το μηχανάκι.
Ναι, ο τύπος αυτός θέριζε την Αθήνα μ’ ένα μηχανάκι κι’ από πίσω ένα κιβώτιο που κουβάλαγε βιβλία, που τα διάβαζε. Βγήκα και περίμενα έξω από το στούντιο, κάποια στιγμή, με καθυστέρηση, είδα να’ ρχεται το μηχανάκι με τον Λευτέρη που φόραγε το κράνος σαν περούκα πιο ψηλά από το κανονικό. Από το βάθος της Μεσογείων από πιο ψηλά «Μα δεν σου είπα από την Αγία Τριάδα;» «Ποια Αγιά Τριάδα;»
«Από Σλήμαν;» «Ποια Σλήμαν;» Μπήκαμε. Παράγγειλε βότκα με πορτοκάλι. Στείλαμε κάποιον και μας έφερε ένα μπουκάλι και ένα χυμό. Στρωθήκαμε μια ώρα πρόβα. Σαν παιδάκι να ρωτάει για τους τονισμούς , τη στίξη. Λέω Θα το απολαύσουμε...στην ώρα πάνω του λέω «Λευτέρη μου, εσύ είσαι μάστερ στη στίξη, να μην το κουράσουμε άλλο, κάνε ο,τι σου κατέβει!»Ηχογράφησε δύο ή τρία τρακ το ένα καλύτερο από το άλλο, όλα διαφορετικά. «Να με βάζεις!» Τον έβαζα. Σκηνοθετούσε το μαεστριλίκι μου, με απαίτηση «Μα σου είπα να με βάζεις!» Είχαμε ένα θεματάκι « Να πω θα τα περάσω στο σκληρό  τα όνειρά μου, τα δέντρα σου τα οπωροφόρα..ή Θα τα περάσω στο σκληρό τα όνειρά μου στα δέντρα σου;» Του λέω «Πες το όπως σου βγει! Το ''θα αφήσω εγώ κληρονομιά'' έχει πιο μεγάλη σημασία» Γελούσε υποδόρια, κυρίως που καταλάβαινε ότι τον ξέρω, κι’ ας μην είχαμε πολλά μέχρι τότε .....αλλά είχαμε… Τελειώσαμε, ακούσαμε. Του λέω «Βάστα τη βότκα μαζί σου!»Τη βάστηξε. Όταν μιξάρισα του έστειλα την ηχογράφηση στο σπίτι του και τις δύο εκτελέσεις, μ’ ενα σημείωμα και κάτι φωτογραφίες μας. Δεν ήταν εκεί, του λέω του Θοδωρή «Ρίχτα κάτω από την πόρτα» Με πήρε «Δεν μου το’ χουν ξανακάνει αυτό.Ραβασάκι κάτω από την πόρτα; Το έχω βάλει στη διαπασών!» Χαρά..
Του λέω για να τον πειράξω: «Αλλά έχουμε κάνει ένα λάθος, έπρεπε να πούμε στα δέντρα σου κι έχεις πει τα δέντρα σου»Παύση… «Και τώρα;» «Τώρα πάει πια, πέρασε στην ιστορία» «Έφταιγε το κείμενο!» ατακάρισε αδυσώπητα και γελάσαμε πολύ..
Μου λείπει όπως όλων μας. Ο «Αμφιτρύων» ήταν ένα αριστούργημα. Καθόταν στην Επίδαυρο, άκρη αριστερά και σημείωνε, εν ώρα παράστασης, με το ψαθάκι του.
Είπα να πάω στο νοσοκομείο, μου είπε ο Μαστοράκης «Μην πας Σταμάτη μου» Τώρα,είναι με τον Παναγιωτόπουλο. Εκεί… Όπου. ..

 

15.jpg

 Σταμάτης Κραουνάκης και Λευτέρης Βογιατζής  κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης(φωτό: Μαριάννα Σπανουδάκη)
 
Τραγούδι "Αθήνα μου" μουσική -στίχοι Σταμάτης Κραουνάκης για την ταινία του Ν. Παναγιωτόπουλου "Τα οπωροφόρα της Αθήνας" (2010)
 
 

 

 

16.jpg
Ο Λευτέρης Βογιατζής στη "Λιμουζίνα" του Νίκου Παναγιωτόπουλου 2012

Στο τελευταίο πλάνο της «Λιμουζίνας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ο Λευτέρης Βογιατζής κάνει το τελευταίο του κινηματογραφικό πέρασμα. Οι δύο άντρες, άλλωστε, μετρούσαν πολλά χρόνια συνεργασίας  και φιλίας. «Είναι το τελευταίο δώρο που ανταλλάξαμε και ο τελευταίος μας τσακωμός»,δήλωνε ο Ν. Παναγιωτόπουλος που έφυγε από κοντά μας ξαφνικά  στις 12/1/16.

17.jpg

 Ευχαριστώ θερμά, όλους όσους μοιράστηκαν στο texnes-plus κάτι τόσο πολύτιμο. Ευχαριστώ για τον ψυχικό κόπο να χωρέσουν στιγμές ζωής μέσα σε λέξεις, που συχνά, μοιάζουν ανίκανες να σταθούν στο ύψος των συναισθημάτων, των σπουδαίων δημιουργών και των ανεξίτηλων βιωμάτων μας. 

Γιώτα Δημητριάδη

Πρώτη δημοσίευση στο texnes-plus.blogspot.gr στις 3/4/16

 

«Σε τέσσερις μέρες ξημερώνουν Χριστούγεννα και με το μίσος περνά ο καιρός...»
 Για την Ελένη Παπαδάκη, την ηθοποιό θρύλο που σε δεκαεννέα μόλις χρόνια καριέρας σφράγισε όσο ελάχιστες καλλιτέχνιδες τη θεατρική τέχνη και στα σαράντα ένα της χρόνια εκτελέστηκε από τους αριστερούς μέσα στον παραλογισμό του εμφύλιου σπαραγμού του Δεκεμβρίου του 1944, θέλησε να μιλήσει ο Μάνος Καρατζογιάννης με την παράσταση Για την Ελένη. Το έργο βασίστηκε στο βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου Η γυναίκα που πέθανε δυο φορές και σε υλικό που είχε συγκεντρώσει ο συγγραφέας για εκείνη.
 Με μια σκηνοθετική άμεση και ουσιαστική παρουσιάστηκαν στο κοινό τα τελευταία γεγονότα της ζωής της σπουδαίας ηθοποιού. Η αφήγηση ξεκινούσε in media res και έπαιζε συχνά με τις άχρονες σκηνές σε ένα μονόλογο που απευθυνόταν στο δολοφόνο της.
 Το βουβό πρόσωπο έγινε αποδέκτης ιστοριών, σκέψεων, επιθυμιών, μέχρι που χόρεψε το ταγκό του θανάτου. Μέσα στη μουσική οι ρόλοι της σκηνής μπλέκονται μαγικά με τις τραγικές συγκυρίες της ζωής και τα πρόσωπα εξυψώνονται, όπως η Αντιγόνη της Παπαδάκη την Κατοχή.
 «[...] Αυτό δεν είναι αντίσταση; Να παίζεις μέσα στην Κατοχή ενάντια στον κατακτητή! Να ξαναγεννηθείς, όχι για να μισείς, μα για ν’ αγαπήσεις τους ανθρώπους […]» είπε  λίγο πριν με πάθος η Μαρία Κίτσου ανεβαίνοντας στη βαλίτσα της και πριν προλάβει να το απολαύσει καλά καλά μια σκέψη την προσγείωσε...
Το σκηνοθετικό εύρημα με τη βαλίτσα-μπαούλο αποτελούσε το βασικό σκηνικό αντικείμενο και λειτούργησε εξαιρετικά. Στην αρχή το είδαμε ανοιχτό με ασπρόμαυρες φωτογραφίες εποχής. Ξεχώριζε αυτή της Κατίνας Παξινού, υπονοώντας τη μεγάλη «διαμάχη» των δύο πρωταγωνιστριών. Στη συνέχεια έγινε πηγή από την οποία ανάβλυσαν κάθε λογής έγγραφα, από θεατρικές κριτικές της εποχής μέχρι κατηγορητήρια, όμως μεταμορφώθηκε και σε σκηνικό βάθρο που σήκωσε  σπουδαίες ερμηνείες...
 Ο Ορέστης (το ψευδώνυμο του Βλάση Μακαρώνα) την είχε εξάλλου σκοτώσει πολλές φορές στη σκηνή πριν τη σκοτώσει στη ζωή, αλλά ο θάνατος που επιλέχθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ποιητικός, ίσως και αλληγορικός. Γι’ αυτό και δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να δούμε την Ελένη Παπαδάκη ξαπλωμένη...
 «Να φοβάσαι το σίδερο και το νερό», της είχαν πει κάποτε... Η φράση επαναλήφθηκε σαν κακός οιωνός που τριβέλιζε το μυαλό της, δημιούργησε  σκηνική ένταση και οδήγησε στο μοιραίο... Χρωματιστές σφαίρες ήταν διάσπαρτες στο σκηνικό (Γιάννης Αρβανίτης), ενώ τα Διυλιστηρία της Ούλεν που ήταν τα Σφαγεία δεν αναφέρθηκαν.
Η Μαρία Κίτσου απέπνεε μια αύρα ντίβας στη σκηνή, άμα τη εμφανίσει της, (καλόγουστο και πρακτικό το φόρεμα της Βασιλικής Σύρμα), συνδυασμένη με κάτι εύθραυστο, αέρινο, δίνοντας παράλληλα χώρο στα στοιχεία της ετερότητάς της. «Τον πραγματικά ελεύθερο άνθρωπο δεν τον θέλει κανείς», έλεγε ένας Ιρλανδός συγγραφέας στου οποίου του έργο είχε παίξει στα νιάτα της, μας πληροφόρησε.

Η Ελένη Παπαδάκη δεν αφηγήθηκε απλώς, αλλά αυτοσαρκάστηκε, απελπίστηκε, εκλιπαρούσε, έκρινε και κρίθηκε. Μια γυναίκα πίσω από την καλλιτέχνιδα που αναρωτιόταν: «Πώς μπορεί ο κόσμος να καταλαβαίνει τα πρόσωπα του δράματος και όχι εμάς που τα γεννάμε;» Μια γυναίκα που ερμήνευσε τόσο πετυχημένα τις τραγικές ηρωίδες και έμελλε να γίνει και η ίδια μία από αυτές με το θάνατό της. Πιστεύω πως με την τριβή των παραστάσεων θα μιλάμε άνετα για μια σημαντική ερμηνεία από την Μαρία Κίτσου, η οποία δεν εγκλωβίστηκε σε μια περσόνα, αλλά έψαξε τα μύχια της ψυχής της, αναδεικνύοντας εκφάνσεις της πολύπλευρης, χαρισματικής και υπερευαίσθητης προσωπικότητας της ηθοποιού και του απείθαρχου «εγώ» της.

Ο Σπύρος Κυριαζόπουλος στο βουβό του ρόλο ήταν συνεπής και τροφοδότησε την πρωταγωνίστρια, κυρίως με τη βλεμματική επαφή, την οποία έχασαν οι θεατές στις περισσότερες θέσεις, αλλά την ένιωσαν. Ο ρόλος του ήταν καταλυτικός στο φινάλε. 
 Μια παράσταση που πραγματικά άξιζε και ευχόμαστε να συνεχιστεί και μετά το φεστιβάλ για να την απολαύσει περισσότερος κόσμος.
 

eleni_1.jpg

eleni_2.jpg

eleni_3.jpg

Ελένη Παπαδάκη 4 Νοεμβρίου 1908 - 21 Δεκεμβρίου 1944
 
«Για την Ελένη»
Βασισμένο στο βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου “Η γυναίκα που πέθανε δυο φορές”
 

Είδα τις 72 ώρες

Πρώτη δημοσίευση στο texnes-plus.blogspot.gr  στις 2/3/16
"Οι οιωνοί έρχονται με προφυλακτικά που σπάνε."
 
Η αέναη «μάχη» των δύο φύλων έχει απασχολήσει την παγκόσμια λογοτεχνία, όλους τους τομείς της τέχνης, της επιστήμης, και έχουν χυθεί τόνοι μελανιού για τη συγγραφή σχετικών άρθρων ψυχολογίας. Όσο για την ψυχανάλυση, από τον μπαμπά Φρόιντ μέχρι τους νεότερους θα αποτελεί πάντα αγαπημένο θέμα.
Γιατί οι γυναίκες αναλύουν τα πάντα και οι άντρες όχι; Σε σημείο μάλιστα που μοιάζουν με μονοκύτταρους οργανισμούς;
Απάντηση έρχονται να δώσουν οι 72 ώρες της Αστερόπης Λαζαρίζου και του Γιώργου Χατζηπαύλου, ένα θεατρικό έργο σύγχρονο, τολμηρό, γεμάτο έξυπνες ατάκες για τις σχέσεις των δύο φύλων, και όχι μόνο. Τόσο αληθινό, που έχει κανείς την αίσθηση πως αφορά τη δική του ζωή.
Εκεί πιθανότατα εντοπίζεται και η επιτυχία του συγγραφικού διδύμου. Η υπόθεση σχετίζεται κυρίως με την ενσυναίσθηση των θεατών.
Στην ιστορία, που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια των θεατών, εντοπίζουν μια άβολη στιγμή τους, ταυτίζονται με τον ήρωα, αναπολούν έναν έρωτα τους, αναστενάζουν με γλυκιά μελαγχολία, παρηγοριούνται γιατί για μια ακόμα φορά συνειδητοποιούν ότι δεν είναι μόνοι, συγκινούνται γι’ αυτό που χάθηκε πριν έρθει ή γι’ αυτό που δεν έχει έρθει, βουρκώνουν στο άκουσμα του «Σ’ αγαπώ», θυμούνται με ταχύτητα φωτός σκηνές που θέλουν να ξεχάσουν ή λένε ότι θέλουν να ξεχάσουν, και κυρίως γελούν, γελούν με την ψυχή τους. Το κοινό γελά ανά δύο με τρία λεπτά!
Ο Γιάννης Σαρακατσάνης σκηνοθετεί το έργο, έχοντας πίστη στη δύναμη της ιστορίας και στηριζόμενος αποκλειστικά στους δύο ηθοποιούς. Αποφεύγει ανούσιες κινήσεις εντυπωσιασμού και στήνει μια παράσταση νευρώδη, με εσωτερικό ρυθμό, που επιτυγχάνει μοναδικά τη σκηνική αλληλουχία και δίνει μια αίσθηση φυσικής ροής. 
Η Βάσω Καβαλιεράτου και ο Κίμων Φιορέτος, έχοντας εξαιρετική σκηνική χημεία μεταξύ τους, ερμηνεύουν πάνω από είκοσι ρόλους ο καθένας, χωρίς να πέσουν στην παγίδα της καρικατούρας, ένεκα της δικαιολογίας της κωμωδίας. Αντίθετα δουλεύουν ουσιαστικά για να διαμορφώσουν χαρακτήρες, γεγονός που είναι εμφανές και από την έντονη σωματικότητά τους. Η σκηνική τους ετοιμότητα; Εντυπωσιακή!
Το σκηνικό (Ηλένια Δουλαδίρη) ανοίγει σαν ένα σπιτάκι της αγαπημένης Πόλι Πόκετ. Όσο οι ήρωες εκφράζουν τα συναισθήματά τους, μοιράζονται αναμνήσεις και βιώματα, τόσο πιο πολλά κουτάκια κάνουν την εμφάνισή τους. Τόσο πιο πολλά έπιπλα του σπιτιού δίνουν το παρών στη σκηνή, έπιπλα που γίνονται μαγικά χαλιά για να τους μεταφέρουν σε ρομαντικές ιστορίες αλλοτινών εποχών και όχι μόνο... Όταν όμως επέρχεται η προσγείωση, τα κουτάκια αφαιρούνται και το σπιτάκι συρρικνώνεται.
Στο φινάλε το τραγούδι του Φοίβου Δεληβοριά «Δεν σε καταλαβαίνω, πες το πάλι ξανά…»  έρχεται να ολοκληρώσει την εμπειρία της παράστασης και να προσθέσει στο γλυκό χαμόγελο με το οποίο αποχωρούν από το Θέατρο Κακογιάννη οι θεατές μια μελωδία που σιγομουρμουρίζουν μέχρι και την επόμενη μέρα στη δουλειά. Η εν λόγω παράσταση αγκαλιάζει όλες τις αισθήσεις και η ανάμνησή της είναι πολύ έντονη.
 

 

 
 
 

Πρώτη δημοσίευση στο texnes-plus.blogspot.gr στις 24/12/15

«Άγριος σπόρος φύτρωσε σ’ ακρογιαλιά σε βράχο,

χίλιους ανθούς επέταξε και άλλα χίλια αγκάθια.

Χιλιάδες προσπαθήσανε να τόνε ξεριζώσουν

Μα σαν τόνε ξερίζωναν, σκόρπιζαν χίλιοι σπόροι».

 

Πόσο εύκολα βάζουμε ταμπέλες στους ανθρώπους; Πού μας οδηγεί η προκατάληψη;

Μπορεί μια ασυνήθιστη, αντικανονική συμπεριφορά να μας ωθήσει να κατηγορήσουμε κάποιον ακόμα και για φόνο; Τα φαινόμενα απατούν; Ποια η προσωπική και κοινωνική ευθύνη;

Τα παραπάνω είναι μερικοί μόνο από τους δεκάδες κοινωνικούς και προσωπικούς προβληματισμούς που μπορούν να προκύψουν από τον Άγριο σπόρο του Γιάννη Τσίρου, που ανεβαίνει στο Θέατρο Επί Κολωνώ.

 

Ο κεντρικός ήρωας, ο Σταύρος, στήνει την αυτοσχέδια καντίνα μαζί με την κόρη του, τη Χαρούλα, σε μια απόμερη παραλία. Προσπαθεί να αντεπεξέλθει στα χρέη του πουλώντας σουβλάκια τα καλοκαίρια στους λιγοστούς τουρίστες. Παρανομεί συνεχώς, δεν έχει άδεια από το δήμο, το υγειονομικό, δεν λειτουργεί η ταμειακή του κ.λπ. Τα παράπονα που εκφράζονται εις βάρος του φαίνεται να μην τον σταματούν, καθώς «έχει τον τρόπο του» με τους υπευθύνους για να τα βρουν... Ένα βράδυ όμως η μυστηριώδης εξαφάνιση ενός νεαρού Γερμανού θα φέρει τα πάνω κάτω. Οι σε βάρος του υποψίες από τους Γερμανούς που κατέφτασαν στην περιοχή διχάζουν στην αρχή το χωριό, αλλά όλοι σιγά σιγά θα θυμηθούν ότι η καντίνα είναι αυθαίρετη, ότι το φυσικό τοπίο παραβιάζεται, ότι η γεννήτρια προκαλεί ηχορύπανση, ότι το χοιροστάσιό του, που βρομά, δεν έχει και άδεια και… πάει λέγοντας.

 

Η Ελένη Σκότη με τη σκηνοθεσία της, πιστή στο ρεαλισμό, οδηγεί τους ηθοποιούς σε ενδιαφέρουσες σκηνικές συμπράξεις, ενώ παράλληλα καταφέρνει να διατηρεί καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης μια ατμόσφαιρα μυστηρίου. Ως αποτέλεσμα οι θεατές, από την αρχή μέχρι το τέλος, αναρωτιούνται και αμφιβάλλουν για το καθετί, παρακολουθώντας τη με ενδιαφέρον. Το χιούμορ και οι κωμικές στιγμές δεν λείπουν, για να αποφορτίσουν την ένταση και να φέρουν την ισορροπία.

Το σκηνικό του Γιώργου Χατζηνικολάου είναι λιτό, ρεαλιστικό, πρακτικό, καλαίσθητο και με τη δυνατότητα της πολυσημίας. Όλα σχεδόν, όσα αναφέρονται στο έργο, έχουν μια θέση σε αυτό.

Οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου άλλοτε μας ταξιδεύουν στο ελληνικό καλοκαίρι με τα ζεστά χρώματα και άλλοτε, καθώς γίνονται ψυχροί, εξυπηρετούν άλλες συνθήκες.

Ο Τάκης Σπυριδάκης αποδεικνύεται ιδανικός για το ρόλο του Σταύρου. Ενώ αρχικά εντοπίζονται στο πρόσωπό του τα εξωτερικά γνωρίσματα του κακότροπου, του ξερόλα Ελληνάρα, που δεν σέβεται του νόμους και είναι απεριποίητος, αχτένιστος, με το πουκάμισο ξεκούμπωτο και τσαλακωμένο, όσο εξελίσσεται η παράσταση διαπιστώνει κανείς ότι έχει δημιουργήσει ένα χαρακτήρα με γερές βάσεις. Αυτό είναι εμφανές στις ψυχολογικές μεταπτώσεις του ήρωα, κυρίως όταν αισθάνεται ότι τον βάζουν στο στόχαστρο. Σπαρακτικός μέσα στην απλότητά του είναι και ο τρόπος που λέει τη φράση «Είδα τον εαυτό μου τόσο δα μέσα στα μάτια τους».

Παρά τη δυναμική του ρόλου του, ο Τάκης Σπυριδάκης δεν πέφτει στην παγίδα να παίζει μόνος του. Αντίθετα είναι εξαιρετικά γενναιόδωρος και με τους άλλους δύο συμπρωταγωνιστές του. Σε αυτό ακριβώς οφείλεται και η επιτυχία της παράστασης, καθώς οι τρεις τους αποτελούν ομάδα.

Η Ντάνη Γιαννακοπούλου, στο ρόλο της Χαρούλας, είναι μια ενδιαφέρουσα θεατρική προσωπικότητα που διατηρεί ισορροπία ανάμεσα στο καθήκον και στο συναίσθημα. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι οι σκηνές στις οποίες αλληλεπιδρούσε με τα εξωσκηνικά πρόσωπα, μέσω των καταθέσεων και των αναμνήσεών της. Η νεαρή ηθοποιός συγκινεί με την αμεσότητα και στο μονόλογό της.

Ο Ηλίας Βαλάσης εκπροσωπεί τον επαρχιώτη αστυνομικό που ψάχνει ευκαιρία να καταχραστεί την εξουσία, για να καλύψει καταπιεσμένα αισθήματα κατωτερότητας. Ο ηθοποιός πείθει στο ρόλο, τόσο με τη στάση του σώματος και τις κινήσεις του όσο και με την εκφορά του λόγου του. 

 

Συνολικά πρόκειται για μια παράσταση αξιώσεων που αξίζει την προσοχή μας.

190841g-8489-cropbw.jpg

 

 

 

 

 

 

 

 



Πρώτη δημοσίευση στο texnes-plus.blogspot.gr στις 11/3/ 16

 

 

Ο Άντον Τσέχοφ, μοναδικός ψυχογράφος, αναλύει τα ανείπωτα που καθορίζουν το χαρακτήρα του ανθρώπου και καταφέρνει να φτάσει στα μύχια της ψυχής. Οι ήρωές του φιλοσοφούν, πλήττουν, ερωτεύονται, αγωνιούν, ελπίζουν, απογοητεύονται και ξαναχτίζουν τις ζωές τους πάνω στα ερείπια. 

 

Το έργο Τρεις Αδερφές, που αφορά την προσδοκία, ο Τσέχοφ το έγραψε το 1901, στο γύρισμα του 20ού αιώνα. Ο ίδιος ο συγγραφέας το χαρακτηρίζει «κωμωδία» και τους χαρακτήρες του «μπουφόνους», καθώς φέρνει καθένα από αυτούς, κάθε τους ελπίδα, κάθε τους αγωνία, αντιμέτωπους με την πραγματικότητα, όπως αυτή σμιλεύεται αμείλικτα στο πέρασμα του χρόνου.

 

Στο Θέατρο Πορεία η παράσταση ευτύχησε να έχει ένα σπουδαίο ανέβασμα από κάθε άποψη. Ο Δημήτρης Τάρλοου ξεκίνησε με βάση του κείμενο, έχοντας εμπιστοσύνη στη σύμπραξη ενός πρώτης τάξεως θιάσου και στο υποκριτικό δώρο των τριών εξαιρετικών πρωταγωνιστριών του.

 

Διάνθισε το ανέβασμα με μικρές πινελιές ελληνικότητας, όπως, για παράδειγμα, κάποια τραγούδια, ειδήσεις, στίχοι ποιητών, το τσίπουρο, τη γαλατόπιτα, την καρυδόπιτα κ.λπ. Φυσικά και τα ονόματα των πρωταγωνιστών. Δεν έχουμε τη Μάσα αλλά τη Μαρία, δεν ακούμε Κουλίγκιν αλλά Θόδωρος! Όλα γίνονται όμως με μέτρο και με αρμονία και τίποτα δεν μοιάζει παράταιρο και αταίριαστο. Ο Δημήτρης Τάρλοου πέτυχε να συντονίσει εξαιρετικά ένα 14μελή θίασο και να εφαρμόσει εκπληκτικά αυτό που έλεγε ο Μίνως Βολανάκης «Σκηνοθεσία είναι αυτό που δεν φαίνεται!»

 

Η Ελένη Μανωλοπούλου δημιούργησε ένα σκηνικό με επίκεντρο ένα σταθμό τρένου, έτσι το στοιχείο της φυγής ήταν συνεχώς και επίμονα παρόν. Οι θέσεις της αμαξοστοιχίας αξιοποιήθηκαν εξαιρετικά. Σε πολλές σκηνές της παράστασης δόθηκε η δυνατότητα στους θεατές να βλέπουν από διαφορετική οπτική την ίδια σκηνή. Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου συμπλήρωσαν θαυμάσια τη σκηνή του Θεάτρου Πορεία, αλλά και ολόκληρο το θέατρο όταν χρειάστηκε, και σε συνδυασμό και με τη μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου, που σε πολλά σημεία παιζόταν και ζωντανά από τους ηθοποιούς, δημιουργήθηκε μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα. 

 

Η Μάσα, ή Μαρία στη συγκεκριμένη περίπτωση, της Ιωάννας Παππά πέτυχε με μοναδικό μέτρο αυτό που έγραψε και ο ίδιος ο Τσέχοφ στις επιστολές του, ως οδηγία στην Όλγα Κνίπερ, που θα ερμήνευε τον ομώνυμο ρόλο: «Να θυμάσαι πως έχει εύκολο το γέλιο και την οργή». Εξαιρετική! Θα με ακολουθεί για καιρό, το αιλουροειδές αποφασιστικό βάδισμα και το βλέμμα της προς στο Βερσίνιν στην πρώτη πράξη και η σπαρακτική σκηνή του αποχωρισμού στην τελευταία. Όπου το μοναδικό ένστικτο και η πείρα του Γιάννη Νταλιάνη απογείωσαν τη σκηνή. Εκπληκτικός Βερσίνιν συνολικά.

 

 

 

IMG_5068.JPG

 

Η Λένα Παπαληγούρα ως Ειρήνη πραγματικά μεταμορφώθηκε! Απέδωσε ευκρινώς την παθιασμένη φύση της νεαρής, άπειρης εικοσάχρονης, και από κοριτσάκι ενηλικιώθηκε για να γίνει στο τέλος μια γυναίκα στεγνή από συναίσθημα, μαραζωμένη. Ένα λουλούδι που σιγά σιγά έχασε τα πέταλά του όσο το όνειρο της Μόσχας έσβηνε και ο αληθινός έρωτας παρέμεινε ουτοπία...

Από τις πιο δυνατές σκηνές του έργου ήταν η ερωτική εξομολόγηση του Σαλιόνι –από τον επίσης πολύ καλό Δημήτρη Μπίτο. Το σκηνικό μας έδινε τη δυνατότητα να απολαμβάνουμε ακόμα και την πλάτη της ηθοποιού να παίζει! 

Ήταν Σσεδόν αδύνατον να μην συγκινηθεί κανείς στον αποχωρισμό από τον Τούζενμπαχ: «Η ψυχή μου μοιάζει με σπάνιο πιάνο που κάποιος το τριπλοκλείδωσε κι έχασε το κλειδί».

 

Ο Παντελής Δεντάκης ως Τούζενμπαχ απέδειξε για μια ακόμα φορά το υποκριτικό του εύρος. Ακολούθησε μοναδικά το μεγάλωμα της Ειρήνας, με τη φθορά ενός ενήλικα –εκείνος δεν είναι βέβαια 20 χρονών, αλλά 42– και έγινε το πρότυπο του τσεχοφικού ήρωα που έζησε με ματαιωμένες ελπίδες και πάλεψε για την ψευδαίσθηση της ευτυχίας μέχρι θανάτου. «Αυτό το χαμένο κλειδί μόνο μου τυραννάει την ψυχή και με κάνει να ξαγρυπνώ...» 

 

 

IMG_5087 (1).JPG

 

 

 
Η Όλγα της Αλεξάνδρας Αϊδίνη θύμιζε σε αρκετά σημεία τη Μαρίνα της Μεγάλης Χίμαιρας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ταίριαζε απαραίτητα στο ρόλο. Η ηθοποιός κατάφερε να αποδώσει στη σκηνή όλη την απελπισία και το αδιέξοδο της γυναίκας που αισθάνεται πως δεν θα δημιουργήσει οικογένεια. Στο δεύτερο μέρος, στη σκηνή της πυρκαγιάς, με τη σκηνοθετική επιλογή να υπερτονιστεί η κωμικότητα στην εμφάνιση της Νατάσας (Μαριάννα Δημητρίου), δεν δόθηκε η ευκαιρία στην ηθοποιό να δείξει τη συντριβή της ηρωίδας, έτσι εκεί το «Αυτή τη νύχτα γέρασα δέκα χρόνια» χάθηκε...

 

IMG_5062.JPG

 Γενικότερα τόσο η Μαριάννα Δημητρίου (Νατάσα) όσο και ο Κώστας Κορωναίος (Κουλίγκινλ ή Θόδωρος) που οδηγήθηκαν σε πιο κωμικούς δρόμους έδωσαν μια ευχάριστη νότα στην παράσταση, τονίζοντας όμως σε σημεία ακόμα περισσότερο την τραγικότητα και τα αδιέξοδα των ηρώων, μέσα από τις φαινομενικά ανάλαφρες ατμόσφαιρες που δημιουργούσαν.

Ο Ανδρέας του Λαέρτη Μαλκότση, ευνουχισμένος από αδερφές και σύζυγο, σε κάθε πράξη έκανε και εκπτώσεις, ώσπου στο τέλος έγινε υποχείριο της Νατάσας. Οι εντάσεις του ήρωα σχεδόν ανύπαρκτες, ωστόσο παρούσες. 

Από τους βετεράνους ηθοποιούς ξεχώρισε ο Τσεμπουτίκιν του Γιώργου Μπινιάρη, που έλαμψε σε κάθε πτυχή του αυτοσαρκαστικού ρόλου του.

Οι Τρεις αδερφές μας είπαν στο τέλος: «Μόνο να μάθουμε γιατί υποφέρουμε. Μόνο αυτό». Εμείς από την πλατεία κουνούσαμε το κεφάλι και τις χειροκροτούσαμε με βουρκωμένα μάτια. 

 

 

 

 

 

 

 
 Πρώτη δημοσίευση στο texnes-plus.blogspot.gr στις 15/10/15
 
Στις εκατοντάδες παραστάσεις που παρακολουθούμε συχνά κυριαρχούν πολλά στοιχεία πέρα και πάνω από τη σχέση του ηθοποιού με το κείμενο, του ηθοποιού με τη σκηνική δράση. Αυτό είναι λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι το θέατρο ως υβριδικό είδος εμπεριέχει όλες τις τέχνες.
 
Πολλές φορές όμως μέσα από τη συγκεκριμένη σχέση το βάρος μιας παράστασης πέφτει σε ένα βίντεο, στο σκηνικό, στα φώτα, στους ήχους, στη μουσική, στο χορό ή, ακόμα χειρότερα, σε κάτι που ο σκηνοθέτης για λόγους εντυπωσιασμού ή στο πλαίσιο προσωπικής φιλοδοξίας –αυτό και αν είναι!-– επιβάλλει στο κείμενο και στο έργο. Τότε λοιπόν χάνεται η ουσία. 
 
Παρακολουθώντας στο Θέατρο Αθηνών το Θεό της Σφαγής απολαμβάνει κανείς αυτή τη σχέση που χάνεται στο περιτύλιγμα, τους ηθοποιούς αντιμέτωπους με το λόγο. 
Οι τέσσερίς τους, εναρμονισμένοι μεταξύ τους και με το σκηνικό, συμβάλλουν σε μια καθηλωτική εμπειρία θέασης και ο καθένας ξεχωριστά αντεπεξέρχεται με την ιδιαίτερη ερμηνεία του στις ανάγκες του ρόλου του. 
 
Στο έργο της Γιασμίν Ρεζά μέσα από κωμικοτραγικές καταστάσεις αναδεικνύονται οι πιο σκληρές αλήθειες για τη ζωή. Τέσσερις ενήλικες συναντιούνται για να συμφιλιώσουν τα παιδιά τους που τσακώθηκαν στο πάρκο και από τη συμπλοκή τους το ένα έχει δύο κατεστραμμένα δόντια. Η συζήτηση σύντομα ξεφεύγει από κάθε πολιτισμένο επίπεδο και στο τέλος ομολογούν ότι «ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής τους». 
 
«Στα έντεκα δεν είναι κανείς μωρό, αλλά ούτε και ενήλικας». 
 
Ποιο είναι όμως το χρονικό όριο της ενηλικίωσης; Υπάρχει τελικά ενηλικίωση ή μήπως κάποια ένστικτα είναι πιο ισχυρά από την επήρεια του πολιτισμού; Είναι ο Θεός της Σφαγής η μόνη δύναμη; 
 
Η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη καταφέρνει να ισορροπήσει στο λεπτό σχοινί μεταξύ σάτιρας, κωμωδίας και δράματος, χωρίς να κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να μετατοπιστεί ολόκληρη η παράσταση προς μια κατεύθυνση. Το γέλιο του θεατή δεν εκβιάζεται με ευκολίες. Αντίθετα η νοημοσύνη του κοινού γίνεται σεβαστή. Τα βάρβαρα χαρακτηριστικά των ηρώων βγαίνουν στην επιφάνεια φυσικά, δεν υπερτονίζονται, με αποτέλεσμα οι χαρακτήρες να αναπνέουν. 
 
Η παράσταση έχει ρυθμό, ατμόσφαιρα, μέτρο και υψηλή αισθητική.
 
Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, στο ρόλο του μεγαλοδικηγόρου Αλέν, που ταιριάζει γάντι στο φιζίκ του, είναι απόλυτα κυνικός και πραγματιστής, μιλώντας για παρενέργειες φαρμάκων που μπορούν να σκοτώσουν αλλά φέρνουν τζίρο. Φλεγματικός και με ένα κινητό να τον αποσπά μονίμως από τη γυναίκα και την οικογένειά του, μοιάζει να έχει συμφιλιωθεί με τη ζούγκλα της ζωής. Ωστόσο χάρη στην υποκριτική του μαεστρία καταφέρνει να κάνει το χαρακτήρα του συμπαθή, βγάζοντας στην επιφάνεια την παιδικότητά του και την απελπισία του.
 
Η σκηνική του συνύπαρξη με τη Στεφανία Γουλιώτη είναι ένα ευτυχές καλλιτεχνικό γεγονός. Έχουμε τη σπάνια ευκαιρία και την απολαύσουμε σε ένα ρόλο με έντονες κωμικές νότες. Οι εκφράσεις της, τα νάζια, ο τρόπος με τον οποίο διαθέτει το σώμα της καταλήγουν σε μια πλήρη και ουσιαστική ερμηνεία. Η Ανέτ, μπίζνεσγουμαν και ενοχική μητέρα, κουβαλά το δράμα της συζυγικής μοναξιάς, ενίοτε εθελοτυφλώντας και ενίοτε ανίκανη να αντιδράσει με «ενήλικο» τρόπο.
 
Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος είναι ένας έμπορος ειδών κιγκαλερίας και ο πιο «λαϊκός» τύπος της παρέας. Το κωμικό του ταλέντο ξεχειλίζει. Με τα εκφραστικά του μέσα σε εγρήγορση, δύσκολα παίρνει κάποιος τα μάτια του από πάνω του. Ο ανοιχτόκαρδος Μισέλ δείχνει τα δόντια του εκεί που κανείς δεν το περιμένει. Η ιστορία με το χάμστερ αποτελεί ίσως την πιο αστεία στιγμή της παράστασης. 
 
Η Λουκία Μιχαλοπούλου και αντιμέτωπη με ένα ρόλο διαφορετικό από όσους την έχουμε συνηθίσει και τα καταφέρνει περίφημα. Υποδύεται τη Βερονίκη, μια συγγραφέα, αφρικανολόγο, ακτιβίστρια, με ιδιορρυθμίες και ευαισθησίες. Αρχικά παρουσιάζεται ως η ήρεμη δύναμη της τετράδας, για να έρθει η ρωγμή του ρόλου και να συνδυάσει με απίστευτη ισορροπία χιούμορ, συγκίνηση και απελπισία, δημιουργώντας στο κοινό μια ενσυναίσθηση για την ηρωίδα που υποδύεται. Εξαιρετική και στις παύσεις της.
 
Καμία όμως από τις παραπάνω σπουδαίες ερμηνείες δεν θα είχε αυτό το εξαιρετικό αποτέλεσμα αν και οι τέσσερις καλλιτέχνες δεν έπαιζαν από κοινού ένα επιτυχημένο τετραπλό πιγκ πογκ, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον.
 
Σκηνικό με άποψη είναι αυτό που δημιούργησε η Αθανασία Σμαραγδή, αφού το σαλόνι στο οποίο διαδραματίζεται το έργο περιβάλλεται από πέτρα, συμβολίζοντας το πρωτόγονο στοιχείο, τη σπηλιά, που πάντα θα είναι μέσα μας ή γύρω μας, όσο και αν υπάρχει στο κέντρο πολιτισμός, με βιβλία, λευκώματα, κλαφουντί και λευκό μάρμαρο στο δάπεδο. Το σκηνικό φωτίζεται (Αλέκος Γιάνναρος) ανάλογα σε σημεία του έργου.
 
Στο τέλος της παράστασης μόνο οι τουλίπες βρίσκουν τη θέση τους στο βάζο. Ωστόσο συγκαταλέγεται αναμφίβολα στις καλύτερες παραστάσεις της σεζόν.
 
 

tg gif 300 250px

bookfeed_konstantinidis

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

 

Πρεμιέρα 10 Φεβρουαρίου 

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 στο Θέατρο ΜΠΙΠ

 (τηλεφωνικές  κρατήσεις 2130344074 )

Αγίου Μελετίου 25, Κυψέλη

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

sample banner

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία