Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Γιώτα Δημητριάδη

Γιώτα Δημητριάδη

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

«Είναι στο χέρι μας αυτά που δεν τολμήσαμε. Αυτά που θέλαμε μα δεν τα κυνηγήσαμε…»

 

«Το γέλιο είναι διαχρονικό, η φαντασία δεν έχει ηλικία και τα όνειρα είναι παντοτινά», έλεγε ο Walt Disney, ο λατρεμένος παραμυθάς, ο οποίος κατάφερε να χτίσει τη μεγαλύτερη βιομηχανία θεάματος στον κόσμο.

Από τις παραγωγές της Disney, δεν θα μπορούσε να απουσιάζει : «Η καλύτερη ιστορία ταξιδιού στον χρόνο που έχει γραφτεί ποτέ κι ιερή όχι μόνο στην Αγγλία, αλλά σε όλον τον κόσμο», όπως χαρακτήρισε τη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Τσάρλς Ντίκενς κι ο σκηνοθέτης Robert Zemeckis, ο οποίος παρουσίασε την τελευταία κινηματογραφική εκδοχή του έργου, με τεχνολογία 3D και πρωταγωνιστή τον Τζιμ Κάρεϊ (2009).

Τιμώντας τον Ντίκενς και τον ξεχωριστό του ήρωα, η Disney έδωσε στον έτερο διάσημο τσιγκούνη Σκρουτζ Μακ Ντακ το όνομα, αλλά και τον χαρακτήρα του, από τον Εμπενίζερ Σκρουτζ του Ντίκενς.

Φυσικά, οι μεταφορές της «Χριστουγεννιάτικης ιστορίας» στον κινηματογράφο είχαν ξεκινήσει, ήδη, από το 1901. Χαρακτηριστικά, αναφέρουμε την ταινία του 1950 με τον Αλαστερ Σιμ στον ρόλο του Σκρουτζ, το καρτούν του 1972 από τον Ρίτσαρντ Γουίλιαμς, την ταινία «Σκρουτζ» (1970) με τον Αλμπερτ Φίνεϊστονστον στον ομώνυμο ρόλο και το «Πάρτι φαντασμάτων» (1989) με τον Μπιλ Μάρεϊ.

Επιπλέον, η ιστορία έχει διασκευαστεί αρκετές φορές για το θέατρο, την τηλεόραση και αλλά και για κόμιξ.

Η «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» κυκλοφόρησε στις 19 Δεκεμβρίου 1843 και μέσα σε μία μόνο εβδομάδα τα 6.000 αντίτυπα που είχαν κυκλοφορήσει εξαντλήθηκαν. Μεταδόθηκε, για πρώτη φορά, στο ραδιόφωνο στις 24 Δεκεμβρίου του 1939, από το αμερικανικό ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο CBS.

Όλα τα παραπάνω, στοιχειοθετούν, πόσο δύσκολο εγχείρημα είναι να επαναλάβει κανείς μια ιστορία, η οποία έχει περάσει στο υποσυνείδητο, ακόμα και με συγκεκριμένες εικόνες, από την παιδική ηλικία, αφού η ιστορία του Ντίκενς, έχει κυκλοφορήσει και σε πολλές παιδικές εκδόσεις.

xristougenniatiki istoria2

Γι’ αυτό κι αξίζουν συγχαρητήρια στον Γιάννη Μόσχο για το θεατρικό ανέβασμα του έργου στη σκηνή Κατίνα Παξινού του Εθνικού Θεάτρου σε εκδοχή μιούζικαλ, βασισμένο στην πρόσφατη διασκευή που έκανε ο Τζακ Θορν για το Old Vic του Λονδίνου, σε πρωτότυπη μουσική του εξαιρετικού Θοδωρή Οικονόμου.

Η παράσταση κατάφερε να ισορροπήσει μοναδικά ανάμεσα στην πρόζα και το τραγούδι. Η σκηνοθεσία, δεν επέλεξε τον εύκολο δρόμο του εντυπωσιασμού, συχνό φαινόμενο στα ελληνικά μιούζικαλ, αλλά δούλεψε επί της ουσίας με τον ταλαντούχο θίασο. Αναδεικνύοντας σε πρώτο πλάνο το υπέροχο παραμύθι, το φώτισε με χιουμοριστικές νότες και πέτυχε το πιο σπάνιο σε μια θεατρική δουλειά, τη γνήσια συγκίνηση. Η παράσταση αγγίζει πραγματικά τις καρδιές μικρών και μεγάλων, δίνοντας αυτό που πραγματικά λαχταρά η ψυχή του ανθρώπου, την πίστη στο παραμύθι, καθώς και την ελπίδα ότι μπορούν να συμβούν μικρά ή μεγαλύτερα θαύματα.

Παραμονή Χριστουγέννων 1843, στη βικτοριανή Αγγλία, ο γερο-τσιφούτης Εμπενίζερ Σκρουτζ σκορπίζει γύρω του το μίσος για τη γιορτή της χαράς και της αγάπης, ταλαιπωρώντας και τον υπάλληλό του Μπομπ Κράτσιτ. Εκείνη ακριβώς τη νύχτα τρία πνεύματα θα επισκεφτούν τον Σκρουτζ...

Το πρώτο θα τον μεταφέρει στα Χριστούγεννα του παρελθόντος. Το δεύτερο θα του δείξει τα φετινά Χριστούγεννα. Και το τρίτο, η αγαπημένη του αδερφή, θα του παρουσιάσει τα μελλοντικά Χριστούγεννα.

Ο Σκρουτζ βιώνοντας αυτές τις τρεις εμπειρίες θα γίνει ο πιο γενναιόδωρος άνθρωπος της πόλης.

Μια ιστορία για τη δύναμη της αλλαγής. Πόσο μπορούμε να αλλάξουμε τη στάση μας, αν αντιληφθούμε τις καταστροφικές συνέπειες της συμπεριφοράς μας;

«Δεν είναι τίποτα που δεν αλλάζει, δεν είναι τίποτα που δεν μπορείς»: είναι ένας από τους εμπνευσμένους στίχους των 21 τραγουδιών, που χάρισε στην ελληνική εκδοχή, ο Σταύρος Σταύρου κι ερμηνεύτηκαν μοναδικά από τον θίασο αλλά και τους εξαιρετικούς μουσικούς τους οποίους διηύθυνε ζωντανά, ο ίδιος ο συνθέτης Θοδωρής Οικονόμου.

Η παράσταση ευτύχησε να έχει πρωταγωνιστή, τον σπουδαίο Αλέξανδρο Μυλωνά. Ο έμπειρος ηθοποιός έδωσε με την ερμηνεία του βάθος κι ουσία στην ψυχοσύνθεση του Εμπενέζερ Σκρουτζ, αποφεύγοντας τον σκόπελο της καρικατούρας, στον οποίο συχνά πέφτουν συνάδελφοί του ερμηνεύοντας τέτοιους χαρακτήρες. Αντίθετα, ο δικός του Σκρουτζ ήταν άμεσος, μπολιασμένος με χιούμορ και κατ’ επέκταση ανθρώπινος, αποτυπώνοντας έτσι τον ήρωα στην ολότητά του.

Σημαντικό επίτευγμα, αν σκεφτεί κανείς από πόσους κορυφαίους ηθοποιούς παγκοσμίως έχει ερμηνευτεί ο ρόλος (Τζορτζ Σι Σκοτ, Τζέρεμι Αϊρονς , Αλμπερτ Φίνεϊστον , Μπιλ Μάρεϊ, Αλάστερ Σιμ, Τζιμ Κάρεϊ κ.α).

Ενδιαφέρουσα η τρυφερή προσέγγιση του Κώστα Βασαρδάνη στον ρόλο του Μπομπ Κράτσιτ, πείθει και συγκινεί. Παρομοίως κι η Στέλλα Αντύπαως Μάρθα Κράτσιτ.

Γλαφυρός αφηγητής και με εξαιρετική κίνηση ο Λαέρτης Μαλκότσης.

Ο Χρήστος Στέργιογλου επιβεβαιώνει το υποκριτικό του υπόβαθρο, ως Τζέικομπ Μάρλεϊ.

Εξαιρετική, όπως πάντα στο τραγούδι η Χριστίνα Μαξούρη, αν και κάπως αμήχανη ερμηνευτικά, ως φάντασμα των περασμένων Χριστουγέννων. Αντίθετα πειστικότατος ο Παναγιώτης Παναγόπουλος ως φάντασμα των τωρινών Χριστουγέννων.

Η Ευαγγελία Καρακατσάνη, χτίζει μια ασυναγώνιστα τρυφερή φιγούρα ως μικρή Φαν και εντυπωσιάζει με το τραγούδι της, ως μελλοντικό φάντασμα των Χριστουγέννων, ντυμένη με το υπέροχο σμαραγδί κουστούμι της, θυμίζει πριγκίπισσα του δημοφιλούς παραμυθιού Frozen.

Η Ελένη Μπούκλη, ως μικρή Μπελ (αγαπημένη του Σκρουτζ), κερδίζει το στοίχημα και οδηγεί τον θεατή σ’ ένα παρελθόν βγαλμένο από μουσικό κουτί. Ενώ η Αλίκη Αλεξανδράκη με τη σκηνική της εμπειρία, είναι συγκινητική ως μεγαλύτερη Μπελ.

Ξεχωρίζει ο Βασίλης Παπαδημητρίου ως μικρούλης Σκρουτζ με τα εκφραστικά του μέσα σε εγρήγορση και τη μαγική φωνή του.

Χαριτωμένη ως μικρούλης Τιμ, η Αριάδνη Καβαλιέρου.

Ικανοποιητικοί και οι: Πάρις Θωμόπουλος, Αλέξανδρος Βαμβούκος, Θανάσης Βλαβιανός και Ζωή Μυλωνά στους μικρότερους αλλά σημαντικούς τους ρόλους, σε μια παράσταση συνόλου.

Λειτουργικό, καλόγουστο και παραμυθένιο το σκηνικό της Τίνα Τζόκα, το ίδιο ισχύει και με τα κουστούμια της. Εξαιρετικοί για μια ακόμα φορά οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου. Γενικότερα το εικαστικό κομμάτι της παράστασης πέτυχε να εντυπωσιάσει μέσα από τη λιτότητά του και την προσοχή στις λεπτομερείς. Ειδική μνεία αξίζει να γίνει και στο υπέροχο μακιγιάζ (Olga Faleichyk).

Η παράσταση δικαιώνει απόλυτα τη φράση του Walt Disney, προσφέροντας ψυχική ευφορία και ανάταση. Ένα υπέροχο χριστουγεννιάτικο δώρο από το Εθνικό Θέατρο για μικρούς και μεγάλους.

 

Να σημειώσουμε πως το Σάββατο 15 Δεκεμβρίου «Η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» ταξιδεύει μέσω του καναλιού της Βουλής στην Αμοργό, στους Παξούς, την Ορεστιάδα, τους Φούρνους και την Ικαρία. Η παράσταση θα μεταδοθεί απευθείας από το Θέατρο Rex Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη».Το πρόγραμμα, που δημιουργήθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων και το Εθνικό Θέατρο με κοινή διάθεση εξωστρέφειας, δίνει τη δυνατότητα σε πολίτες ακριτικών και παραμεθόριων περιοχών να παρακολουθήσουν – σε κλειστούς χώρους που επιλέγουν οι Δήμοι - παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου σε απευθείας σύνδεση και, μάλιστα, με ελεύθερη είσοδο.

Από τη Γιώτα Δημητριάδη 

«Τελικά οι άνθρωποι χωρίζονται σ’ αυτούς που δυσκολεύονται με τη ζωή και σ’ αυτούς που την παίζουν στα δάκτυλα»

Για να μιλήσει κανείς για την παράσταση «Τζασμίν», βασισμένη στο σενάριο του Γούντι Άλεν, σε διασκευή της Ελένη Ράντου (σε συνεργασία με τον Βαγγέλη Χατζηνικολάου) και σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή, νομίζω, πώς πρέπει να έχει ξεκαθαρίσει μερικά πράγματα.

Πρώτον, οφείλει να ξεχάσει την ταινία του Γούντι Άλεν («Blue Jasmine», 2013) ούτε επειδή έχει λάβει πολλαπλές βραβεύσεις και διθυραμβικές κριτικές, ανά τον κόσμο, ούτε επειδή φέρει τη συγκεκριμένη υπογραφή, αλλά μόνο και μόνο επειδή μιλάμε για κινηματογράφο κι ως εκ τούτου, τα διαφορετικά μέσα αδικούν αυτομάτως τη θεατρική εκδοχή.

Δεύτερον, να μην μπει στον πειρασμό να κάνει τις συγκρίσεις, ούτε με την πρωταγωνίστρια Κέιτ Μπλάνσετ και την Ελένη Ράντου και τρίτον να μην επηρεαστεί από τη δήλωση του Αμερικανού συγγραφέα, ότι εμπνεύστηκε την ιστορία από το «Λεωφορείον ο πόθος» του Τ. Ουίλιαμς. Εξάλλου, ο Γούντι Άλεν δεν έκρυψε ποτέ, ότι οι κλασικοί είναι η αδυναμία του, χαρακτηριστικό παράδειγμα, το υπέροχο «Match Ρoint» εμπνευσμένο από τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και το «Crimes and Misdemeanors» από τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Φυσικά σ’ όλες του τις ταινίες κυριαρχεί, τελικά, το δαιμόνιο-σαρκαστικό χιούμορ του.

Επομένως, τι βλέπουμε στη σκηνή του θεάτρου Διάνα; Μια απομίμηση της ταινίας; Λίγο Τ. Ουίλιαμς; Μια σύγχρονη Μπλανς;

Η Ελένη Ράντου, με την εξαιρετική δουλειά της στη θεατρική διασκευή του έργου, έδωσε έμφαση στον πυρήνα της ταινίας, που δεν είναι άλλος, από την τραγική ιστορία μιας γυναίκας, η οποία εγκληματικά εθελοτυφλούσε στον γάμο της πληρώνοντας σκληρό τίμημα. Ως εκ τούτου μόνο μια σύγχρονη παραλλαγή της Μπλανς Ντιμπουά, θα μπορούσε να ήταν, και σε καμία περίπτωση η νεραϊδοπαρμένη ηρωίδα του Τ. Ουίλλιαμς, την οποία αγάπησε εκείνο το αγόρι.

 

MAXIMOS MOYMOYRHS ELENH RANTOY

 Εξάλλου, είναι γνωστό ότι η ταινία έχει σαφείς αναφορές σ’ ένα σκάνδαλο με τον χρηματιστή Μπέρνι Μάντοφ. Ο τελευταίος καταδικάστηκε, επειδή υπεξαίρεσε χρήματα των πελατών του, ο γιος του αυτοκτόνησε κι η σύζυγός του Ρουθ Άλμπερν, έμπλεξε χάνοντας κι εκείνη όλα τα περιουσιακά της στοιχεία. Μένοντας άφραγκη και μόνη, φιλοξενήθηκε για κάποιο διάστημα στο διαμέρισμα της αδερφής της, στη Φλόριντα.

«Σκέφτηκα πως αν αυτή η γυναίκα ήταν, κατά κάποιον τρόπο υπεύθυνη για αυτήν την κάθοδο, τότε θα μπορούσες να μιλήσεις και για τραγωδία, με την ελληνική έννοια του όρου», είχε δηλώσει σε συνέντευξή του ο Γούντι Άλεν.

Έτσι έγραψε το σενάριο, που του χάρισε τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ (καλύτερης α΄ και β΄ γυναικείας ερμηνείας και καλύτερου σεναρίου) με τελικά, μόνο την Κέιτ Μπλάνσετ να κρατά το χρυσό αγαλματίδιο, στην 86η απονομή του 2014 -τιμήθηκε και με χρυσή σφαίρα, BAFTA και με το βραβείο ένωσης κριτικών.

Το στόρι έχει ως εξής: Η Τζάσμιν, μια ξανθιά γοητευτική, κακομαθημένη και πρώην πλούσια, αναγκάζεται να εγκατασταθεί στο «φτωχικό» της αδερφής της, έπειτα από την ολοκληρωτική οικονομική και συναισθηματική καταστροφή που υπέστη μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο σύζυγός της αυτοκτόνησε στη φυλακή, όπου είχε μπει για την εμπλοκή του σε οικονομικό σκάνδαλο.

«Πρώτη φορά στο Σαν Φρανσίσκο», μας λέει η πρωταγωνίστρια από την πρώτη κιόλας σκηνή, κάνοντας εμφανή τη δυσαρέσκειά της για το μέρος, όπου θα αναγκαστεί να φιλοξενηθεί. Στη συνέχεια η συναναστροφή με ανθρώπους, τους οποίους παλιότερα περιφρονούσε θα την φέρει σ’ αδιέξοδο. Στη θεατρική διασκευή, όπως ήταν φυσικό, τα πρόσωπα είναι λιγότερα από την ταινία. Για παράδειγμα η αδερφή της δεν έχει παιδιά. Έτσι τα zanex και το ποτό έρχονται να βοηθήσουν μέχρι το τελειωτικό παραλήρημα.

Η ηρωίδα, θέλει να την φωνάζουν «Τζασμίν», όνομα που της έδωσε ο σύζυγός της, γιατί μύριζε γιασεμί, μια έξυπνη παρήχηση του Γούντι Άλεν, με την «Τζαζ», κυριολεκτικά και μεταφορικά. Οι παλιοί γνώριμοι, όμως, προτιμούν το «Τζανέτ» ή το «Τζάνετ».

Το όνομα της είναι μπερδεμένο, όπως κι η ταυτότητά της. Ο θεατής έχει τη δυνατότητα, όμως, να τη γνωρίσει παράλληλα σε δύο διαφορετικά περιβάλλοντα, τόσο στην πλούσια ζωή της στη Νέα Υόρκη, όπου εθελοτυφλούσε σε κάθε απιστία του συζύγου της, όσο και στο δύσκολο παρόν της στο Σαν Φρανσίσκο. Έτσι, δεν υπάρχει, καμία αμφιβολία, ότι δεν ζει ένα σοκ ώστε να αντιδρά ακραία, αλλά υποφέρει από ψυχικές διαταραχές κι ιδέες μεγαλείου.

Στη συνέχεια βέβαια η απώλεια της παλιάς της ζωής και του συζύγου της - «Ο θάνατος βάζει τέλος σε μια ζωή, όχι σε μια σχέση», όπως δηλώνει χαρακτηριστικά - την οδηγούν να φλερτάρει με την περιοχή της σχιζοφρένειας. Ακούει φωνές, βλέπει οράματα από το παρελθόν, πιστεύει ότι ο νεκρός σύζυγός της ελέγχει τη σκέψη της, αδυνατεί να συγκεντρωθεί, δυσκολεύεται να δουλέψει και καταναλώνει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ. Τα άτομα με σχιζοφρένεια έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να κάνουν χρήση ναρκωτικών ουσιών ή αλκοόλ, σύμφωνα με τους επιστήμονες.

 

2DHMHTRHS KAPETANAKOS KWNSTANTINOS GIANNAKOPOYLOS ELENH RANTOY

 

Η Ελένη Ράντου, σ’ αυτή τη δουλειά έβαλε τον πήχη πάρα πολύ ψηλά χαρίζοντάς μας μια από τις καλύτερες ερμηνείες της τα τελευταία χρόνια.

Δυστυχώς, όμως, ούτε εδώ η λαμπερή ηθοποιός, απέφυγε τον σκόπελο της μανιέρας της. Βαθιά φωνή, με γρέζι, εξεζητημένοι τονισμοί, ξαφνικά ξεσπάσματα, πολύ κλάμα κι αναφιλητά επιστρατεύτηκαν και πάλι, με αποτέλεσμα να νιώθει κανείς ότι όλα όσα βλέπει είναι εξωτερικά. Σ’ αυτό συνετέλεσε κι η αμήχανη κίνησή της, το «αλλού πατάω κι αλλού βρίσκομαι», όπου δεν μπορεί να γίνει ρεαλιστικό,αφού είναι ίδιο στο μεθύσι, ίδιο στο ξύπνημα από τριήμερο ύπνο κι ίδιο στην επαναφορά από τον κόσμο των ψευδαισθήσεων.

Στη σκηνή με το «ανοιχτό το φερμουάρ» … ήταν σαν να την παρακολουθούσα στο «Για μια ανάσα….» της Zinnie Harris, αν και συνολικά, εδώ, η ερμηνεία της μοιάζει σαφέστατα πιο δουλεμένη.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ο ρόλος αυτός είναι εξαιρετικά απαιτητικός, αν σκεφτεί κανείς και τα απανωτά flash back της ιστορίας. Η ηθοποιός, από τη μια στιγμή στην άλλη καλούνταν να αλλάξει ψυχολογική κατάσταση, ενώ καλά-καλά δεν προλάβαινε να αλλάξει ούτε κουστούμι. Επιπλέον, η παρελθούσα κατάσταση έπρεπε να δίνει και την αίσθηση της ψευδαίσθησης, χωρίς όμως να υποτιμάται η ίδια η ιστορία. Και ναι, σε πολλές περιπτώσεις, αυτό επιτεύχθηκε!

Έχω την εντύπωση, ότι ακόμα πολλοί καλοί ηθοποιοί, όταν συνεργάζονται συνέχεια με τον ίδιο (ακόμα και καλό) σκηνοθέτη (τώρα με τον Σταμάτη Φασουλή, και στο παρελθόν με τον Κακλέα) έχουν μια τάση να μανιερίζουν, καθώς δεν βοηθιούνται στο να δοκιμάσουν άλλους δρόμους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρακολουθώντας τη λιτότητα της ερμηνείας της στο εξαιρετικό φινάλε, είμαι σίγουρη πως υπήρχαν κι άλλες ερμηνευτικές λύσεις.

Κατά τ’ άλλα, ο Σταμάτης Φασουλής σκηνοθέτησε μια παράσταση με εξαιρετικό ρυθμό και χιούμορ, που ακροβατούσε, όμως, ανάμεσα στο κωμικοτραγικό και στο τραγικομελό, έχοντας, βέβαια, στα χέρια του την καλοδουλεμένη διασκευή της Ελένης Ράντου, η οποία, με μαγικό τρόπο και χωρίς να προδίδει την ταινία, δίνει μια φοβερή εντοπιότητα στο δράμα της ηρωίδας. Άνετα φαντάζεται κανείς, ότι έφυγε από την Κηφισιά και πήγε στη Νίκαια για παράδειγμα, αφού η κρίση και στη χώρα μας έκανε πολλές φούσκες να σκάσουν.

Το σκηνικό της Μαγιού Τρικεριώτη ήταν άκρως λειτουργικό δίνοντας λύσεις στις εναλλαγές των σκηνών, όμως σε καμία περίπτωση το ντιζαϊνάτο κόκκινο ψυγείο δεν έπειθε για άθλιο, φτωχικό σπίτι, ίσως επειδή κι η πλούσια κατοικία, παρά ήταν λιτή.

Αντίθετα τα κουστούμια της Κικής Γραμματικοπούλου έντυσαν με στυλ, μια πρώην πλούσια κυρία. Ειδική μνεία στο τύπου Channel σακάκι, που βλέπουμε και στην ταινία.

Οι φωτισμοί (Σάκης Μπιρμπίλης) λειτούργησαν πολύ βοηθητικά στις εγκιβωτισμένες αφηγήσεις κι έδωσαν λύση και εκεί που δεν υπήρχαν σκηνικά, όπως στη σκηνή του πάρτι.

Από τον υπόλοιπο θίασο, ξεχωρίζουν η Γαλάνη Χατζηπασχάλη στον ρόλο της αδερφής, Τζίντζερ κι ο Παντελής Δεντάκης ως άξεστος Τσίλυ. Οι κοινές τους σκηνές είναι απολαυστικές!

Ο Μάξιμος Μουμούρης, ως πνεύμα-σύζυγος έχει χτίσει έναν καπιταλιστή, που ξέρει να επηρεάζει, όπως θέλει τους άλλους. Άπιστος σύζυγος, χειριστικός πατέρας κι όλα αυτά κρατώντας μια απόσταση από τις εξελίξεις, αφού στην πραγματικότητα, στο παρόν του έργου, είναι νεκρός. Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση.

Ο Κώστας Κορωναίος είναι πολύ καλός και στους δύο ρόλους, που υποδύεται.

Πειστικός στον ρόλο του πλούσιου πρέσβη, ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, με απόλυτα πειστική αντίδραση όταν μαθαίνει την αλήθεια για το παρελθόν της Τζασμίν. Επαρκής ο Ορέστης Καρύδας, χωρίς να φωτίζει τις βαθύτερες αποχρώσεις του χαρακτήρα του.

Ιδιαίτερα, επιφανειακός, ο Δημήτρης Καπετανάκος και μεγάλο φάουλ η σκηνή με την πατερίτσα. Πώς ένα χτυπημένο πόδι, πατιέται τόσο καλά και λυγίζει με τόση ευκολία σε σκαμπό;

Ευχάριστη νότα ο πραγματικός σκύλος, που κλήθηκε να παίξει τον Κάρλο.

Μια παράσταση, η οποία παρακολουθείται ευχάριστα, χωρίς να είναι copy-paste της ταινίας.

 

Φωτογραφίες: Γιώργος Καβαλλιεράκης

 

 

 

 

Η Μαριλίτα Λαμπροπούλου χτυπάει σε διπλό θεατρικό ταμπλό αυτήν τη σεζόν, καθώς σκηνοθετεί το «Ένα φεγγάρι για τους καταραμένους» στο θέατρο Πορεία, μπαίνοντας έτσι για τα καλά στον χώρο της σκηνοθεσίας, μετρώντας, ουσιαστικά, την έκτη της παράσταση, και πρωταγωνιστεί στο έργο του Torben Betts, «Οι Άτρωτοι», το οποίο κάνει πρεμιέρα για πρώτη φορά στη χώρα μας, στις 7 Δεκεμβρίου, στο Αγγέλων Βήμα.

Στο φιλόξενο φουαγιέ του νεοκλασικού της οδού Σατωβριάνδου, σ’ ένα κτίριο βγαλμένο από άλλη εποχή, το οποίο αντιστέκεται στην ασχήμια της περιοχής, συναντηθήκαμε λίγο μετά την πρόβα των «Άτρωτων».

Την πιο κρύα μέρα του Νοεμβρίου, το χαμόγελό της, η χαλαρή της διάθεση κι η επικοινωνιακή της ικανότητα, ζεσταίνουν την ατμόσφαιρα και την κουβέντα μας.

Αντίθετα με τον τίτλο του έργου, η ίδια δηλώνει πώς αισθάνεται «ευάλωτη» στην εποχή, που ζούμε. Αναπολεί τα δημιουργικά χρόνια του Αμόρε, έχοντας την αίσθηση ότι μπορεί να αναπολεί και τις εποχές της πρώτης της νιότης. Μας περιγράφει την ιδανική, για εκείνη, θεατρική κολεκτίβα. Εξηγεί, αν την ενοχλεί, που κάποιοι την θυμούνται ως Λίζα από τη σειρά του Mega κι ονειρεύεται ό,τι κάθε μαμά για τις κόρες της.

 marilita lampropoulou texnes plus

Το έργο του Torben Betts «Οι Άτρωτοι» ανεβαίνει, για πρώτη φορά, στην Ελλάδα. Θα θέλατε να μας το συστήσετε με λίγα λόγια, πριν το παρακολουθήσουμε στη σκηνή;

Είναι ένα έργο με τέσσερα πρόσωπα και γράφτηκε μ’ αφορμή την οικονομική κρίση, την οποία βίωσαν κι άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στο συγκεκριμένο έργο, την εξετάζουμε σ’ έναν παραλληλισμό με τις οικογενειακές κρίσεις στη ζωή δύο ζευγαριών. Το δραματικό ενδιαφέρον είναι μια τραμπάλα του έργου, μεταξύ του σατιρικού και του δραματικού. Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε κι ως δραματική κομεντί. Ξεκινάει σαν κωμωδία και καταλήγει μ’ έναν πικρό τρόπο. Υπάρχουν δύο ζευγάρια, διαφορετικής κοινωνικής τάξης και διαφορετικού μορφωτικού επιπέδου, που έχουν έρθει όμως κοντά λόγω γεωγραφικής γειτνίασης.

Πιο συγκεκριμένα το ζευγάρι Όλιβερ - Έμιλυ μετακόμισε από το Λονδίνο σε μια λαϊκή γειτονιά, μιας επαρχιακής πόλης της Αγγλίας. Ο Όλιβερ είναι γόνος πλούσιας οικογένειας κι η Έμιλυ πετυχημένη εικαστικός. Εκεί γνωρίζουν τους γείτονές τους, οι οποίοι είναι σε μια άλλη τελείως λογική, διαφορετική νοοτροπία, χωρίς μόρφωση. Ο άνδρας βλέπει συνέχεια ποδόσφαιρο και φανατίζεται. Η συνάντησή τους θα φέρει πολλές τριβές και θα αποκαλύψει κρυμμένα μυστικά. Γιατί και τα δύο ζευγάρια, έχουν πολλά προβλήματα κι η συνάντησή τους θα λειτουργήσεικαταλυτικάφέρνοντας στην επιφάνεια γεγονότα, που θα τους κάνουν να συνειδητοποιήσουν πράγματα για τους εαυτούς τους.

Τι σημαίνει για εσάς «Άτρωτος»;

Πρόκειται, ουσιαστικά για έναν σαρκαστικό τίτλο, ο οποίος έχει πολυεπίπεδες αναφορές στο έργο. Το αγγλικό «Invincible» σημαίνει ανίκητοι- άτρωτοι. Επομένως είναι και μια αναφορά στις ομάδες και στην πολεμική μηχανή, γιατί ο ένας από τα δύο ζευγάρια, ο Άλαν, έχει στείλει τον γιο του να γίνει φαντάρος σε πολέμους του ΝΑΤΟ. Επιπλέον, ο ίδιος δούλευε σ’ ένα αεροπλανοφόρο που είχε αυτό το όνομα. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και μια αναφορά στις ζωές αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι προσπαθούν να βγουν άτρωτοι, μέσα από δύσκολες συνθήκες, όπως είναι η απώλεια του παιδιού τους ή η οικονομική τους κατάρρευση. Τέλος έχει μια αναφορά, στο ίδιο το σύστημα, στο οποίο ζούμε που μοιάζει άτρωτο και φαίνεται αυτός να είναι ο νικητής τελικά.

atrotoi

Εσείς, ως καλλιτέχνης, στην Ελλάδα του σήμερα, πόσο «Άτρωτη» αισθάνεστε;

Πολύ! Τι να σου πω! (γέλια)

Κάνετε όμως, πολλά πράγματα, παίζετε, σκηνοθετείτε, διδάσκετε υποκριτική, μεταφράζετε έργα…

Ναι, κάνω πολλά και στο δικό μου το μυαλό, φαντάζουν ακόμα περισσότερα και λόγω των οικογενειακών υποχρεώσεων. Θέλει προσωπική θυσία και μόχθο για αποτελέσματα, τα οποία είναι δύσκολο να ευοδωθούν με τον τρόπο, που θα ήθελε κανείς. Δεν μιλάμε μόνο για τις οικονομικές απολαβές, αλλά και για τον τρόπο που θα ήθελες να λειτουργήσουν τα πράγματα. Υπάρχει στενότητα χώρων και πόρων. Είναι σαν να προσπαθούμε όλοι να συνυπάρξουμε σε μια στενή βάρκα κι αυτό δημιουργεί μεγάλη αγωνία αλλά και χαρά γιατί είναι κανείς δημιουργικός. Είμαστε ευάλωτοι, πάντως, όχι άτρωτοι.

Η Έμιλυ, στο έργο, ονειρεύεται να φτιάξει μια καλλιτεχνική κολεκτίβα. Εσείς αν είχατε αυτήν τη δυνατότητα ποιους θα επιλέγατε;

Αυτό είναι πολύ μακριά από την εποχή μας, γιατί σήμερα, όπως λέει κι η Έμιλυ στο έργο, «η εποχή μας ευνοεί τα μικρά μοναχικά ζευγαράκια κι όχι τις ομάδες». Προσπαθούμε να λειτουργήσουμε μ’ ανθρώπους, με τους οποίους έχουμε κοινή γλώσσα, αλλά αυτή είναι δύσκολο να δημιουργηθεί, όταν σκορπιζόμαστε ανάμεσα σε 1000 πράγματα. Αν δημιουργούσα, όμως, μια θεατρική κολεκτίβα, θα ήθελα να την κάνω μ’ ανθρώπους, με τους οποίος μπορώ να συνυπάρχω και να υπάρχει αλληλοσεβασμός και πίστη σ’ ένα κοινό όραμα.

Παράλληλα, υπογράφετε και την έκτη σκηνοθετική σας δουλειά στο θέατρο Πορεία και στο έργο «Ένα φεγγάρι για τους καταραμένους» του Ευγένιου Ο’ Νηλ. Είναι η δεύτερη φορά που σκηνοθετείτε τον σύζυγό σας. Πώς είναι αυτή η συνεργασία;

Είναι πολύ ωραία! Με τον Γιάννη (Νταλιάνη) λειτουργούμε πολύ στο ίδιο επίπεδο κι αυτό νομίζω ότι είναι και για τους δύο αμοιβαία ωφέλιμο.

Οι πρόβες σταματάνε στο θέατρο ή σας ακολουθούν και στο σπίτι;

Αυτό είναι το παράπονό του! Έχει τύχει να είμαι εγώ η σκηνοθέτις σ’ αυτή τη δουλειά και συνήθως ο σκηνοθέτης έχει τέτοιες αγωνίες και πηγαίνει και τριβελίζει τον άλλον. Προσπαθώ να το τηρήσω σε κάποιο βαθμό, δηλαδή η πρόβα είναι πρόβα κι αν χρειαστεί να υπάρξει κάποια συζήτηση μετά, κλείνουμε ραντεβού για να την κάνουμε.

Τι σας γοήτευσε στο κείμενο του Ο’ Νηλ, ώστε να το επιλέξετε;

Μου αρέσει ο τρόπος που μιλάει για τους ανθρώπους, οι οποίοι δεν κατάφεραν να ταιριάξουν τις ζωές τους. Κι η αγωνία του για το εγγενές σφάλμα, το οποίο υπάρχει στην κοινωνία των ανθρώπων και στη μοίρα τους. Κι όλα αυτά, χωρίς να χάνει το χιούμορ του. Ποτέ δεν μπορώ να καταπιαστώ με έργο που του λείπει το χιούμορ.

Πώς βλέπετε το μέλλον σας στη σκηνοθεσία; Έχετε κι άλλα έργα στο μυαλό σας ή προτιμάτε να παίζετε;

Μου αρέσουν και τα δύο. Γι’ αυτό έχω μοιράσει κάπως τη ζωή μου σε περιόδους κατά τις οποίες άλλοτε σκηνοθετώ κι άλλοτε παίζω.

atrotoi 2

Μια από τις πρώτες σας σκηνοθεσίες ήταν στο θέατρο Αμόρε, το οποίο δεν υπάρχει πια. Σας λείπει εκείνη η εποχή ή δεν αναπολείτε το παρελθόν;

Όταν αναπολείς εποχές της πρώτης σου νιότης, δεν ξέρεις αν τις αναπολείς, γιατί ήταν η πρώτη σου νιότη ή επειδή η εποχή ήταν, όντως, καλύτερη. Η αίσθηση που έχω είναι πως ενώ υπήρχαν και τότε προβλήματα, υπήρχαν όμως κι οι δυνατότητες εξέλιξης κάποιων ομάδων. Δεν βρίσκονταν όλοι σ’ ένα κυνήγι επιβίωσης, όχι μόνο υλικής αλλά και καλλιτεχνικής. Υπήρχε μια αίσθηση, ότι μπορούσες να μπεις σ’ ένα χώρο να επικοινωνήσεις και να συνυπάρξεις με κάποια σχετική ασφάλεια.

Αισθάνεστε πώς είστε μια «γυναίκα καριέρας»;

Ομολογώ, ότι αυτή η φράση δεν με χαρακτηρίζει. Η δουλειά κι η εξέλιξη μέσω αυτής με ενδιαφέρει και χωρίς αυτό νιώθω μισή και κουλή και κουτσή. Χωρίς, όμως, η δουλειά να αποκλείει άλλα πράγματα.

Μου δίνετε την αίσθηση πως είστε ιδιαίτερα ισορροπημένη κι ήρεμη. Ισχύει;

Αυτό μου το λένε πάρα πολλοί άνθρωποι και, πραγματικά, δεν μπορώ να το καταλάβω! Είναι ένα μυστήριο για μένα. Εκπλήσσομαι για πολλοστή φορά! Δεν είμαι πάντα ήρεμη. Ελάτε στην παράσταση και θα το καταλάβετε. (γέλια)

Σας δυσαρεστεί, που ενώ μιλάμε για τόσο πράγματα, στα οποία δραστηριοποιείστε στο θέατρο αλλά και στον κινηματογράφο, μια μεγάλη μερίδα του κοινού σας θυμάται ως «Λίζα» από τη σειρά του Mega, αν και έχουν περάσει τόσα χρόνια.

Δεν μ’ ενοχλεί. Έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι άνθρωποι δεν βλέπουν θέατρο. Ελπίζω ότι κάποιοι άλλοι με θυμόνται και για άλλα πράγματα.

Πώς ήταν εκείνη η εποχή για εσάς; Πώς βιώσατε την απότομη αναγνωρισιμότητα;

Ναι, ήταν δύσκολη εποχή. Γενικώς, η έκθεση στα Μέσα δεν μου αρέσει να γίνεται μ’ αυτόν τον τρόπο. Μερικές φορές, όμως, το παίρνω και με πιο χαλαρή διάθεση: ότι εντάξει δεν έγινε και τίποτα τρομερό. Ήταν, όμως, κάτι που δεν με έβρισκε εναρμονισμένη.

Σας βοήθησε αυτή η αναγνωρισιμότητα στο θέατρο;

Στο θέατρο λειτουργώ, τελείως, διαφορετικά κι ουσιαστικά σ’ άλλη περιοχή, καθόλου αντίστοιχη με το τηλεοπτικό κομμάτι. Με ενδιαφέρει περισσότερο το θέατρο, το πιο πειραματικό και το θέατρο ρεπερτορίου. Έτσι για μένα είναι δύο διαφορετικά πράγματα τελείως διακριτά μεταξύ τους. Η τηλεόραση είναι ένας χώρος διασκέδασης, το θέατρο είναι ένα χώρος τέχνης. Όχι ότι δεν έχει κάποια ψήγματα τέχνης κι η τηλεόραση. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορείς εύκολα να παίξεις στην τηλεόραση είναι, όμως, τελείως διαφορετική συνθήκη.

Ως μαμά, τι ονειρεύεστε για τις κόρες σας;

Ό,τι ονειρεύονται όλες οι μαμάδες. Να κάνουν αυτό που θα τους δώσει χαρά κι ευτυχία, να είναι υγιείς, δυνατές, να έχουν σωστή καλλιέργεια.

Καλλιτεχνική φλέβα βλέπετε να έχουν κληρονομήσει από τους γονείς τους;

Ναι, έχουν αλλά δεν ξέρω αν είναι το κυρίαρχο στοιχείο τους.

atrotoi3

Κεντρική φωτογραφία Elpida Topaloglou, φωτογραφίες παράστασης Ilias Dimakouleas

Η Μαριλίτα Λαμπροπούλου πρωταγωνιστεί στους «Άτρωτους» στο Αγγέλων Βήμα,μαζί με τον Μιχάλη Μαρκάτη, την Ειρήνη Μπαλτά και τον Γιάννη Μπουραζάνα. Τη σκηνοθεσία της παράστασης υπογράφει ο Σταύρος Στάγκος. Πρεμιέρα 7/12

Παράλληλα, σκηνοθετεί την παράσταση «Ένα φεγγάρι για τους καταραμένους» στο θέατρο Πορεία, την οποία μπορείτε να απολαύσετε για τις 8 ακόμη παραστάσεις (3, 4, 10, 11, 17, 18 26/12 & 6/1) πρωταγωνιστούν η Ιωάννα Παππά, ο Γιάννης Νταλιάνης, ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης, ο Ιωάννης Κοτίδης και ο Ντίνος Γκελαμέρης.

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

«Ο Χατζιδάκις ήταν η μοίρα μου», εξομολογείται η Ράνια Οικονομίδου επί σκηνής και μοιράζεται με το κοινό την τυχαία συνάντησή τους, η οποία στάθηκε ο λόγος να γίνει από αρχιτέκτονας, ηθοποιός. Λίγο αργότερα, θα διαμαρτυρηθεί για τη στάση πολλών σκηνοθετών οι οποίοι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «μας επιλέγουν ως ταλαντούχους, αλλά δεν θέλουν να έχουμε άποψη».

Σε μια άλλη σκηνή οι νεότεροι συνάδελφοί της Εύα Οικονόμου-Βαμβακά και Κωνσταντίνος Αρνάκουρος θα δηλώσουν τη δυσαρέσκειά τους για το κόψιμο μιας σκηνής για να λάβουν την αποστομωτική απάντηση του σκηνοθέτη τους, Δημήτρη Μαυρίκιου, από το ηλεκτρολογείο: «Θέλετε να παίξετε σε περισσότερες σκηνές ή σε καλύτερη παράσταση;» και να δώσουν, με τη σειρά τους, την ειλικρινή απάντηση: «Σε περισσότερες σκηνές».

Στη συνέχεια η φωνή της Λυδίας Φωτοπούλου, στον ρόλο της Ιουλιέτας, πριν 30 χρόνια (σε μια, όπως λένε, σπουδαία παράσταση του Μαυρίκιου το 1989 στο Εθνικό) θα συνοδεύει την εικαστική απόλαυση ενός αγάλματος από την ομώνυμη τραγωδία του Σαίξπηρ.

Η Γιούλικα Σκαφιδά, δεν θα αντέξει την πίεση της πρόβας και ψυχολογικά μπερδεμένη από τα πολλά επίπεδα του έργου θα λιποθυμήσει στη σκηνή.

Ο Γιάννης Βογιατζής θα μας ανατριχιάσει με την εξομολόγησή του: «Ο μόνος τρόπος για να μην πεθάνω είναι να βρίσκομαι στη σκηνή. Αυτή μου δίνει ζωή!»

apopse texnes plus

Ειδική μνεία θα γίνει και για τους συντελεστές εκτός σκηνής :«Εκείνος ο ωραίος ηλεκτρολόγος, ο Γιάννης, που σκοτώθηκε βάζοντας φώτα».

Τα παραπάνω σκηνικά περιστατικά είναι μερικές μόνο από τις προσωπικές πινελιές που καταθέτουν οι ηθοποιοί στην παράσταση «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» σε σκηνοθεσία και διασκευή του Δημήτρη Μαυρίκιου, την οποία απολαμβάνουμε στην κεντρική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Προσθήκες, οι οποίες μπόλισαν το έργο με μια σπάνια αμεσότητα κι έστρεψαν το ενδιαφέρον, όχι τόσο στη συνθήκη της παράστασης μέσα στην παράσταση, όπως συμβαίνει στο κείμενο του Πιραντέλλο, αλλά στο ζωτικό κομμάτι της ίδιας της τέχνης: στον άνθρωπο-καλλιτέχνη-ηθοποιό και την ψυχοσύνθεσή του.

Τα θεατρικά έργα δεν είναι παρά, κείμενα –από το αρχαίο ρήμα κεῖμαι= κοιμάμαι, αναπαύομαι- και το μόνο σίγουρο είναι ότι ο εκάστοτε δραματουργός και σκηνοθέτης θα τα «επαναγράψει» στην εποχή του. Το ζήτημα είναι η αισθητική κι ο τρόπος με τον οποίο θα καταφέρει να το υλοποιήσει.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένα έργο γραμμένο εννέα δεκαετίες πριν, καταφέρνει μέσα από ένα άλλοτε ρεαλιστικό κι άλλοτε ποιητικό ανέβασμα να αναδείξει τις ποιότητές του και τα βαθύτερα υπαρξιακά του διλήμματα. Ακόμα σημαντικότερο, όμως, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι όταν το ανέβασμα θίγει, εμμέσως, συμπεριφορές της εποχής του, χωρίς να τις υπογραμμίζει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σκηνή με τα προσωπεία, η οποία δεν μπορεί παρά να παραπέμψει στη στάση, την οποία υιοθετούμε μέσω των διαδικτυακών μας προφίλ.

Βέβαια, υπήρξαν κάποιες στιγμές, όπου μερικές προσθήκες δεν λειτούργησαν, και δεν κατάφεραν να μας πείσουν για την αλήθεια τους, χαρακτηριστικό παράδειγμα η δήθεν λιποθυμία της Γιούλικας Σκαφιδά, η οποία σαφέστατα, αν και δεν υπάρχει στο έργο, εδώ προοικονομεί το τραγικό φινάλε της ηρωίδας ταυτίζοντας την ηθοποιό με τον ρόλο της.

Στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» ο Λουίτζι Πιραντέλλο καταπιάνεται με την αγαπημένη του συνθήκη, αυτή της θεατρικής ψευδαίσθησης - τη βλέπουμε και στο «Έξι πρόσωπα αναζητούν συγγραφέα», που είχε σκηνοθετήσει ο Μαυρίκιος το 2003 και στο «Καθένας με τον τρόπο του» -πρόκειται για ένα έργο θεάτρου μέσα στο θέατρο και μέσα στο θέατρο. Όπου επικρατεί η θεωρητική προϋπόθεση, ότι η αλήθεια είναι σχετική κι ότι η προσωπικότητα ενός ατόμου δεν είναι μοναδική κι αμετάβλητη, αλλά πολύμορφη και ρευστή.

Η υπόθεση λίγο –πολύ γνωστή: ένας θίασος καλείται να ζωντανέψει επί σκηνής το διήγημα του Πιραντέλο, «Λεονόρα, αντίο!». Ο σκηνοθέτης καλεί τους ηθοποιούς, με τα πραγματικά τους ονόματα, από τις θέσεις των θεατών, στη σκηνή κι η διαδικασία του στησίματος του έργου ξεκινά με πολλά ευτράπελα και πρόβες.

Θέμα του έργου που καλούνται να παίξουν η ερωτική ζήλια. Πρωταγωνιστές η Μομμίνα (Γιούλικα Σκαφιδά) κι ο σύζυγός της Ρίκο Βέρρι ( Αλέξανδρος Βάθρης). Η Μομμίνα παντρεύεται τον Βέρρι μετά τον θάνατο του πατέρα της Παλμίρο (Γιάννης Βογιατζής).

Αφήνει πίσω τη μητέρα της (Λυδία Φωτοπούλου) και τις αδερφές της, μια οικογένεια που είχε ξεστρατήσει από τις κοινωνικές συμβάσεις και παντρεύεται τον μόνο άνθρωπο που την δέχθηκε κοντά του. Ο Ρίκο την κλειδώνει μέσα στο σπίτι κι εκείνη κρυφά ερμηνεύει ρόλους και τραγούδια στον γιο τους, όπως έκανε και παλιά, όταν εκπαιδευόταν από τη μητέρα της να γίνει ηθοποιός.

Από τα πιο δυνατά χαρτιά της παράστασης αναδεικνύεται η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, την οποία συνέθεσε για το πρώτο ανέβασμα του έργου στην Ελλάδα (το 1961, σε μετάφραση-σκηνοθεσία Δημήτρη Μυράτ) αντικαθιστώντας τον Βέρντι στο πρωτότυπο και χαρίζοντάς μας τραγούδια μοναδικής ευαισθησίας, όπως τον «Ταχυδρόμο», το «Μαντολίνo» και την «Πέτρα» που, τώρα, τα ενορχηστρώνει ο Νίκος Κηπουργός.

Επιπλέον, τα εξαιρετικής αισθητικής βίντεο, τα οποία κι  ο ίδιος ο συγγραφέας πρότεινε στο έργο του εν έτει 1929, την εποχή του βωβού κινηματογράφου, βοηθούν μοναδικά τη δράση, αλλά και τη ροή της παράστασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα επιτυχημένης σύζευξης σινεμά και θεάτρου η σκηνή, όπου την ερμηνεία του Νίκου Καραθάνου στον «Ταχυδρόμο» ακολουθεί η συγκλονιστική εξομολόγηση του Γιάννη Βογιατζή, ο οποίος στα 92 του χρόνια καταφέρνει να μας συγκινεί ακόμα.

mavrikios texnes plus

Γενικότερα, όλα όσα συνθέτουν το εικαστικό κομμάτι της παράστασης: οι φωτισμοί (Λευτέρης Παυλόπουλος), τα κουστούμια (Νίκη Ψυχογιού) και τα απίστευτα σκηνικά του Δημήτρη Πολυχρονιάδη είναι υπέροχα. Ειδική μνεία για την έμπνευση με τους καθρέφτες και την εξέδρα των θεατών, η οποία για λίγα δευτερόλεπτα σε κάνει να νομίζεις ότι βλέπεις  πάλι μέσα από καθρέφτη.

«Η παράσταση όμως, δεν είναι φώτα, δεν είναι σκηνικά, είναι οι άνθρωποι», όπως μας θυμίζουν τα λόγια του Χατζιδάκι, που τα μοιράζεται μαζί μας σαν καλός παραμυθάς ο Δημήτρης Μαυρίκιος στον ρόλο του σκηνοθέτη από την πρώτη σκηνή της παράστασης, η οποία σίγουρα δεν θα είχε αυτή την επιτυχία χωρίς αυτόν τον ξεχωριστό θίασο.

Το εγχείρημα και για τους 16 στη σκηνή είναι πολύ δύσκολο, λόγω της πολυπλοκότητας των ρόλων τους. Παρ’ όλα αυτά ανταποκρίνονται και με το παραπάνω.

Για τον Γιάννη Βογιτατζή αναφέρθηκα και παραπάνω, καθώς χάρισε στην παράσταση μια από τις σπουδαιότερες σκηνές της.

Απολαυστική η Παράβαση της Ράνιας Οικονομίδου, ένας σπαρταριστός μονόλογος για τα 7 δυσκολοχώνευτα επίπεδα που πρέπει να παίξουν στο έργο.

Σπάνια η σκηνή με τη Λυδία Φωτοπούλου, να προσπαθεί να «γεράσει» με το μακιγιάζ την κόρη της, κι άκρως συγκινητική η ίδια όταν απευθύνεται στον εγγονό της (ο μικρος Βαγγέλης Λυκούδης). Παρακολουθώντας τον μικρούλη σκεφτόμουν τη φράση του Γούντι Άλεν: «Δεν παίζω ποτέ με σκυλιά και παιδιά, σου κλέβουν την παράσταση». Πραγματικά και μόνο η παρουσία του μικρού στη σκηνή ενέδιδε μια δυναμική. Το ίδιο κι η φωνούλα του στο φινάλε: «Μαμά, κοίτα το θέατρο!»

Η Γιούλικα Σκαφιδά, στη μελοδραματική σκηνή του φινάλε, αφοπλίζει με την αμεσότητα της. Λίγο περισσότερο υπερβολικός ο, κατά τα άλλα πολύ καλός στην παράσταση, Αλέξανδρος Βάθρης.

Έξυπνη η χιουμοριστική αυτοβιογραφική σκηνή με την ταλαντούχα Εύα Οικονόμου-Βαμβακά να απελπίζεται, όταν ο σκηνοθέτης της δεν καταδέχεται να την ακούσει.

eva oikonomou texnes plus

Απολαυστική η ερμηνεία της Λιλής Νταλανίκα στο «Μαντολίνο».

Σε μια παράσταση απαιτήσεων και συνόλου, όμως, αξίζει να μνημονεύσει κανείς και τους νεότερους: Κωνσταντίνο Αρνόκουρο, Γιάννη και Μιχάλη Αρτεμισιάδη, Στέφανο Παπατρέχα, Νεκτάριο Φαρμάκη και Μαρία Βαρδάκα.

Μια παράσταση ύμνος στο θεάτρο και τους ανθρώπους του. Αν το αγαπάτε μην τη χάσετε!

φωτογραφίες:Πάτροκλος Σκαφιδάς

 

 

 

''Ο άνθρωπος, είτε βασιλικός είναι είτε δημοκρατικός, όσον αφορά το πεπρωμένο του είναι μια αδύναμη καλαμιά στον άνεμο. Υπάρχουν κάποιες στιγμές, που και ο πιο παράτολμος πρέπει ν'ακούει την φωνή της λογικής ακόμα και ενάντια στα συναισθήματά του.''

H «Ιταλική Νύχτα» το έργο που έδωσε το βραβείο Κλάιστ στον Έντεν φον Χόρβατ, μεταφράζεται και ανεβαίνει για πρώτη φορά στη Ελλάδα, στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας, από τον Παντελή Φλατσούση με μία ομάδα νέων και ταλαντούχων ηθοποιών αλλά και έμπειρων και καταξιωμένων συνεργατών.

Γραμμένο το 1931, το έργο διαπραγματεύεται ευθέως την άνοδο του ναζιστικού κόμματος στην Γερμανία του μεσοπόλεμου, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις από όλο το πολιτικό φάσμα.

Είναι Κυριακή πρωί σε κάποια μικρή πόλη της Νότιας Γερμανίας και τα μέλη της τοπικής οργάνωσης του δημοκρατικού κόμματος συγκεντρώνονται στο στέκι τους, το εστιατόριο του Josef Lehninger, για να οργανώσουν την ιταλική νύχτα που θα γίνει στο ίδιο μέρος εκείνο το βράδυ. Όμως, μία δυσάρεστη έκπληξη τους περιμένει: λίγο πριν την ανακοινωμένη ''δημοκρατική'' ιταλική βραδιά το εστιατόριό του Josef, θα φιλοξενήσει μια γερμανική μέρα, διοργανωμένη από την τοπική ομάδα φασιστών. Και τώρα πώς πρόκειται να αντιδράσουν οι δημοκρατικοί;

Γεννημένος στη Ριέκα της Αυστροουγγαρίας από αριστοκρατική οικογένεια, ο Χόρβατ άρχισε να γράφει από νωρίς, ενώ το 1922 μετακινήθηκε στο Βερολίνο. Στα τέλη της ίδιας δεκαετίας έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα έργα του. Οι ήρωες του Χόρβατ είναι σχεδόν πάντα συνηθισμένοι άνθρωποι που βιώνουν τις συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1929: ανεργία, ανασφάλεια, η απειλή του πολέμου. Ο Χόρβατ φανερώνει μέσα από τα πρόσωπα των έργων του, την επίδραση των κοινωνικών συνθηκών στα άτομα και τις σχέσεις τους, και πώς αυτές παράγουν ένα ευρύ φάσμα στάσεων, από την ενεργό ένταξη ή την υποταγή στον φασισμό ως την αντίσταση σε αυτόν, έχοντας πάντα ως όπλο μία λεπτή ειρωνεία προς κάθε πλευρά και το χαρακτηριστικό χιούμορ του, αφού στην πραγματικότητα τα έργα του μπορούν να διαβαστούν ως πικρές κωμωδίες.

Πώς επηρεάζουν οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις τη ζωή των ανθρώπων; Πώς πρέπει να ζήσει κανείς την ζωή του, όταν οι εξελίξεις μοιάζουν να προλαβαίνουν κάθε του αντίδραση; Υπάρχει σωστός ή λάθος τρόπος; Ποια ήταν τα αίτια που οδήγησαν στην άνοδο του φασισμού την δεκαετία του 1930 στην Γερμανία; Η παράσταση στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας τον Φεβρουάριο του 2019 θα προσπαθήσει να εξερευνήσει αυτά τα ερωτήματα και τους πιθανούς παραλληλισμούς τους με τη σημερινή εποχή.

Συντελεστές

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Παντελής Φλατσούσης

Δραματουργία: Κατερίνα Κωνσταντινάκου, Παναγιώτα Κωνσταντινάκου

Σκηνικά: Δανάη Ελευσινιώτη

Κοστούμια: Βασιλεία Ροζάνα

Πρωτότυπη μουσική σύνθεση & μουσική διδασκαλία: Ανρί Κεργκομάρ

Σχεδιασμός φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος

Επιμέλεια video: Γιάννης Gizmo Μπερερής

Παίζουν: Γιάννης Δενδρινός, Κατερίνα Λάττα, Θεανώ Μεταξά, Δημήτρης Μηλιώτης, Προμηθέας Nerattini – Δοκιμάκης, Μαριάνθη Παντελοπούλου, Βασίλης Σαφός

INFO:

Β’ Σκηνή Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας

Κεφαλληνίας 18 Κυψέλη

Πληροφορίες – κρατήσεις: 2114117878

Ημέρες και ώρες παραστάσεων:

Από 13 Φεβρουαρίου έως 18 Απριλίου 2019

Κάθε Τετάρτη στις 20.00 & Πέμπτη στις 21.00

 

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

Μπορεί η φράση: «ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του» να είναι κάπως κλισέ, στην περίπτωση, όμως, του Γιάννη Κότσιφα είναι must.

Από τη «Γκόλφω» και τις «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου, μέχρι τον ρόλο της μπαλαρίνας –διευθύντριας σχολής χορού, στους Κιτσοπουλικούς Τυραννόσαυρους και τον σπαρακτικό Έκνταλ, στην περσινή «Αγριόπαπια» του Δημήτρη Τάρλου, ο ηθοποιός καταφέρνει να μαγνητίζει τα βλέματα και να καθηλώνει το κοινό.

Και μόλις διαβάσατε ακόμα μερικές κλισέ φράσεις, μην ανησυχείτε όμως γιατί ο Γιάννης Κότσιφας μόνο κλισέ απαντήσεις δεν δίνει.

Αποποιούμενος τη δήθεν σοβαρότητα και το «βάρος» των τσεχωφικών ηρώων, δικαιώνοντας έτσι τη σκηνοθετική γραμμή του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, αλλά και την πίστη του ίδιου του Τσέχωφ ότι έγραφε κωμωδίες ο Γιάννης Κότσιφας, μου μίλησε για τον Γκάγιεφ, που λαχταρούσε να παίξει, για το πώς έγινε τυχαία ηθοποιός, τη junkie φάση, την οποία περνάει με το αγαπημένο του βιντεοπαιχνίδι, αλλά και τον παιδικό εαυτό του που επιβιώνει ακόμα. Γεγονός που τον κάνει γοητευτικό όχι μόνο στη σκηνή, αλλά και τη ζωή.

kotsifas 4 texnes plus

Δεν είναι η πρώτη φορά που παίζετε στο «Βυσσινόκηπο». Πριν τρία χρόνια σας είχαμε δει στην παράσταση του Νίκου Καραθάνου στη Στέγη. Πώς είναι η νέα συνάντηση με το έργο του Τσέχωφ σε μια, τελείως, διαφορετική οπτική από τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη;

Εκεί, έκανα τον Πίστσικ αλλά ο ρόλος που κάνω τώρα, του Γκάγιεφ, είναι ο ρόλος τον οποίο ήθελα από τότε, αλλά ο Νίκος ο Καραθάνος, αγαπημένος φίλος, δεν μου τον έδωσε (γέλια). Σίγουρα έχει ενδιαφέρον το γεγονός να δουλεύεις πάλι το ίδιο έργο, γιατί πάντα ανακαλύπτεις καινούργια πράγματα, άλλωστε είναι, όπως είπες , τελείως διαφορετικές οι σκηνοθετικές οπτικές. Του Νίκου ήταν πιο σουρεάλ σε μια ποντικότρυπα, μ’ άλλους κώδικες υποκριτικής και διάφορα εμβόλημα. Τώρα, ο Κωνσταντίνος ακολούθησε μια πιο συμπαγή, όχι συντηρητική αλλά πιο κλασική οπτική. Στη φετινή παράσταση παρακολουθούμε τους ήρωες σ’ ένα παιδικό δωμάτιο κι η ιδέα ήταν να υπάρχει μια ελαφράδα στο παίξιμο.

Πώς ήταν η πρώτη σας συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη;

Ο Κωνσταντίνος είναι σε μια σπίντα συνεχόμενη, σαν ένα τρένο που κινείται! Φωνάζει «Πάμε! Πάμε!» και ταυτόχρονα λέει « Αχ,αγάπη μου». Είναι αυτή η ωραία τρέλα καταλαβαίνει. Κι έχει το χαρακτηριστικό να δείχνει σ’όλους τους ρόλους τους. Μπορεί να παίξει τα πάντα. Θες δραμαμίνη με τον Κωνσταντίνο. Είχε πολύ πλάκα κι όταν με πήρε τηλέφωνο και του είπα «Ωραία θέλω πάρα πολύ, άρα παίζω Γκάγιεφ τον χειμώνα!». Περάσαμε ωραία! Είχαμε βέβαια έναν περιορισμό χρόνου κι αυτό μας δημιούργησε ένα άγχος. Αυτό που θαυμάζω σ’ εκείνον είναι ότι βρίσκεται σε μια διαρκή αγωνία, το ιδρώνει το πράγμα. Επίσης, υπάρχει μια αγάπη και μια ανθρωπιά σ’ όλο αυτό, δεν είναι ένα κάτι ψυχρό.

Τι δραμαμίνη; Εσείς στροβιλιζόσασταν τόση ώρα στους «Τυραννόσαυρους Rex» της Κιτσοπούλου.

Καλά ναι, αυτή είναι άλλη ιστορία. (γέλια)

kotsifas 3 texnes plus

Οι ήρωες του Βυσσινόκηπου κωφεύουν αρνούμενοι να αποδεχθούν όλα όσα συμβαίνουν. Νομίζετε ότι η στάση τους μοιάζει με τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία;

Νομίζω ότι είναι χαρακτηριστικό και του λαού μας. Υπάρχει αυτό κι είναι μια εύκολη λύση για να μην αντιμετωπίζεις τα προβλήματα. Όλοι οι άνθρωποι το έχουμε, άλλοι περισσότερο κι άλλοι λιγότερο. Λέμε πολύ συχνά να δω μια ταινία για να ξεχάσω ή να μην κάνω τώρα την κουβέντα αυτή με τον/την σύντροφό μου. Βέβαια, κάποια στιγμή έρχεται η ώρα που το πρόβλημα θα βγει στην επιφάνεια και δεν θα μπορείς εύκολα να το αποφύγεις.

Έχετε δηλώσει και κάτι ανάλογο σε μια συνέντευξή σας: «Ο προβληματισμός που έχω, είναι να μην προβληματίζομαι. Προτιμώ να μείνω σπίτι και να παίζω play-station».

Δεν παίζω Play-Station πια. Τώρα παίζω World of Tanks! Έχω γίνει λίγο junkie μ’ αυτή την ιστορία, αλλά μου αρέσει! Ξεχνιέμαι.Μπορεί, επίσης, να δω κάποια ταινία, laptop, ακουστικά κι ηρεμία.

Από τι θέλετε να ξεχαστείτε, συνήθως;

Γύρω μας υπάρχουν πολλά προβλήματα, θέματα υγείας κ.λ.π., τα οποία τα αντιμετωπίζω καθημερινά, δεν τα αποφεύγω, αλλά είναι αναγκαίο να υπάρχουν και στιγμές, όπου να γυρίζεις σπίτι σου και να μπορείς να ηρεμήσεις. Όσο μεγαλώνω, καταλαβαίνω ότι ένα από τα μεγαλύτερα αγαθά, μετά την υγεία, φυσικά, είναι η ηρεμία.

Πάντως, ο ήρωάς σας στον «Βυσσινόκηπο» τρώει συνεχώς καραμέλες. Είναι ένας τρόπος να ηρεμεί; Πώς ερμηνεύετε αυτή τη συνήθειά του;

Μπορεί να έχει σχέση μ’ όλη αυτή την ανεμελιά και την παιδικότητα, στα μικρά παιδιά συνήθως δίνουμε γλυκά. Είναι, όμως, και ένα τικ, κι ένας τρόπος που τον βοηθά να ησυχάζει. Με συγκινεί, όμως, πολύ η φράση που λέει: «Εγώ έφαγα όλη μου την περιουσία στις καραμέλες» ψάχνοντας, ακόμα, πώς να την πω καλά στην παράσταση.

kotsifas 6 texnes plus

Ποια άλλη φράση σας συγκινεί;

Με συγκινεί πολύ ο μονόλογος στη βιβλιοθήκη. Ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που ήθελα να παίξω τον ρόλο. Με κινητοποιεί, ιδιαίτερα, το γεγονός ότι αυτή η βιβλιοθήκη είναι σαν ένα υπαρκτό πρόσωπο, σαν ένα μέλος της οικογένειας. Δεν είναι μόνο η πνευματικότητα κι η γνώση που τους προσέφερε, αλλά είναι εκεί συμπαγής υποστηρίζοντας την οικογένεια για ένα καλύτερο μέλλον, όπως λέγεται στο έργο. Της λέω και το τραγουδάκι μετά.

Νομίζω, αυτό δεν υπάρχει στο κείμενο του Τσέχωφ.

Ναι, ήταν μια ιδέα του Κωνσταντίνου (Μαρκουλάκη) στις πρόβες να πούμε το happy birthday κι οι υπόλοιποι, νομίζω, ότι κοροϊδεύουν τον ήρωα με την έννοια άντε να το πούμε κι αυτό να τελειώνουμε.

kotsifas 7 texnes plus

Εσείς έχετε αναπτύξει σχέση αγάπης με κάποιο αντικείμενο; Υπάρχει κάτι που το αγαπάτε πολύ;

Το λάπτοπ μου! Να ζήσεις λαπτοπάκι μου και χρόνια πολλά! (γέλια). Εν τω μεταξύ το έχω και οκτώ χρόνια κι είναι μια χαρά.

Στα social media, πάντως, δεν είστε πολύ ενεργός.

Σπάνια ποστάρω κάτι. Μπαίνω καθημερινά να δω τι γίνεται και βάζω likes και καρδούλες. Νομίζω ότι έχω μια υγιή σχέση με το facebook, το έκανα πριν αρκετά χρόνια. Χαζεύω, έχω βρει παλιούς συμμαθητές μου, επικοινωνώ με μηνύματα. Αναγνωρίζω, εν μέρει, τη χρησιμότητά του.

Ας πάμε λίγο, στο παρελθόν. Νομίζω το έργο του Τσέχωφ και συγκεκριμένα ο «Γλάρος» ήταν η πρώτη σας παράσταση στη σχολή.

Ναι, που το ξέρεις; Στη σχολή με τον δάσκαλο μας τον Ιάκωβο Ψαρρά κάναμε τον «Γλάρο». Με θεωρούσε καρατερίστα. Είχε περάσει πριν την παράσταση από το καμαρίνι και μας είπε, ήμουν με τον Χάρη Μπορκά, ο οποίος έκανε τον επιστάτη, «Τι κάνουν οι καρατεριστες;». Εγώ έκανα τον παππού, τον Σόριν, με μια περούκα, από την οποία φαίνονταν τα μισά μαλλιά μου.

Αλήθεια, υπάρχει κάποιος ρόλος που ονειρεύεστε;

Τον Οιδίποδα επί Κολωνώ αλλά όταν γεράσω. Λέει κάτι πολύ συγκινητικό για τη ζωή. Κάτι που, επίσης, θαύμασα, αυτό το καλοκαίρι ήταν ο «Προμηθέας Δεσμώτης» σε σκηνοθεσία Μάρθας Φριτζίλα. Μια ερμηνεία του φίλου μου, του Νίκου του Καραθάνου, που μ’ έκανε να νιώσω σαν να τον έβλεπα για πρώτη φορά. Ήταν σαν αυτό που ξέρουμε για τις ραψωδίες του Ομήρου, όπου μαζεύονταν όλοι κι ένας αφηγητής έλεγε την ιστορία, ήταν κάτι μαγικό.

Περισσότερο, από ότι καταλαβαίνω, σας ενδιαφέρουν οι συνεργασίες, να είστε με φίλους κι όχι τόσο οι ρόλοι. Ισχύει αυτό;

Ναι, βέβαια, τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει αυτό. Πέρσι ήμουν με τον Δημήτρη τον Τάρλοου, είχα την τύχη να μου εμπιστευτεί έναν σπουδαίο ρόλο στην «Αγριόπαπια» και τώρα με τον Κωνσταντίνο ( Μαρκουλάκη). Έτσι πρέπει να είναι. Δεν μπορείς να είσαι συνέχεια με τους φίλους σου, την Λένα (Κιτσοπούλου), τον Νίκο (Καραθάνο) και τον (Δημήτρη) Μαυρίκιο, παλιότερα. Έχω ξεκινήσει να παίζω σεζόν βέβαια, γεγονός που κάποια στιγμή σε κουράζει, άλλο να παίζεις τρεις μήνες κι άλλο έξι.

Τι θα πει «οι φίλοι μου» για εσάς; Πώς είναι όταν είστε με τον Νίκο και τη Λένα;

Είναι δύο αγαπημένοι φίλοι χρόνια και στη ζωή και επαγγελματικά. Τα μοιραζόμαστε όλα και προχωράμε. Υπάρχει μια εφηβεία μεταξύ μας. Ονειρευόμαστε πράγματα.

Σας αρέσει να ονειρεύεστε;

Ναι, όχι όμως μεγαλεπήβολα σχέδια. Μου αρέσει να έχω κάτι να το περιμένω.

Πέρα από την εφηβεία, που μου είπατε πριν όταν περνάτε με τους φίλους σας, ο παιδικός σας εαυτός νιώθετε ότι επιβιώνει ακόμα;

Ναι, σίγουρα κι ο ρόλος μου, τώρα στον Βυσσινόκηπο, είναι πολύ κοντά σ’ αυτό. Γενικότερα όμως, οι αντιδράσεις μου, ο τρόπος που κινούμαι, που ενθουσιάζομαι, που παθαίνω πανικό έχει μια παιδικότητα και κάτι αγνό.

Δεν ήσασταν από τα παιδάκια, που ήθελαν να γίνουν ηθοποιοί. Πώς προέκυψε;

Τυχαία έγινα, τελείως. Ήμουν αθλητής του βόλεϊ στο Κοροίβο Αμαλιάδας, που τώρα ανέβηκε κατηγορία είναι Α2. Βρίσκονται εκεί κάποιοι παλιοί φίλοι και συμμαθητές, οι οποίοι κρατούν την ομάδα.

kotsifas 2 texnes plus

Πηγαίνετε στην Αμαλιάδα;

Το Πάσχα, σίγουρα, κι όποτε έχω χρόνο κατεβαίνω. Μένουν και οι γονείς μου εκεί κι θέλω να τους βλέπω.

Εκείνοι ήθελαν να γίνετε ηθοποιός;

Ναι, δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Ήμουν στη Βεάκη, στο προκαταρκτικό έτος κι ήρθε μια μέρα ο Μιχάλης Μαραγκός, που ήταν καθηγητής μου κι μου λέει: «Πέρασες», του λέω: «Τι;», «Στο Εθνικό» μου λέει «πέρασες» αλλά με νεύρα, γιατί θα έφευγα από τη σχολή. Καθόμουν θυμάμαι σ’ ένα καφέ στο Παγκράτι και πήγα να πάρω τηλέφωνο από το περίπτερο, φαντάσου το 1997 ήταν, τον πατέρα μου, στη δουλειά του και του λέω «Μπαμπά πέρασα στο Εθνικό». Επικράτησε μια παύση και μετά άκουσα φιλάκια.

Όλα έγιναν τυχαία, ήμουν στη Γυμναστική Ακαδημία και στο τέταρτο έτος είχα κουραστεί. Ήθελα κάτι άλλο, έτσι πήγα στο τμήμα της χορωδίας του πανεπιστημίου. Εκεί συνάντησα τον Δημήτρη τον Ντάσκα και μου πρότεινε να πάω στη θεατρική ομάδα. Πήγα κι ήταν σκηνοθέτης ο Αντώνης Γαλέος.Και τότε τον «Γλάρο» κάναμε. Οπότε τον είχα παίξει και πριν τη σχολή.

Μάλιστα, και τα δύο παιδιά έχετε καλλιτεχνικές τάσεις. Ο αδερφός σας, νομίζω, είναι τραγουδιστής;

Ναι, παίζει και κιθάρα. Έχει πολύ ωραία φωνή, γιατί έχει ασχοληθεί και με τη βυζαντινή μουσική. Τραγουδάει σε ταβέρνες, στον Υμηττό, στην Ηλιούπολη, στο Κουκάκι. Αλλά κι η κόρη του, η ανηψιά μου, η Μελίντα, αν και μικρούλα παίζει βιολί κι έχει ταλέντο, σαν την μαμά της, η οποία είναι στην κρατική ορχήστρα Αθηνών στα βιολιά.

kotsifas 5 texnes plus

Αποκλειστική φωτογράφιση για το Texnes-plus Κοσμάς Ινιωτάκης

Ο Γιάννης Κότσιφας πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Ο Βυσσινόκηπος», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, στο θέατρο Δημήτρης Χορν.

Στη σκηνή απολαμβάνουμε και ένα εξαιρετικό θίασο :Θέμις Μπαζάκα, Δημήτρης Λιγνάδης, Κόρα Καρβούνη, Αθηνά Μαξίμου, Γιάννης Κότσιφας, Σίσσυ Τουμάση, Γιώργος Μπινιάρης, Γιάννης Στόλλας, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Γιάννης Γιαννούλης, Τάσος Δημητρόπουλος, Γεωργιάννα Νταλάρα.

Ο Ε. Νεκροσίος πέθανε ξαφνικά, χθες το βράδυ νστην κλινική Santariškės. Ένας σκηνοθέτης της πρωτοπορίας που κατάφερε να βγάλει το θέατρο της μικρής πατρίδας του, της Λιθουανίας, από τα σύνορά της και να το κάνει γνωστό σε όλον τον κόσμο.

«Αποτελεί για τους Ευρωπαίους κριτικούς ένα ζωντανό μύθο από τη Βαλτική», έναν «ιδιοφυή ειδωλολάτρη» και το θέατρό του «ένα υπερδραματικό θέατρο της εικόνας και των αντικειμένων» έγραφαν για εκείνον και το έργο του.

Η είδηση του θανάτου του, έγινε γνωστή από τον διευθυντή του θεάτρου και συγγενή του, από την πλευρά του πατέρα του.

Σύμφωνα με τον Seimas A. Nekrošius, ο σκηνοθέτης αισθάνθηκε αδιαθεσία μετά την επιστροφή του από ταξίδι και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο.

Ο E. Nekrošis θα γινόταν αύριο 66 ετών.

Γεννήθηκε στις 21 Νοέμβριου το 1978, στο χωριό Pažobrio (Ρασενιάι Ραϊόν) αποφοίτησε από το Ινστιτούτο Τεχνών Θεάτρου Lunacharsky στη Μόσχα. Μετά την επιστροφή του στη Λιθουανία, ο Nekrošius εργάζεται στο Θέατρο Νέων του Βίλνιους από το 1978 έως το 1979.

Το 1979 μετακόμισε στο Κρατικό Θέατρο του Kaunas , όπου παρέμεινε για ένα χρόνο μέχρι το 1980. Το 1980 επέστρεψε στο κρατικό Θέατρο Νέων του Βίλνιους , εκεί σκηνοθέτησε σπουδαία έργα.

Από το 1993 μέχρι το 1997 ήταν διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Θεάτρου της Λιθουανίας.(LIFE)

Το 1998, ίδρυσε ένα στούντιο θεάτρου "Meno fortas" στο Βίλνιους , όπου ήταν και καλλιτεχνικός διευθυντής.

Είχε τιμηθεί μεταξύ άλλων με :το Βραβείο της Βαλτικής Συνέλευσης (1994), το Βραβείο Ευρωπαϊκού Θεάτρου «Για τη Νέα Θεατρική Πραγματικότητα» (1994), , το Κρατικό Βραβείο του LSSR (1983), το Κρατικό Βραβείο της ΕΣΣΔ (1987), Διοικητής του Τάγματος του Σταυρού Γκειδινα (1998).

Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των έργων του είναι η χαλαρωτική μουσική υπόκρουση ενός επαναλαμβανόμενου σχεδίου σε όλη την παράσταση, η εκτεταμένη χρήση του χορού και της κίνησης και οι μοναδικές στηρίξεις στη σκηνή, καθώς και η χρήση φυσικών ουσιών όπως νερό, φωτιά, άνεμος, πάγος και πέτρα . Η διάρκεια των παραστάσεων του ήταν συνήθως από τρεις ώρες και πάνω.

Είχε παρουσιάσει στο Ηρώδειο, το 2012, τον «Μάκβεθ» του Σαίξπηρ με τον θίασο «Μένο Φόρτας» (στα λιθουανικά σημαίνει δύναμη τέχνης) και τρία χρόνια αργότερα τον «Μάκβεθ» του Βέρντι μαζί με τα μπαλέτα Μπαλσόι.

Στη συνέντευξη Τύπου, που είχε γίνει τότε για την παράσταση στην Αθήνα είχε δηλώσει:«Εμείς στη Λιθουανία δεν είχαμε μεγάλες παραδόσεις. Αντίθετα, ο ρωσικός λαός, για την πορεία του οποίου ανησυχώ αυτή τη στιγμή, διαθέτει πολλά χαρίσματα, σπάνια μπορούμε να πούμε, όπως στη μουσική, στη λογοτεχνία, στο χορό και στην τέχνη. Προσπάθησα όμως να μην τους μιμηθώ αλλά να κάνω κάτι ξεχωριστό, δικό μου».

Το μήνυμα του Arvydas Nekrošius στο Facebook:

abc

Ο συγγραφέας Γιώργος Σκούρτης απεβίωσε τα ξημερώματα της Δευτέρας 19 Νοεμβρίου, μετά από βαριά επιδείνωση στην υγεία του.

Πρωτοεμφανίστηκε το 1970 στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν με το θεατρικό έργο «Οι νταντάδες», ένα έργο-σταθμό της σύγχρονης δραματουργίας μας.

Ακολούθησαν: «Οι μουσικοί», «Οι εκτελεστές»,» Οι ηθοποιοί», «Κομμάτια και θρύψαλα», «Ο Καραγκιόζης παρά λίγο Βεζύρης», « Απεργία», «Το θρίλερ του έρωτα», η άπαιχτη ακόμα Ιστορική τριλογία (Η δίκη του Σωκράτη, Η κωμωδία του βασιλιά Ιουγούρθα, Υπόθεση Κ.Κ.), «Εφιάλτες» και πολλά άλλα, γραμμένα σε μια πρωτόφανη για το ελληνικό ρεπερτόριο σκληρή και συνάμα αποκαλυπτική γλώσσα, με πολύ χιούμορ, προσωπικές και συλλογικές τραγωδίες. Τα έργα αυτά, μαζί με τα πεζογραφήματά του (Mπάρμπα-Tζωρτζ, Αυτά κι άλλα πολλά, Ιστορίες με πολλά στρας, Το χειρόγραφο της Ρωξάνης, Το συμπόσιο της Σελήνης, Πήδημα Θανάτου, Ο Κίλερ, Αυτός ο μπάτσος), δημιούργησαν «τομή» στο ελληνικό θεατρικό και το λογοτεχνικό πεδίο, επηρεάζοντας τους νεότερους συγγραφείς, με το καινούργιο ήθος και ύφος γραφής. Τα θέματα του συγγραφέα Γιώργου Σκούρτη είχαν να κάνουν με το «δίδυμο» Πολίτης-Εξουσία, με ξεκάθαρο το στοιχείο της κοινωνικοπολιτικής καταγγελίας, αλλά και την ψυχολογική εμβάθυνση στις διαπροσωπικές σχέσεις και τις υπαρξιακές αγωνίες του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου ανθρώπου.

Εκτός από το μεγάλο και σημαντικό λογοτεχνικό του έργο, άφησε πίσω του πάνω από 100 τραγούδια. Χαρακτηριστικό είναι το «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί» σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου και με την υπέροχη ερμηνεία του Νίκου Ξυλούρη. Είχε γράψει διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, σενάρια. Επίσης έχει σκηνοθετήσει όλα του τα θεατρικά έργα, στη σκηνή, στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο. Είχε έναν γιο από τον γάμο του με την ποιήτρια και ηθοποιό Αγγελική Ελευθερίου, αδελφή του Μάνου Ελευθερίου.

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

«Δεν έζησα, όπως έπρεπε. Αλλά πώς έπρεπε;»

Με τον «Θάνατο του Ιβάν Ιλτς» ο Λέον Τολστόι αναδεικνύει, συγκλονιστικά, μέσα σε μια νουβέλα τη μάχη ανάμεσα στη ματαιοδοξία της ανθρώπινης ζωής και στον φόβο του θανάτου, γι’ αυτό και το έργο γραμμένο το 1866 καταφέρνει, ακόμα, να αγγίζει τα ενδόμυχα των αναγνωστών.

Μπορεί ο Ρώσος κλασικός να είναι γνωστός για τα έργα του «Πόλεμος και Ειρήνη» και «Άννα Καρένινα», αλλά μ’ αυτό το διήγημα αποδεικνύει ότι είναι κι ένας σπουδαίος τεχνίτης της μικρής φόρμας.

Ένα από τα πιο γνωστά αποφθέγματά του ήταν: «Αν μπορούσες να μάθεις ποιος πραγματικά είσαι, όλα τα προβλήματα θα φαίνονταν εντελώς άσκοπα κι ασήμαντα». Έτσι, ουσιαστικά, σε μια μόνο φράση συμπυκνώνει ολόκληρη την ψυχαναλυτική διαδικασία και τα ατελείωτα φιλοσοφικά ερωτήματα, τα οποία από την εποχή των Προσωκρατικών απασχολούν τη φιλοσοφική διανόηση.

Μ’ αφορμή μια παράξενη ασθένεια ο Ιβάν Ίλιτς δεν έρχεται αντιμέτωπος μόνο με τον φόβο του θανάτου, αλλά και μ’ όλες τις ψευδαισθήσεις, τα όνειρα, τις προσδοκίες και τις προσωπικές του πεποιθήσεις, οι οποίες ανατρέπονται εν μια νυκτί. Πώς να μην κινητοποιήσει τον αναγνώστη η βασανιστική πορεία κι ο πόνος ενός ανθρώπου,ο οποίος συνθλίβεται στις συμπληγάδες της ανομολόγητης ανάγκης του για μια αγκαλιά, έστω κι από κάποιον ξένο;

Η μέρινα του ήρωα για την αναρρίχησή του στην ιεραρχία του δικαστικού σώματος και της περαιτέρω βελτίωσης του κοινωνικού του status, τον οδήγησαν στην αποξένωση από την οικογένειά του κι, ιδιαίτερα, από τη σύζυγό του Πρασκόβια Φεντόροβνα.

Όταν η νέα του θέση με τις σημαντικές οικονομικές απολαβές του επιτρέψουν να αγοράσει μια υπερπολυτελή κατοικία στην Πετρούπολη την οποία με μανία διακοσμεί, θα πέσει από μια σκάλα και θα χτυπήσει στο πλευρό. Το χτύπημά του από την πτώση δεν του προκάλεσε ιδιαίτερο πόνο, αλλά εκείνος δεν κατάφερε να συνέλθει ποτέ από τη μόλυνση που υπέστη.

Η υγεία του διαρκώς επιδεινωνόταν κι η αδιαφορία των κοντινών του προσώπων τον ανάγκασαν να ζητήσει βοήθεια από τον Γκεράσιμ, ένα νεαρό μουζίκο,που ήταν πάντα ευγενικός και πρόθυμος να τον εξυπηρετήσει και να του κρατά τα πόδια ψηλά.

Ο χαρακτήρας του Γκεράσιμ, η ευγένειά του, η διάχυτη ηρεμία κι αγνότητα που εξέπεμπε τον έκαναν να βρει στο πρόσωπό του μια εξιδανικευμένη αντανάκλαση του εαυτού του και μια τρυφερότητα, την οποία πάντα αναζητούσε. Συνειδητοποιώντας ότι η κατάστασή του είναι πια μη αναστρέψιμη, βιώνει την επιθανάτια αγωνία παρέα με τον πιστό του υπηρέτη.

108 χρόνια μετά την επέτειο του θάνατό του (20 Νοεμβρίου) ο Ρώσος συγγραφέας συνεχίζει να εμπνέει τη μεγάλη οθόνη και το θέατρο.

Μόνο στις αθηναϊκές σκηνές απολαμβάνουμε, κάθε σεζόν, κάποιο από τα αριστουργήματά του. Αναφέρομαι χαρακτηριστικά, σε μερικές από τις πιο πρόσφατες παραστάσεις των έργων του τον «Αφέντη και Δούλο» σε διασκευή και σκηνοθεσία  Γιώργου Νανούρη στο θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου, τη «Σονάτα του Κρόιτσερ» στο θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Μαρίας Ξανθοπουλίδου και την «Αννα Καρένινα» σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια στο Εθνικό Θέατρο.

Η συγκεκριμένη φιλοσοφική νουβέλα, αν κι υπήρχε ιδέα στο παρελθόν να παρουσιαστεί, τελικά, ανεβαίνει φέτος για πρώτη φορά στο Θέατρο Αλκμήνη.

Η Κωνσταντίνα Νικολαΐδη διασκευάζει και σκηνοθετεί το έργο, έχοντας εμφανώς μια πολύ συγκεκριμένη σκηνοθετική ιδέα κι ένα όραμα, το οποίο λειτουργεί εξαιρετικά.

Μέσα από την προσέγγισή της σκιαγραφείται εύγλωττα, όχι μόνο η αγωνία του θανάτου, αλλά κι άλλες προεκτάσεις του κειμένου, όπως η μάχη του ατόμου να ισορροπήσει μέσα στο διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον του, η δίψα για εξουσία, η κοινωνική υποκρισία, αλλά και μια ιδιόμορφη ηθικο-θρησκευτική θεωρία των έργων του Τολστόι, η οποία εστιάζει στην ουσία του χριστιανισμού, την ανιδιοτελή αγάπη.

ivan texnes plus

Με λίγα μέσα, μόνο μια καρέκλα, βλέπουμε στο καλαίσθητο σκηνικό του Νίκου Κασαπάκη (ο ίδιος επιμελείται και τα κουστούμια της παράστασης) να ανεβαίνει μια παράσταση, επηρεασμένη από το «φτωχό» θέατρο Γιέρζι Γκροτόφσκι, αναδεικνύοντας τις αρετές του. Μ’ ενδιαφέρον παρακολούθησα και τη σκηνοθετική αλληγορία με την καρέκλα, σαν ένα σύνθημα για την ενσυναίσθηση, με τις εναλλαγές των ρόλων πάνω σ’ αυτήν.

Άκρως λειτουργικοί, επίσης, οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλας, κατάφεραν σε στιγμές να «αντικαταστήσουν» τα ανύπαρκτα σκηνικά.

Τίποτα, όμως, δεν θα ήταν το ίδιο σ’ αυτή την παράσταση, χωρίς αυτούς του δύο, σπάνιας σκηνικής ευφυΐας ηθοποιούς τον Γιώργο Γαλίτη και τον Θανάση Κουρλαμπά. Το δυνατό ντουέτο με τα εκφραστικά του μέσα σε εγρήγορση, καταφέρνει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών.

Να δώσουμε εδώ κι ένα παράδειγμα «σκηνικής ευφυΐας», γιατί πολλές φορές, εμείς οι δημοσιογράφοι, μοιάζει να γράφουμε μια φράση εν είδει εντυπωσιασμού.

Θεωρώ, τρομερά έξυπνη κίνηση, όταν αυτή η μάστιγα που λέγεται κινητό τηλέφωνο, χτυπήσει σε μια παράσταση, ο ηθοποιός επί σκηνής να το αξιοποιήσει για την εξέλιξη της ιστορίας. Μ’ αυτή τη Στανισλαφσκική λογική αντιμετώπισε το περιστατικό ο Γιώργος Γαλίτης, δίνοντας ένα μάθημα αυτοσχεδιασμού και ψυχραιμίας.

Από το δυναμικό ξεκίνημα, όταν σαν σίφουνες εισέβαλαν στη σκηνή μέχρι το συγκινητικό φινάλε, οι δύο τους ερμήνευσαν όλους τους ρόλους, με εντυπωσιακές εναλλαγές κατάφερνοντας να μας κάνουν να δούμε ακόμα κι ανύπαρκτα σκηνικά αντικείμενα, όπως τσιμπιδάκια, βεντάλιες, φλυτζάνια, φέρετρα κ.α. Οι ηθοποιοί λειτουργούν, πολλές φορές, σαν ένα σώμα κι εντυπωσιάζουν.

Μοναδική ένσταση η χρήση του καπνού κι η μυρωδιά από το λιβάνι κι όχι μόνο για καλλιτεχνικούς λόγους, αλλά και για πρακτικούς, καθώς ενοχλούν πραγματικά μερίδα του κοινού.

Μια παράσταση, η οποία θυμίζει τα λόγια του Πήτερ Μπρουκ για τη λειτουργία του θεάτρου «ως ένας μεγεθυντικός φακός για να δούμε πιο καθαρά τις λεπτομέρειες της ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων».

Από τη Γιώτα Δημητριάδη 

Μιλάει ήρεμα αλλά κι αποφασιστικά συνάμα. Το ραντεβού μας για τη συνέντευξη, έχει δοθεί σ’ ένα καφέ κοντά στο θέατρο, «θέλω να είμαι δίπλα στην πρόβα γι’αυτό σας έφερα εδώ» θα μου πει, στρίβοντας το τσιγάρο και ρουφώντας μια γουλιά καφέ, έχοντας, ήδη, παραγγείλει τον δεύτερο σε πλαστικό ποτήρι, για να τον πάρει μαζί στο Θέατρο Σημείο, όπου πραγματοποιούνται οι τελευταίες πρόβες για την παράσταση «Το Κτήνος στο Φεγγάρι» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Παπαδάκη.

Ο Κώστας Αρζόγλου, δεν χρειάζεται συστάσεις και μόνο η αισθαντική φωνή του, σε πηγαίνει πίσω στο χρόνο κι ένα μαγικό κουτί με μοναδικές θεατρικές, αλλά και τηλεοπτικές εικόνες ξετυλίγεται μπροστά σου.

Ο σπουδαίος θεατράνθρωπος μ’ αφορμή τη νέα του παράσταση μου μίλησε για τις επαγγελματικές του εμπειρίες, τη σχέση του με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, την Κατίνα Παξινού, τον Δημήτρη Ψαθά, αλλά και για την πολυτάραχη ζωή του, η οποία μοιάζει με μυθιστόρημα κι αναμένεται, όπως μου αποκάλυψε, να δούμε και στη σκηνή!

Ο Κώστας Αρζόγλου, όμως, πάνω απ’ όλα, είναι κι ένας τρυφερός πατέρας, που καμαρώνει την κόρη του και ταλαντούχα ηθοποιό Aurora Marion, ενώ αγωνιά και για την μικρότερη Μαρία, η οποία είναι πρωτοετής στη δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης.

 ktinos feggari

Στο έργο «Το Κτήνος στο Φεγγάρι» του Kalinoski, παρακολουθούμε την ιστορία του Αράμ και της Σέτας, δύο νέων προσφύγων, οι οποίοι επιβίωσαν της γενοκτονίας στην Αρμενία το 1915 καταφεύγοντας στην Αμερική και παλεύοντας να ξεκινήσουν μία νέα ζωή. Πόσο πιστεύετε ότι έχουμε εξοικειωθεί με το φαινόμενο των προσφύγων;

Στο έργο οι πρόσφυγες είναι μόνο η αφορμή, το θέμα είναι τι δημιουργήθηκε μετά την καταστροφή. Νομίζω, όμως, ότι σ’ αυτό το ζήτημα υπάρχει μια δυσθυμία, την οποία πρέπει να παλέψουμε, γιατί αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να είναι καλοδεχούμενοι. Βεβαίως, κουβαλάνε μια κουλτούρα δική τους, πολλές αξίες, που δεν έχουμε εμείς ή δεν έχουμε μεγαλώσει μ’ αυτές. Παρατηρώ ότι και σ’ εμένα κάποιες συνήθειες, που φέρουν αυτοί οι άνθρωποι, μ’ ενοχλούν λιγάκι. Αυτό που μ’ ενοχλεί ακόμα περισσότερο, όμως, είναι όχι το πώς είναι οι άνθρωποι, αλλά πως είναι το δικό μας κράτος, το οποίο αδυνατεί να αφομοιώσει αυτές τις ξένες κουλτούρες.

Αυτό πιστεύετε ότι οφείλεται στις δομές του κράτους, στα οικονομικά προβλήματα της χώρας ή εμείς δεν έχουμε την ανάλογη παιδεία;

Σίγουρα, δεν έχουμε την παιδεία! Αναφερόμαστε συνέχεια στα υπέροχα αρχαία χρόνια, τα οποία ουσιαστικά μας ενδιαφέρουν μόνο όταν υπάρχει κέρδος. Αυτό δεν είναι μια δομή παιδείας, στην οποία πρέπει να ενταχθεί ο ξένος. Αυτό που είναι διάτρητο, λοιπόν, είναι το ελληνικό κράτος κι η δική μας νοοτροπία. Δεν ισχύει ότι οι ξένοι κουβαλάνε ασθένειες και παραβατικές συμπεριφορές, αυτό είναι μια αυθαίρετη προκατάληψη.

Ο τίτλος του έργου «Το κτήνος στο φεγγάρι» τι σηματοδοτεί;

Λέγεται μέσα στο έργο. Οι Τούρκοι, όταν έγινε μια έκλειψη σελήνης, βγήκαν στους δρόμους και πυροβολούσαν το κτήνος, που έκρυβε το φεγγάρι. Μετά από δύο ή τρία χρόνια ο Σουλτάνος εκμεταλλεύτηκε αυτό το έθιμο κι έτσι πυροβολούσαν «κατά σύμπτωση» τους Αρμένιους γείτονές τους. Από εκεί ξεκίνησε και τα ξεκλήρισμα των Αρμενίων. Δεν πυροβολούσαν, όμως, διακριτικά μόνο τους Αρμενίους, νομίζω ότι πυροβολούσαν και τη γιαγιά μου και τον παππού μου. Θέλω να πω, ότι αυτά τα γεγονότα είναι πάρα πολύ κοντά μας.

Τη σκηνοθεσία της παράστασης υπογράφει ένας νέος σκηνοθέτης – ηθοποιός, ο Βαγγέλης Παπαδάκης. Αναρωτιέμαι, πώς μετά από τόσα χρόνια διαδρομής είναι εύκολο να είστε ανοιχτός και να μην παγιώνετε πράγματα;

Εμένα δεν με ενδιαφέρει τόσο πολύ η ληξιαρχική ηλικία. Μ’ ενδιαφέρει να δω μέσα από τη ματιά κάποιου, πώς βλέπει ένα κείμενο. Γιατί τα έργα, το 80-90%, μετά από τόσα χρόνια στο θέατρο, τα γνωρίζω . Αυτό που δεν ξέρω, είναι η ματιά του σκηνοθέτη, ο τρόπος του.

Σ’ αυτή την περίπτωση τι σας άρεσε;

Καταρχάς, μου άρεσε το έργο.Το δεύτερο είναι ότι μου άρεσε πάρα πολύ ο ρόλος. Τρίτον, βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα τη μεταστροφή που γίνεται μέσα στο έργο από τον αφηγητή σε κάτι άλλο, το οποίο είναι μια, ας το πούμε, έκπληξη! Όλα αυτά, όχι μόνο τα δέχτηκε ο Βαγγέλης (Παπαδάκης), αλλά νομίζω, ότι τον ενέπνευσαν ακόμη περισσότερο! Όλα αυτά μου άρεσαν πάρα πολύ κι είπα να δοκιμάσω τον εαυτό μου και να δω αν θα μπορέσω να συμμετέχω σ’ όλη αυτή τη σκηνοθετική μαγεία.

Έχετε πει ότι περάσατε μια ζωή, ζητώντας τον τάδε ηθοποιό, τον τάδε χορογράφο κι ότι τώρα είστε σε μια φάση που έχετε ανάγκη να ζητιέστε και όχι να ζητάτε. Πόσο διαφορετική είναι η συνθήκη αυτή για εσάς;

Αλλάξαν τα μυαλά μου! Τόσα χρόνια προσπαθούσα και πρωτοστατούσα σε διάφορα πράγματα, που χρειάζονταν άλλους. Όπως η δραματική σχολή που ίδρυσα, το Aεικίνητο, το Underground, σ’όλα αυτά έβαλα και πολύ προσωπικό χρόνο. Επί τέσσερα χρόνια, ήμουν κάθε μέρα στο Underground από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ και αυτό γιατί οι νέοι άνθρωποι, θα χρειάζονταν διάφορα πράγματα, τα οποία δεν μπορεί να τα υπολογίσει κάποιος χωρίς εμπειρία. Νομίζουν, ότι τα ξέρουν, αλλά στην πραγματικότητα αυτό δεν συμβαίνει.

Είναι χαρακτηριστικό της νέας γενιάς αυτό;

Ναι, μα η άγνοια κινδύνου χαρακτηρίζεται από την πεποίθηση ότι τα ξέρει κανείς όλα!

Πάντως, εσείς από πολύ μικρός είχατε την ανάγκη να δημιουργείτε και να ανήκετε σ’ ομάδες. Μόλις στα 17 σας φτιάξατε σχολική ομάδα και, φυσικά, είναι γνωστή η δράση σας στο Ελεύθερο Θέατρο. Γιατί πιστεύετε ότι οι ομάδες δεν γράφουν, πλέον, εύκολα ιστορία;

Ο λόγος είναι πολύ απλός. Το ότι οι παρέες είναι περαστικές, αφενός κι αφετέρου υπάρχει ένα ολόκληρο περιβάλλον, το οποίο μας εξωθεί σε μια ζωή μονήρη, δηλαδή, ο καθένας να είναι μόνος του και ανεξάρτητος. Το Ελεύθερο Θέατρο, επειδή το έχω ζήσει,δεν ήταν αυτό. Ίσα- ίσα είχαμε απαρνηθεί το σπίτι μας, μέναμε μαζί, ερωτευόμασταν μαζί. Τώρα πολύ εύκολα λένε «είμαστε ομάδα», μα δεν είναι ομάδες αυτές, είναι περιστασιακές συμπτώσεις. Ομάδα ήταν το Ελεύθερο Θέατρο, στο οποίο οι ηθοποιοί ήθελαν στη σκηνή ο ένας να αρέσει στον άλλον. Τώρα, βλέπω ότι οποιοσδήποτε είναι στη σκηνή και παίζει, θέλει να αρέσει στο κοινό κι έτσι χάνεται το παιχνίδι. Από την άλλη πλευρά, πώς θα μπορούσε να υπάρξει ομάδα όταν οι καημένοι οι ηθοποιοί τρέχουν από τη μια δουλειά στην άλλη; Έπαιζα σε μια παράσταση και κάναμε τις πρόβες τέτοιες ώρες, ώστε να προλαβαίνει ο ένας ηθοποιός να κάνει πρόβες για άλλη παράσταση, να κάνει μια διαφήμιση κ.λ.π. Οι πρόβες είναι σκάνδαλο το πώς γίνονται, μπορεί και να μην γίνονται πια. Επίσης, πολύ σημαντικό είναι κι ο λόγος για τον οποίο κάνει κάποιος θέατρο, για να ανακαλύψει πλευρές του εαυτού του, τις οποίες δεν γνώριζε.

Λειτουργεί και ψυχαναλυτικά για εσάς το θέατρο;

Ας το πούμε κι έτσι. Δεν μου αρέσουν οι όροι, γιατί εγκλωβίζουν τα πράγματα. Πιστεύω ότι το θέατρο είναι πολύ πιο ευρύ από οποιαδήποτε ψυχανάλυση κι από οποιαδήποτε επιστήμη. Μπορεί να βλέπει πράγματα, τα οποία η επιστήμη δεν τα έχει ακόμη κατακτήσει. Για παράδειγμα, πριν από δεκαπέντε χρόνια ανακαλύφθηκε ότι η διαδρομή των ερεθισμάτων δεν πάει στον εγκέφαλο. Εμείς έχουμε μεγαλώσει όλοι, νομίζοντας ότι όλα καταγράφονται στον εγκέφαλο. Βεβαίως, καταγράφονται, αλλά αποθηκεύονται εκεί και ανακαλούνται. Αυτό δε σημαίνει, ότι όταν καίει το μάτι της κουζίνας, πάει πρώτα στον εγκέφαλο το σήμα. Αυτό, λοιπόν, πριν από σαράντα χρόνια, η σκηνοθεσία του θεάτρου το επεσήμανε, όταν ο Κουν μιλούσε για ένα σωματικό θέατρο. Εγώ θα πρότεινα στους επιστήμονες και τους ερευνητές να έχουν τα μάτια τους περισσότερο ανοιχτά στο θέατρο.

Πάντως μπορούμε να πούμε ότι έχουν κοινά η επιστήμη και το θέατρο. Για παράδειγμα τη μέθοδο και την παρατήρηση…

Ναι, αλλά στο θέατρο υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Η τέχνη αυτή ασχολείται σχεδόν με τα πάντα, έχει να κάνει με μια σοφία, που επεκτείνεται σε διάφορους τομείς. Η επιστήμη όλο και πιο πολύ εξειδικεύεται. Λες για παράδειγμα, στον οφθαλμίατρο, αλλά σ’ αυτόν που εξειδικεύεται στο πρόβλημα του αμφιβληστροειδούς.

Δεν είναι λογικό να συμβαίνει αυτό, όσο διευρύνεται το γνωστικό πεδίο;

Όχι! Διαφωνώ κάθετα! Ο άνθρωπος χρειάζεται τα πράγματα που του είναι απαραίτητα. Θέλω να πω, ότι αν υπήρχε ένα πρόβλημα στο μάτι, πριν τρεις αιώνες, θα είχε βρεθεί λύση να προοδεύσει αυτό ειδικά. Πλέον, βλέπουμε ότι εξειδικεύονται πράγματα, στα οποία δεν έχει εμφανιστεί η ανάγκη τους. Η ανάγκη προκύπτει.

Και στο θέατρο, όμως, δεν βλέπουμε «εξειδίκευση» σε κάποιες περιπτώσεις;

Βλέπουμε, ναι. Αν προσέξετε, όμως, αυτά που είναι πιο εξειδικευμένα είναι τα φθηνά θεάματα. Δεν υπάρχει περίπτωση να δεις «σοβαρό» θέατρο και δεν εννοώ δραματικό έργο. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη και να γελάσει και να συγκινηθεί και να προβληματιστεί, όμως, συχνά το κοινό παρασύρεται και ψάχνει ένα ωραίο ψέμα. Νομίζω, ότι και το θέατρο πηγαίνει σ’ αυτή την εξειδίκευση, για την οποία στηλίτευα πριν την επιστήμη. Ξεχνώντας, ότι το κοινό είναι αδηφάγο, είναι καρνιβαλιστικό στα φτηνιάρικα θεάματα. Αυτό τι σημαίνει ότι το τάδε θέαμα φέτος, «δεν λέει τίποτα» γιατί ήταν καλύτερο το περσινό και από το περσινό δεν θυμάται την παράσταση, παρά μόνο το αίσθημά του από αυτήν. Αυτό είναι ένας αδηφάγος λάκκος, στον οποίο θα πέσει κάθε φτηνιάρικο θέατρο.

Για να επανέλθουμε σ’ εσάς. Είχατε μια ονειρεμένη, θα έλεγα, αρχή στη σκηνή με τον Δημήτρη Ψαθά να γράφει διθυράμβους για εσάς και την Κατίνα Παξινού να σας δίνει συγχαρητήρια. Μετά από τόσα χρόνια πώς έχουν καταγραφεί μέσα σας αυτές οι αναμνήσεις;

Αν θέλω να είμαι εντελώς, μα εντελώς ειλικρινής, μου αρέσει πάρα πολύ που αυτοί οι άνθρωποι μίλησαν τόσο όμορφα για μένα. Όμως, η Παξινού με παρέσυρε από κάτι άλλο, γιατί είχα, ήδη, πάρει υποτροφία για να σπουδάσω ψυχολογία στο εξωτερικό. Αν έπαιρνα αυτό τον δρόμο, δεν ξέρω που θα κατέληγα. Εκείνη την ώρα, όμως, με έλκυε η υποκριτική κι αυτό το ψυχοψάξιμο το βρήκα στο θέατρο. Νομίζω ότι το θέατρο είναι πολύ πιο ευρυθές από οποιαδήποτε επιστήμη.

Έχετε μετανιώσει ποτέ που ακολουθήσατε αυτόν τον δρόμο;

Υπάρχουν στιγμές, στιγμούλες όμως, στις οποίες αισθάνομαι ότι έχω μετανιώσει. Δεν έχω μετανιώσει μόνιμα. Αλλά, όταν συμβαίνει καταριέμαι. Βέβαια, το να καταριέται κανείς την Παξινού ή τον Μπόκοβιτς ή τον Χορν δεν είναι σωστό. Επίσης, κάποιες στιγμές σκέφτομαι πόσο ευτυχής μπορεί να είναι κάποιος, μη γνωρίζοντας.

Άγνοια κινδύνου….

Ναι, ας πούμε ένα σκυλάκι είναι ευτυχισμένο, γιατί δεν ξέρει ότι είναι σκυλάκι.Μπορεί και εγώ αν είχα πάει στην Αμερική να ήμουν ένα ευτυχισμένο σκυλάκι.

Θυμάμαι, παλιότερα να σας ακούω να λέτε ότι δεν έχετε γνωρίσει ηθοποιό να χαίρεται τόσο με την επιτυχία συναδέλφου του, όπως ο Αλέκος Αλεξανδράκης. Γιατί δεν υπήρξαν κι άλλοι ηθοποιοί, οι οποίοι να σας έκαναν να αισθανθείτε έτσι;

Πιθανόν, να υπάρχουν κι άλλοι πολλοί ηθοποιοί. Ξέρετε, όμως, είναι τελείως διαφορετικό αυτό που έλεγα πριν για την ομάδα, ότι παίζαμε για να αρέσει, ο ένας στον άλλον και, τελείως, διαφορετική αυτή η γενναιοδωρία που είχε ο Αλεξανδράκης. Δεν την έχω ξανασυναντήσει σ’ άλλον ηθοποιό. Ίσως, και λίγο στη Λαμπέτη, αν και εγώ την πέτυχα σε μια χρονιά, που ήταν άρρωστη.

Νομίζω και στο σπίτι της μάθατε για το δυστύχημα της μητέρας σας;

Ναι, έμελλε σ’ εκείνη να μου το αναγγείλει. Ήταν να έρθει να με επισκεφθεί στην Αθήνα από τη Σέριφο, αλλά επειδή εκείνο το Σαββατοκύριακο θα πήγαινα στο σπίτι της Έλλης Λαμπέτη, της είπα να αλλάξει το εισιτήριο της και να έρθει άλλη στιγμή. Άλλαξε το εισιτήριο της, μπήκε στη θάλασσα και πνίγηκε.

Γενικότερα, η ζωή σας θα μπορούσε να γίνει μυθιστόρημα. Έχετε βιώσει πάρα πολλά γεγονότα κι όχι μόνο, όσον αφορά την καριέρα σας, αλλά και την προσωπική σας ζωή. Σκεφτήκατε ποτέ να γράψετε μια αυτοβιογραφία;

Έγραψαν ήδη. Στη θεατρολογία του πανεπιστημίου Ναυπλίου μια εργασία, 170 σελίδων, πάνω στη ζωή μου με θέμα «Από τον Σκαρίμπα στον Μπέκετ» και το έχω στα χέρια μου.Είναι βιβλίο ολόκληρο και, τώρα, γίνεται μια προσπάθεια και με τη δική μου παρότρυνση αυτό να γίνει παράσταση. Γιατί δεν θέλω 100 σελίδες να βρίσκονται σε μια βιβλιοθήκη κάπου, θα ήθελα να επικοινωνηθεί, να γίνει δημιουργία. Έχει γραφτεί και θεατρικό για τη ζωή μου, το «Θυμάσαι ρε» από έναν σπουδαίο Κρητικό συγγραφέα, τον Πολυχρόνη Κουτσάκη.

Έχετε στο μυαλό σας κάποιον ηθοποιό, ο οποίος θα μπορούσε να ερμηνεύσει εσάς σε μικρότερη ηλικία;

Έχω εντοπίσει κάποιο νεότερο παιδί, όμως θέλω επί σκηνής σε κάποια φάση να συναντιέμαι μαζί του.

Μετά από όλη αυτή τη διαδρομή, αν είχατε απέναντί σας τον εικοσάχρονο εαυτό σας, ποια συμβουλή θα του δίνατε;

Να μην δειλιάσει σε τίποτα.

Ο τολμών νικά;

Ναι, αλλά και να μην νικήσει ο τολμών κι αν χάσει όφελος είναι.

Αυτό που συνέβη με το κλείσιμο Underground. Σας άφησε πικρία;

Μου άφησε μια πικρία, αλλά είναι αυτό που λέμε «ο τολμών νικά». Τόλμησα, να διακόψω την οποιαδήποτε συνεργασία και συνέχεια, ενώ είχαν κλειστεί οι προτάσεις ήδη, γιατί ο χώρος πουλήθηκε σ’ ένα αμερικάνικο επενδυτικό fund. Από αυτό, λοιπόν, κέρδισα. Τι κέρδισα; Το ότι αλλάξαν τα μυαλά μου, ότι άρχισα να θέλω να ζητιέμαι.

 prigkipas tis fotias

Το πολυβραβευμένο θεατρικό έργο του Richard Kalinoski «Το κτήνος στο φεγγάρι» επιστρέφει στο Θέατρο Σημείο από τις 19 Νοεμβρίου και κάθε Δευτέρα και Τρίτη, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Παπαδάκη. Πρωταγωνιστούν ο Κώστας Αρζόγλου, ο Βαγγέλης Παπαδάκης και η Σοφία Λιάκου.

Τον Κώστα Αρζόγλου παρακολουθούμε και στην καθημερινή σειρά του Open «Ο πρίγκιπας της φωτιάς»

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Please enter youtube id.

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία