Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Γιώτα Δημητριάδη

Γιώτα Δημητριάδη

Από τη Γιώτα Δημητριάδη 
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή 
 
Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου, τα τελευταία χρόνια, έχει στραφεί στο ισπανόφωνο θέατρο κι όπως έχει δηλώσει σε συνέντευξή του στο texnes-plus και τον Αναστάση Πινακουλάκη αυτό συμβαίνει διότι: «Κι εκείνοι (οι Ισπανοί) γράφουν έργα για μικρές παραγωγές με δύο ή τρία πρόσωπα, όπως συμβαίνει και στην Ελλάδα. Ένα άλλο εξαιρετικό γνώρισμα, είναι πως οι Ισπανοί συγγραφείς μιλούν για το τώρα, χωρίς να τους ενδιαφέρει να γίνουν διαχρονικοί. Κάνουν πολιτικό θέατρο που είναι πάρα πολύ σημαντικό σήμερα».
 
Έτσι, λοιπόν, μετά τις δύο σκηνοθεσίες του: την «Αρχή του Αρχιμήδη» του Ζοσέπ Μαρία Μιρό και το «Κόντρα στην Ελευθερία» του Εστέβα Σολέρ, αλλά και τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στο «Χελιδόνι» του Γκιλιέμ Κλούα, σε σκηνοθεσία Ελένης Γκαζούκα, καταπιάνεται μ' ένα ακόμη ισπανικό έργο συνεχίζοντας έτσι τη συνεργασία του με τη μεταφράστρια Μαρία Χατζηεμμανουήλ.
 
Αυτή τη φορά, πρόκειται για το «Xοιρινό νεφρό για την κατάθλιψη» του Αλεχάντρο Ρικάνιο, που ανεβαίνει στο Μικρό Γκλόρια. Ο 36χρονος πολυβραβευμένος και πολυγραφότατος Μεξικανός συγγραφέας συνδυάζει στο έργο του φανταστικά γεγονότα από τη ζωή του Σάμιουελ Μπέκετ για να δημιουργήσει έναν θεατρικό κόσμο, που ισορροπεί μεταξύ μαύρης κωμωδίας και δράματος.
 
Πρόκειται για τη φανταστική ιστορία της συγγραφής του «Περιμένοντας τον Γκοντό», του πιο γνωστού κι αγαπημένου έργου του Μπέκετ παγκοσμίως. Στην Ελλάδα ανεβαίνει, σχεδόν, κάθε χρόνο, ενώ οι Βρετανοί και συγκεκριμένα το Royal National Theatre μετά από ψηφοφορία του, το 1990, ανέδειξε το «Περιμένοντας τον Γκοντό» ως το σημαντικότερο έργο του 20ου αιώνα στην αγγλική γλώσσα.
 
Ο πρωτότυπος τίτλος του έργου είναι εμπνευσμένος από τον Τζέιμς Τζόυς, ο οποίος στον «Οδυσσέα» σέρβιρε χοιρινό νεφρό ως πρωινό στον ήρωά του, κάθε φορά που συνέβαινε κάποιο κομβικό γεγονός. Εξάλλου, το βιβλίο του Τζόους είναι από τα λίγα σκηνικά αντικείμενα, που βλέπουμε στην παράσταση στο Μικρό Γκλόρια. Για του ήρωες του Ρικάνιο, το συγκεκριμένο πιάτο λειτουργεί σαν αντικαταθλιπτικό για τις δύσκολες στιγμές, αλλά κι ως έδεσμα για να γιορτάσουν η Μαρί κι ο Γκουστάβ τα ευχάριστα γεγονότα.
 xoirino katathlipsi
 
Η υπόθεση
 
Η Μαρί είναι απελπισμένα ερωτευμένη με τον Γκουστάβ. Είναι μια γυναίκα μόνη στον κόσμο, καταδικασμένη να δίνει νόημα στην ύπαρξή της μέσα από εκείνον. Αυτός, όμως, την υποτιμά διαρκώς. Του είναι ανυπόφορη και συνεχώς τη διώχνει. Σιγά-σιγά γίνεται η μούσα του. Ο Γκουστάβ είναι ένας βασανισμένος συγγραφέας, ένας καταραμένος ποιητής, καταδικασμένος να ζει στη σκιά του Σάμιουελ Μπέκετ. Ο ίδιος δεν έχει πετύχει τίποτε στη ζωή του. Αναπτύσσει μια σχέση αγάπης και μίσους με τον Ιρλανδό συγγραφέα. Όλα ξεκινούν όταν παίρνει μέρος σε έναν διαγωνισμό ποίησης και χάνει από αυτόν. Κάπως έτσι αρχίζει να γίνεται στόκερ του Μπέκετ.
 
Μαζί με τη Μαρί τον ακολουθούν παντού για 13 χρόνια. Κάποια στιγμή αποφασίζει να τον σκοτώσει. Μπαίνοντας στο διαμέρισμά του δεν τον βρίσκει εκεί. Πάνω στο γραφείο του, όμως, βρίσκει το ανέκδοτο κείμενο του «Περιμένοντας τον Γκοντό». Το διαβάζει κι η ζωή του αλλάζει για πάντα. Ο Γκουστάβ ανακαλύπτει τον μεταφορικό τρόπο γραφής κι έτσι η σχέση του με τον Μπέκετ αλλάζει για πάντα κι από σχέση μίσους μετατρέπεται σε σχέση λατρείας. Στόχος του είναι να τον προστατεύσει από κάθε κίνδυνο, ενώ παράλληλα εισβάλλει μυστικά στο σπίτι του και κάνει διορθώσεις στο μπεκετικό κείμενο αλλάζοντας ακόμη και τον τίτλο του. Η εμμονή του, όμως, με τον συγγραφέα θα τον οδηγήσει σε ακραίες και παραβατικές συμπεριφορές. Οι  δύο ήρωες φλερτάρουν με τους ήρωες του Μπέκετ, τον Βλαντιμίρ (Ντίντι) και τον Εστραγκόν (Γκόγκο) εξάλλου:«Στη ζωή δεν κάνεις τίποτα άλλο από το να περιμένεις....τον θάνατο»
 xoirino
 
Η παράσταση
 
Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου έχοντας  δύο δυνατούς άσους στο μανίκι του – τους ηθοποιούς Άννα Καλαϊτζίδου και  Μιχάλη Συριόπουλο – παραδίδει στο κοινό μια παράσταση με εξαιρετικό ρυθμό, που ισορροπεί ενδελεχώς ανάμεσα στο δράμα και το μαύρο χιούμορ με τα κωμικά στοιχεία να κυριαρχούν ακόμα και στις στιγμές απόλυτης μακαβριότητας. Δίνοντας στο θέατρο έναν από τους σπουδαιότερους ρόλους του, αυτού του παυσίπονου απέναντι στις πληγές της καθημερινής ζωής. Έτσι η τέχνη λειτουργεί, όπως και το χοιρινό για την κατάθλιψη στο έργο του Ρικάνιο, ως αντικαταθλιπτικό.
 
Αυτές οι συναισθηματικές μεταβάσεις είναι, κατά τη γνώμη μου, το μεγαλύτερο στοίχημα σ' ένα τόσο χειμαρρώδες, ποιητικό, αφαιρετικό και συνάμα μεταφορικό έργο, όπου ο ρεαλισμός μπλέκεται μοναδικά με την ονειροπόληση και το θέατρο του παραλόγου.
 
Η παράσταση κινητοποιεί τη φαντασία του θεατή και μ' ένα λιτό σκηνικό (Μαίρη Τσαγκάρη) αποτελούμενο από τέσσερα έπιπλα, καθώς και την καλοδουλεμένη κίνηση των ηθοποιών (Πάρης Μαντόπουλους) μας μεταφέρει στους πολλούς και διαφορετικούς κόσμους του έργου, από το ατμοσφαιρικό Παρίσι και τον Σικουάνα, μέχρι τη φρίκη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και τα αγροκτήματα της Ευρώπης. Καθώς ο Ρικάνιο τοποθετεί χρονικά την υπόθεση το 1939, όταν την 1η Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε η εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία, που ουσιαστικά σηματοδότησε την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Αν και το έργο του Μπέκετ είναι γραμμένο αρκετά αργότερα 1948-1949, ο Μεξικανός συγγραφέας το μεταφέρει λίγο πριν για να εκμεταλλευτεί δραματουργικά τις πολεμικές συνθήκες, που επικρατούσαν μια δεκαετία πριν στην Ευρώπη.
 
Η  Άννα Καλαϊτζίδου κι ο Μιχάλης Συριόπουλος κατάφεραν, με τις ερμηνείες τους, να αναδείξουν και να φωτίσουν όλες τις πτυχές αυτού του ιδιόμορφου ζευγαριού, που στηρίζεται σε μια  σχέση αγάπης-μίσους αλλά κι έντονης εξάρτησης. Ο Γκουστάβ είναι για τη Μαρί ο μεγάλος έρωτας της ζωής της. Η Μαρί είναι για τον Γκουστάβ ενοχλητική, αλλά παράλληλα κι απαραίτητη για να δημιουργήσει. Είναι η μούσα του αλλά όχι με τον τρόπο που ονειρεύεται εκείνη. Μια σχέση τόσο ιδιαίτερη κι αληθινή συνάμα. Εξάλλου : «Ο έρωτας είναι κάτι πάρα πολύ ωραίο όταν συμβαίνει, σε όποιον από τους δύο συμβαίνει και για όσο συμβαίνει. Αλλά πάντα τελειώνει». (Κική Δημουλά)
 
 
xoirino gloria
 
Η Άννα Καλαϊτζίδου καταφέρνει να αποδώσει μοναδικά τις συναισθηματικές αποχρώσεις της ηρωίδας της στη σκηνή. Παρουσιάζοντας μια γυναίκα γεμάτη ενέργεια αλλά και με αξιοθαύμαστη εσωτερικότητα, στις τραγικές σκηνές.
 
Ο Μιχάλης Συριόπουλος έχει σωματοποιήσει σε τέτοιο βαθμό τον Γκουστάβ, χαρακτηριστικό παράδειγμα το έγκλημα στον Σικουάνα, ώστε να δημιουργεί μια μοναδική ατμόσφαιρα με κινηματογραφικά πλάνα στη μικρή σκηνή του Μικρού Γκλόρια.
 
Δύο σπουδαίοι ηθοποιοί, οι οποίοι επιτυγχάνουν την απόλυτη χημεία αναδεικνύοντας, παράλληλα, με τον καλύτερο τρόπο τις ποιότητες των χαρακτήρων τους.
 
Τη λιτή αισθητική της παράστασης συμπληρώνουν τα εμπνευσμένα και πρακτικά κουστούμια της Μανταλένας Μπαστάκου κι η διακριτική αλλά καίρια στα σημεία που χρησιμοποιείται μουσική του Γιώργου Φουντούκου. Αντίθετα, κάτι δεν λειτουργεί με τους φωτισμούς της Στέλλας Κάλτσου.
 

Αντικείμενα που έχω πάντα στο καμαρίνι μου.

Δήμητρα Βαμβακάρη: Παλιότερα αγόραζα μια καινούργια κούπα για κάθε παράσταση και μετά το τέλος της παράστασης την άφηνα στο θέατρο. Τα τελευταία χρόνια φροντίζω να έχω πάντα μαζί μου τα δώρα των συναδέλφων μου, από την εκάστοτε παράσταση. Είτε είναι ένα κερί, είτε γλυκά, είτε μια αφιέρωση σε ένα χαρτί. Το κείμενο της παράστασης, συνήθως, μένει στο καμαρίνι από την πρώτη παράσταση μέχρι την τελευταία, για ψυχαναγκαστικούς κυρίως λόγους. Νερό, καλλυντικά, τσιμπιδάκια υπάρχουν πάντα στο καμαρίνι.

Δήμητρα Σύρου: Εκτός από όλα τα συνηθισμένα (τσιμπιδάκια, ψαλιδάκια, πούδρες, μάσκαρες κτλ) ΚΟΥΤΙΑ. Πολλά κουτάκια για να είναι όλα αυτά τακτοποιημένα. Μικρά, μεσαία και μεγαλύτερα! ΚΟΥΤΙΑ!

 

vamvakari dimitra

Το πιο ωραίο καμαρίνι που είχα ποτέ.

Δήμητρα Βαμβακάρη: Όταν προφέρω τη λέξη καμαρίνι, το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι οι συνάδελφοι με τους οποίους το έχω μοιραστεί. Απαντώ λοιπόν με αυτή τη λογική και η αλήθεια είναι πως έχω να θυμάμαι πολλές όμορφες συναντήσεις. Στο “Iράκ, 9 τόποι επιθυμίας”, στο θέατρο Vault, μοιραζόμασταν 7 γυναίκες ένα μεγάλο καμαρίνι και πριν από κάθε παράσταση τα γέλια κι οι φωνές μας ακούγονταν σε όλο το θέατρο. Ιδιαίτερο καμαρίνι, ήταν για μένα στην παράσταση του “Ταρτούφου”, στο θέατρο “Τζένη Καρέζη”, το καμαρίνι που μοιραζόμουν με τον σύντροφο μου. Μόλις είχα γεννήσει, έφερνα πολλές φορές το μωρό στην παράσταση, το κοίμιζα και το άλλαζα στο καμαρίνι... αισθανόμουν μια οικεία, οικογενειακή αύρα σε ένα μικρό παρασκηνιακό δωματιάκι, το οποίο μάλιστα μοιραζόμασταν και με άλλη παράσταση. Αγαπώ το καμαρίνι που μοιράζομαι τώρα με την Έλενα και τη Δήμητρα. 6 χρόνια μετά την πρώτη μας συνάντηση στο ίδιο ακριβώς θέατρο, κοιταζόμαστε και προετοιμαζόμαστε στον ίδιο καθρέφτη, ούσες πολύ διαφορετικές από τότε, αλλά με την ίδια και περισσότερη αγάπη κι εκτίμηση η μία για την άλλη. Κι άλλα καμαρίνια, που αδικώ.. Στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης, κάθε πρωί, για έναν χρόνο, κάναμε ολόκληρη ιεροτελεστία στο καμαρίνι με τον πρωινό καφέ. Με την Τσεβά, το πρώτο μου καμαρίνι… Δε μπορώ να διαλέξω το πιο ωραίο καμαρίνι που είχα ποτέ…

Δήμητρα Σύρου: Για πολλούς λόγους, θα πω τα δύο παρακάτω:

Αυτό, εδώ, τώρα. Θέατρο Vault, Φελίτσε & Λίλυ. Από το καμαρίνι, μέχρι τη σκηνή, μέχρι το φουαγιέ μόνο γέλια και υγεία… Γιατί το πρώτο το βρίσκεις, ειδικά στο χώρο μας, και καμιά φορά σε υπερβολική δόση. Και τα δύο μαζί όμως σπάνια. Και τα θέλει και τα δύο αυτή η ζωή!

Και στο Fabrica Athens, στην παράσταση «Ψέματα ή Αλήθεια», με τον Νίκο Αξιώτη και την Ελεάννα Σταθοπούλου. Οικογένεια… Ίδιος πλανήτης, ίδιοι κόσμοι, πολλά γέλια, πολύ επικοινωνία.

 

 surou texnes plus

Το πιο ωραίο καμαρίνι που έχω δει ποτέ στη ζωή μου.

Δήμητρα Βαμβακάρη: Τα πιο ωραία καμαρίνια για μένα είναι αυτά στα οποία έχουν ακουστεί άπειρες θεατρικές ιστορίες, που έχουν φιλοξενήσει σπουδαίες προσωπικότητες, που μυρίζουν θέατρο σε κάθε γωνιά. Στο καμαρίνι του Καζάκου, είχα εντυπωσιαστεί. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ο Άγγελος Μπούρας έχει το πιο ωραίο καμαρίνι που έχω δει. Χα χα χα! Μαζεύονται όλοι στο καμαρίνι του (το οποίο είναι εφοδιασμένο με καφετιέρα, σπάνια τσάγια, καλλυντικά για κάθε συνάδελφο) και χωρίς να το καταλάβουν εξομολογούνται όλες τις θεατρικές τους εμπειρίες. (Άγγελε, συγγνώμη, έπρεπε να γίνει γνωστό.“Ζηλεύουμε” όλοι το καμαρίνι σου. Είναι το πιο ωραίο που έχω δει στη ζωή μου! χαχαχα)

Δήμητρα Σύρου: Ένα κουκλίστικο που είχε κι ένα μικρό κρεβάτι!

Την πιο ωραία ανάμνηση που έχω από καμαρίνι.

Δήμητρα Βαμβακάρη: Βρίσκομαι στο δημοτικό θέατρο Πειραιά (πριν την ανακαίνιση) για μια παράσταση μπαλέτου μιας φίλης. Περιμένω να της δώσω “συγχαρητήρια” , θυμάμαι να μυρίζει ξύλο και να λέω στον εαυτό μου : “θέλω να γίνω ηθοποιός και κάποια στιγμή να βρεθώ κι εγώ σε ένα καμαρίνι”. Επαγγελματικά, έχω να θυμάμαι πολλές στιγμές ευτυχισμένες από καμαρίνι. Αναφέρω μία πρόσφατη, μόλις την προηγούμενη βδομάδα, μετά την παράσταση, είμαστε αρκετά φορτισμένες με τις συναδέλφους μου, κατεβαίνει η σκηνοθέτις μας, συγκινημένη και μας λέει “Ευχαριστώ”. Αγκαλιαστήκαμε όλες μαζί και κλάψαμε για λίγα δευτερόλεπτα, σε μια μέθη ευτυχίας.

Δήμητρα Σύρου: Όλες οι κρίσεις γέλιου και/ή άγχους πριν «βγούμε». «Θα παίξουμε σήμερα;», «Γιατί βάφεστε;», «Μπορώ να κάτσω άλλο λίγο εδώ;»

Α! Και η μέρα που μέσα στο καμαρίνι συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ούτε μισό ρούχο της παράστασης μαζί μου!...

Το τελευταίο πράγμα-κίνηση-σκέψη που κάνω πριν βγω από το καμαρίνι μου.

Δήμητρα Βαμβακάρη: Να ευχαριστηθώ την παράσταση!

Δήμητρα Σύρου: Κλείνω τα φώτα.

 

vamvakari surou texnes plus

Η Δήμητρα Σύρου, η Δήμητρα Βαμβακάρη και η Έλενα Τυρέα παίζουν στην παράσταση «Φελίτσε και Λίλυ: ένας άνθρωπος ανάμεσα στους ανθρώπους», της Ελένης Καρασαββίδου, που παρουσιάζεται κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στον Πολυχώρο Vault σε σκηνοθεσία Κατερίνας Πολυχρονοπούλου.

 

surou vamvakari tyrou

Η διακεκριμένη ομάδα blindspot (Γιώτα Αργυροπούλου / Μιχάλης Κωνσταντάτος) διασκευάζει το γνωστό λογοτεχνικό έργο του Λακλό «Επικίνδυνες Σχέσεις» δημιουργώντας μια νέα θεατρική προσέγγιση στο πρωτότυπο μυθιστόρημα. Με την περιήγηση στο κεντρικό ερωτικό τρίγωνο της ιστορίας, η παράσταση μεταφέρει τον κόσμο του έργου στο γνωστό νυχτερινό κέντρο Ηotel Ermou (Ερμού 152), το οποίο φιλοξενεί για πρώτη φορά τη θεατρική παράσταση στους χώρους του. Εμείς μιλήσαμε με τη Γιώτα Αργυροπούλου , η οποία πέρα ​​από την δραματουργία πρωτοστατεί και στο ερωτικό τρίγωνο της ιστορίας του εμβληματικού έργου του Λακλό. 
 
ξενοδοχείο ermou texnes plus
 

Πως είναι αυτές οι πρώτες ημέρες παραστάσεων στο Hotel Ermou;

Είναι πραγματικά μία όμορφη και έντονη εμπειρία, η στιγμή που το κοινό μπαίνει στον χώρο. Για μας άλλαξε πολύ η αίσθηση του έργου. Όταν μπήκαν οι θεατές στον χώρο του κλαμπ, τότε ένιωσα ότι ενεργοποιήθηκε ολοκληρωτικά η παράσταση μας. Η δράση μας πραγματοποιείται πολύ κοντά στο κοινό και εξελίσσεται σε διάφορα σημεία του κλαμπ, ενός δηλαδή μη θεατρικού χώρου. Ο τρόπος που ενώνεται η θεατρική δράση με τον χώρο και τους θεατές είναι πολύ ιδιαίτερος, αποτελούν στοιχεία που ολοκληρώνονται και παίρνουν μορφή ως έργο μόνο στο πλαίσιο των παραστάσεων. Και όλο αυτό μέχρι στιγμής έχει υπάρξει μία πολύ θετική εμπειρία.

Τι σας ενέπνευσε για το έργο του Λακλό;

Ο τρόπος που προσεγγίζει τον έρωτα. O Λακλό βλέπει τον έρωτα μέσα από τα μάτια δύο κυνικών Δον Ζουάν, του Βαλμόν και της Μερτέιγ. Και ενώ τους τοποθετεί στο κέντρο της ιστορίας του να χλευάζουν και να κοροϊδεύουν τους πάντες και τα πάντα, στο τέλος αφήνει να αναδυθεί η δύναμη του έρωτα που επηρεάζει και σαρώνει τα πάντα, ακόμη και όταν εκείνοι αντιστέκονται για να μην νιώσουν τίποτα. Ακόμη και οι πιο σκληροί και αποφασισμένοι επηρεάζονται, ερωτεύονται. Και όταν δεν αποδέχονται το συναίσθημα τους, το τέλος είναι καταστροφικό.

Βρήκες κοινά με την ηρωίδα που υποδύεσαι;

Η Μερτέιγ έχει έναν κυνισμό και ένα καυστικό χιούμορ που τα βρίσκω απολαυστικά. Έχει μία ελευθερία στην έκφραση της, στον τρόπο που δρα και μιλάει, χωρίς να υπολογίζει το ηθικό κόστος που προκαλεί στους γύρω της. Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό από μένα και την ψυχοσύνθεση μου. Έχοντας μεγαλώσει με το βάρος της καλής μαθήτριας και του καλού παιδιού από το σχολείο μέχρι το σπίτι μου, το να υποδύομαι έναν χαρακτήρα που επιτρέπει στον εαυτό της να λειτουργεί χωρίς κανόνες και πρέπει, το βρίσκω σε στιγμές απελευθερωτικό. Αλλά εκεί που διαφοροποιούμαι εντελώς από τη Μερτέιγ και δεν ‘συμφωνώ’ μαζί της, είναι ότι η ‘επανάσταση’ της απέναντι στα κοινωνικά και προσωπικά πρέπει, δεν έχουν τελικά έναν υψηλό στόχο ή ένα όραμα, ένα σημαντικό αντίκρισμα. Όλες οι ικανότητες και οι προσπάθειες αυτής της πανέξυπνης γυναίκας εξαντλούνται σε ένα μικρό, ρηχό πλαίσιο χειρισμών και συμφερόντων. Και έτσι καταλήγει να καταστρέψει τον εαυτό της και τους άλλους.

Τι είναι για σένα οι σχέσεις; Ο έρωτας; 

Για μένα οι σχέσεις και ο έρωτας προϋποθέτουν μία γενναιοδωρία, ένα άνοιγμα ψυχής. Αυτό που με δυσκολεύει στις σχέσεις είναι η μικροψυχία, η τσιγκουνιά, το δόσιμο με το μέτρο, με τον πόντο. Μπαίνω σε μία σχέση, ερωτική ή φιλική, με την όρεξη να δώσουμε μεγάλη αγάπη. Όταν αρχίζουν να μπαίνουν πολλά μέτρα και σταθμά ή προϋποθέσεις, όταν τα συναισθήματα δε ρέουν απλόχερα, πραγματικά δεν μπορώ να ακολουθήσω. Στεναχωριέμαι, περιορίζομαι και θέλω να φύγω.

arguropoulou texnes plus
 

 Ποια είναι τα επόμενα σχέδια της ομάδας;

Αυτή την περίοδο προσωπικά ετοιμάζομαι να ξεκινήσω ένα τρίμηνο residency στο Onassis Air, το οποίο περιμένω με μεγάλο ενθουσιασμό, ενώ η νέα ταινία μεγάλου μήκους που υπογράφει ο Μιχάλης Κωνσταντάτος, μία ευρωπαϊκή συμπαραγωγή, ετοιμάζεται να να κάνει την πρεμιέρα της μετά το καλοκαίρι. Ως blindspot, ετοιμάζουμε μαζί ένα πρότζεκτ που θα παρουσιάσουμε πριν την αρχή του καλοκαιριού, ενώ παράλληλα δουλεύουμε τη διασκευή ενός κειμένου που αγαπάμε πολύ και σχεδιάζουμε να το παρουσιάσουμε μέσα στην επόμενη χρονιά.

 

 «Επικίνδυνες Σχέσεις» για λίγες παραστάσεις στο Ξενοδοχείο Ερμού κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 

 

Σύλληψη - Δραματουργία: Γιώτα Αργυροπούλου, Μιχάλης Κωνσταντάτος (blindspot theatre group)

Σκηνοθεσία: Μιχάλης Κωνσταντάτος

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Πρωτότυπη μουσική:  Γιώργος Πούλιος

Σκηνογραφική επιμέλεια:  Μιχάλης Κωνσταντάτος

L επεξεργασία ive : Μιχάλης Κωνσταντάτος, Πάνος Κανής

Επιμέλεια κίνησης:  Ιρίς Καραγιάν

Φωτισμοί:  Γιάννης Φώτου

Χύτευση:  Αθήνα Χύτευση

Βοηθός σκηνοθέτη:  Ολγα Καπαγιόριδου

Παίξτε:  Γιώτα Αργυροπούλου, Κατερίνα Μισιχρόνη, Αντώνης Μυριαγκός, Ελένη Νταλαχάνη.

Στο βίντεο εμφανίζεται η Ευγενία Αποστολοπούλου.

Παραγωγή:  Όμιλος blindspot στο συγκρότημα με το Ξενοδοχείο Ερμού.

Αντικείμενα που έχω πάντα στο καμαρίνι μου.
 
Τρυφωνία Αγγελίδου: Νερό. Πολύ νερό.
 
Διαμαντής Αδαμαντίδης: Συνήθως έχω ένα μπουκάλι με νερό και κάποιο ποτήρι με καφέ. Αρκετές φορές θέλω μαζί μου και τα ακουστικά μου, για να ακούω μουσική.
 
Γιάννης Σαμψαλάκης: Η αλήθεια είναι ότι το αντικείμενο που δεν λείπει ποτέ από το καμαρίνι μου είναι τα τσιγάρα μου.
 
Μαρία Χάνου: Πάντα έχω μαζί μου πέρα από τα τσιμπιδάκια και το μακιγιάζ μου, νερό, βελόνες και κλωστές, για παν ενδεχόμενο και μία κούπα με καφέ.
 
 
 

Μαρία Ξάνου

 

Το πιο ωραίο καμαρίνι που είχα ποτέ.

Τριφωνία Αγγελίδου: Κάτω από ένα μεγάλο πλατάνι στο Πήλιο και στο βάθος η θάλασσα. Στο θέατρο Αλώνι στον Άγιο Γεώργιο Νηλείας.
 
Διαμαντής Αδαμαντίδης: Δεν θα έλεγα ότι έχω υπάρξει σε ωραία καμαρίνια όσο σε αστεία καμαρίνια. Σε χώρους που δεν είναι προορισμένοι γι αυτή τη δουλειά. Με την Εταιρεία Θεάτρου Θέση, έχοντας παίξει κυριολεκτικά παντού, έχουμε βρεθεί να αλλάζουμε ρούχα και να προετοιμαζόμαστε στα πιο απίστευτα μέρη: αποθήκες, τουαλέτες, γήπεδα μπάσκετ, στον υπόγειο χώρο μιας εκκλησίας ενώ από πάνω γινόταν μια κηδεία, δεν έχει τελειωμό. Τις περισσότερες φορές, πέντε άτομα στριμωγμένα στους πιο απίστευτους χώρους!
 
Γιάννης Σαμψαλάκης: Ως χώρος, στο ΚΘΒΕ. Ήταν μεγαλύτερο από το σπίτι μου...
 
Ως προς το με ποιους συναδέλφους, με την ομάδα μου. Έχει τύχει να αλλάζουμε σε αντίσκηνα, σε χωράφια, σε τουαλέτες, σε αποθήκες, σε γραφεία διευθυντών σχολείων, στη Βουλή. Με την ομάδα μου είχε πλάκα!
 
  
Μαρία Χάνου: Το πιο ωραίο καμαρίνι για μένα, είναι αυτό που έχει καλή παρέα. Με την ομάδα μας, Εταιρεία θεάτρου Θέση, έχουμε βρεθεί σε ένα σωρό καμαρίνια, άλλα αξιοπρεπή, άλλα λιγότερο, όμως δεν μας ένοιαζε και πολύ , γιατί είχαμε καλή παρέα.
 
 

 

sampsalakis texnes plus

 

Το πιο ωραίο καμαρίνι που έχω δει ποτέ στη ζωή μου.

 Tριφωνία Αγγελίδου: Το πιο ωραίο; Με τους ανθρώπους που συνεργάζεσαι καλά. 
Το πιο εντυπωσιακό; Το καμαρίνι της Sarah Bernhardt στοThéâtredelaVille.
 
Διαμαντής Αδαμαντίδης: Σε σχέση με όσα έχω συναντήσει όπως έγραψα και παραπάνω, θα πω πως όμορφα ήταν τα καμαρίνια στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Εκεί πέρα βλέπεις ξαφνικά πέντε ανθρώπους να διαπληκτίζονται για το ποιός θα κάτσει στο ανάκλιντρο!
 
Γιάννης Σαμψαλάκης: Το πιο ωραίο καμαρίνι το είδα πρόσφατα όταν πήγα να πω συγχαρητήρια σε μια συνάδελφο και μπήκα σε έναν παράδεισο με γλυκά, φαγητά και ποτά. Ονόματα δεν λέω. 
 
Μαρία Χάνου: Τον πιο όμορφο χώρο για να ετοιμαστώ πριν από παράσταση, τον είδα στο Ανοιχτό θέατρο Λευκάδας. Ήταν καλοκαίρι, ο χώρος που βαφόμασταν ήταν υπαίθριος, δίπλα στη θάλασσα, ο ήλιος σιγά σιγά έδυε και μες την ησυχία, αρχίσαμε να ακούμε τους θεατές να μπαίνουν στο θέατρο, ήταν μαγική εμπειρία.

 Την πιο ωραία ανάμνηση που έχω από καμαρίνι.

 
Τριφωνία Αγγελίδου: Οι στιγμές στο καμαρίνι πριν από κάθε πρεμιέρα. Η ίδια αγωνία και χαρά κάθε φορά.
 
Διαμαντής Αδαμαντίδης: Την πρώτη χρονιά που είχαμε έρθει στην Αθήνα και παίζαμε το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» στο Θέατρο Θησείον. Σχεδόν κάθε πρωί στο ίδιο τραπέζι, έχοντας συγκεκριμένες θέσεις ο καθένας που δεν άλλαξαν ποτέ, να πίνουμε καφέ και να ετοιμαζόμαστε. Και να προσπαθώ να καταλάβω πως γίνεται να ρίχνει τόσο γέλιο ένας άνθρωπος στις 8 η ώρα το πρωί.
 
Γιάννης Σαμψαλάκης: Η πιο ωραία ανάμνηση είναι από το καμαρίνι στο Θέατρο Θησείο. Θυμάμαι και νοσταλγώ την “αθωότητα” και την “λύσσα” που είχαμε τότε που μόλις είχαμε κατέβει από την Θεσσαλονίκη με την πρώτη μας παραγωγή, το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» και καθόμασταν σε ένα μεγάλο τραπέζι μέσα στο καμαρίνι και κάναμε σχέδια...
 
 
Μαρία Χάνου: Ένα από τα θετικά του να είσαι σε μια θεατρική ομάδα, είναι η οικειότητα που αναπτύσεις με του συναδέλφους σου. Με την Εταιρεία θεάτρου Θέση, δουλεύουμε χρόνια μαζί κι έχουμε μοιραστεί πολλές εμπειρίες και αναμνήσεις. Ξεχωρίζω τις στιγμές, που ενώ ο καθένας μπορεί να κάνει την δική του προσωπική προετοιμασία πριν την παράσταση, μπορεί ταυτόχρονα να τραγουδάει μαζί με τους υπόλοιπους ένα τραγούδι, χωρίς απαραίτητα να τους κοιτάει ή να τους απευθύνεται, απλά τραγουδάμε όλοι μαζί.
 
 
 Το τελευταίο πράγμα-κίνηση-σκέψη που κάνω πριν βγω από το καμαρίνι μου.
 
Τριφωνία Αγγελίδου: Φύγαμε!
 
Διαμαντής Αδαμαντίδης: Μια ομαδική αγκαλιά και δυο-τρία άλματα.
 
Γιάννης Σαμψαλάκης: Πάντα πίνω νερό και πάντα ελέγχω αν έχω ξεχάσει να φορέσω κάτι (το έχω κάνει). 
 
 Μαρία Χάνου: Πριν βγω από το καμαρίνι, παίρνω μία βαθιά ανάσα και κλείνω το φως.
 

aggelidou texnes plus

Η Εταιρεία Θεάτρου Θέση, μετά το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» και τον «Δον Κιχώτη», παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το θεατρικό έργο «Το Σύστημα του Πόντζι» του Νταβίντ Λεσκό, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Σιώνα, στο θέατρο 104 κάθε Σάββατο και Κυριακή στις 21:15.

Ο Γερμανός συγγραφέας Πάτρικ Ζίσκιντ, διάσημος για το μυθιστόρημά του «Το Άρωμα», το οποίο πριν από λίγα χρόνια μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, στην πραγματικότητα κέρδισε ένα μεγάλο κομμάτι της φήμης του στις αρχές της δεκαετίας του '80 με το μονόπρακτό του «Το κοντραμπάσο».

«Αυτό που κανένας μουσικός δεν έχει συνθέσει ακόμα, το έγραψε ένας συγγραφέας: ένα έργο για σόλο κοντραμπάσο που θα γεμίσει μια ολόκληρη βραδιά», έχει γραφτεί για το έργο, που αποτελεί έναν εκ των πλέον δημοφιλών θεατρικών μονολόγων παγκοσμίως. Γράφτηκε το 1980 και τη σεζόν 1984-85 ανέβηκε σε περισσότερες από 500 γερμανικές σκηνές, ενώ έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες.

Τον έναν και μοναδικό ρόλο του έργου ερμηνεύει ο ταλαντούχος Ευάγγελος Βογιατζής στη σκηνή του ιστορικού θεάτρου Εμπρός. Εμείς είχαμε μια σύντομη κουβέντα μαζί του μ' αφορμή τις νότες που μοιράζεται μόνος του επί σκηνής..

 

contrabass1

Tι σε γοήτευσε στο βιβλίο του Πάτρικ Ζίσκιντ όταν το πρωτοδιάβασες;


Όσα έμαθα σχετικά με την κλασσική μουσική, όσα θυμήθηκα για τους μεγάλους φόβους, τα συναισθήματα που ξύπνησαν από τους ανεκπλήρωτους έρωτες, την απέχθεια σε αυτά που μισώ, όσα έμαθα για το κοντραμπάσο, όσα θυμήθηκα και έμαθα για εμένα.


Είναι πιο απαιτητικό το θεατρικό είδος του μονολόγου;

Το θέατρο μιμείται τη ζωή, όταν είσαι μόνος απέναντι στον κόσμο όλα είναι αλλιώς, πιο απαιτητικά, πιο δύσκολα, πιο άγρια, πιο ποιητικά -επιβιώνεις τρώγοντας την σάρκα σου-. Και μετά χειροκρότημα για αντίο.


Ο μουσικός που υποδύεσαι στη σκηνή του Εμπρός παραπονιέται για τα δάχτυλά του που έχουν γεμίσει κάλους κι αυλάκια. Υπάρχουν αντίστοιχοι «κάλοι» από την δική σου ενασχόληση με το θέατρο; Αν ναι, ποιοι είναι αυτοί;


ΑΚΡΟΑΣΗ:

Ψάχνουμε ο/η/το ηθοποιό, μεταξύ 20-23 ετών, να τραγουδάει σε τρεις (3) γλώσσες, να χορεύει σύγχρονο, τάνγκο και ζωναράδικο, να ξέρει ιππασία (με δικό του άλογο), να γνωρίζει απταίστως ιαπωνικά, ρώσικα και πορτογαλικά, να είναι ζυγός με ωροσκόπο ταύρο, Δία στον αιγόκερω, και να παίζει κοντραμπάσο. Πρόβες (πολλές πρόβες, πάρα πολλές πρόβες) χωρίς αμοιβή. Πληρωμή με ποσοστά.


Ο ήρωας στο «Κοντραμπάσο» ξεκινάει κατηγορώντας τον μικρόκοσμο της συμφωνικής συνεχίζει κατηγορώντας το ίδιο το κοντραμπάσο και εκφράζοντας την απέχθειά του γι' αυτό και καταλήγει να παραδεχτεί τη δική του μετριότητα ως το βασικό αίτιο της κατάστασής του. Πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι να παραδεχθούμε τα δικά μας λάθη όταν βιώνουμε μια δυσάρεστη κατάσταση;


“…Η δική μου μοίρα είναι τυπικό παράδειγμα της ζωής ενός κοντραμπασίστα:Κυριαρχικός πατέρας, υπάλληλος και αυτός, εντελώς άμουσος. Αδύνατη μητέρα, παίζει φλάουτο, τρελή και παλαβή για την μουσική. Εγώ έχω θεοποιήσει την μητέρα, η μαμά αγαπάει το μπαμπά, ο μπαμπάς αγαπάει την μικρή μου αδελφή, εμένα δεν με αγαπάει κανείς. Υποκειμενικά όλα αυτά. Από μίσος λοιπόν για τον πατέρα, αποφασίζω να μην γίνω υπάλληλος, αλλά καλλιτέχνης. Για να εκδικηθώ όμως τη μητέρα, διαλέγω το πιο μεγάλο, το πιο άβολο όργανο, που δεν σου δίνει καμία απολύτως δυνατότητα να γίνεις σολίστας. Και για να ολοκληρώσω την εκδίκησή μου, και να δώσω ένα τελειωτικό χτύπημα, στον μακαρίτη πια πατέρα μου, γίνομαι τελικά υπάλληλος. Κοντραμπασίστας στην κρατική ορχήστρα, τρίτο αναλόγιο... Εγώ δεν μπορώ να παίξω όμορφα. Δικό μου είναι το λάθος!...”.

contrabass
Είναι επώδυνη ή ανακουφιστική η αυτογνωσία;

Όπως ακριβώς ο ορισμός της τραγωδίας κατά τον Αριστοτέλη στο έργο του Περί Ποιητικής:

«…δι' ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».


Αυτή η στάση του μουσικού ( που αρνείται την ευθύνη του) είναι και ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει τους Νεοελλήνες;

Η ευθύνη έγκειται συνεπειών, οι συνέπειες φέρνουν φόβο, ο φόβος οδηγεί στην άρνηση. Στην άρνηση των ευθυνών και στην επίρριψη τους στους άλλους, σε παγκόσμιο επίπεδο ανά τους αιώνες.

Ο ήρωας είναι η προσωποποίηση του μέτριου, ο «μέσος όρος». Γιατί το έχουμε ενοχοποιήσει αυτό;


Στην περίπτωση που έχουμε ένα νόμισμα και το γυρίσουμε, αυτό που ενώνει τις δύο όψεις, την μία που κερδίζει και την άλλη που χάνει, είναι ο μέσος όρος .

Τα εύσημα ή τα κατηγορώ τα δίνουμε σε αυτούς που ξεχωρίζουν και όχι στο σύνολο που τους έκανε να ξεχωρίσουν.

Τι θέλεις να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από το Εμπρός;

Αφού έρθει σε επαφή με τον “κοντραμπασίστα” που ζει κλεισμένος μέσα του, να τον απελευθερώσει, να του επιτρέψει να αυτοσχεδιάσει παίζοντας τζαζ, να τον αφήσει να ζήσει.

Και από το χώρο, να μην ξεχάσει ότι κανείς δεν είναι ξένος στο Εμπρός. Μια ελεύθερη καλλιτεχνική στέγη για όλους.

 

vagelis kotrabaso

Επόμενα επαγγελματικά σχέδια υπάρχουν; 

Πρόβες, ως σκηνοθέτης αυτήν την φορά, με τη θεατρική ομάδα της Γαλλικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, με υπεύθυνη καθηγήτρια την κα Μαρίνα Βήχου και με την βοήθεια της ηθοποιού Μαρίας Μενεγάκη, θα μεταφέρουμε σε θεατρική μορφή ένα διήγημα του Γκυ ντε Μωπασάν τη “Χοντροπαλού”, που θα παρουσιαστεί στα τέλη Μαΐου.


83019222 10216457075564569 1554572475168194560 o

Ημερομηνίες παραστάσεων: 

7, 8, 11,13, 20, 21/2
Ώρα έναρξης: 21:00

Είσοδος με ελεύθερη συνεισφορά

Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός

Ρήγα Παλαμήδου 2, Ψυρρή



Σκηνοθεσία: Τατιάνα Σκανάτοβιτς
Σκηνικά: Δημήτρης Νίκας
Φωτισμοί: Βαγγέλης Σαγρής
Ενδυματολόγος: Κατερίνα Κωστάλα
Βοηθός σκηνοθέτις: Μαριλού Κούφη
Επιμέλεια οπτικοακουστικού υλικού: Άντυ Δήμα
Σχέδιο αφίσας: Όλγα Μαυρομμάτη
Κοντραμπάσο παίζει ο Ilya Algaer

 «Τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από το να κάνεις την πλάκα σου και μερικές φορές κουράζομαι να κάνω πλάκα»

Γραμμένο πριν από μια πενταετία, το έργο της Γερμανό - Ελβετίδας δραματουργού και συγγραφέως Σιμπίλε Μπεργκ (συγγραφέας με βιβλία μεταφρασμένα σε 34 γλώσσες) είναι αδυσώπητα σύγχρονο, αφοπλίζοντας τον θεατή με την ειλικρίνεια και την αμεσότητά του. Πολύ εύστοχος είναι ο χαρακτηρισμός της συγγραφέα από το έγκυρο γερμανικό περιοδικό Der Spiegel, που την έχει αποκαλέσει ως: «το πιο βίαιο eye-liner της Γερμανίας».

Η Ελένη Ευθυμίου αναλαμβάνει να σκηνοθετήσει το «ΚΑΙ ΤΩΡΑ: Ο ΚΟΣΜΟΣ! ή Αυτό που αποκαλείτε Έξω, εμένα δεν μου λέει τίποτα» για το Εθνικό Θέατρο στη Σκηνή «Κατίνα Παξινού» του Rex. Η ταλαντούχα σκηνοθέτις, η οποία έχει θέσει τον πήχη πολύ ψηλά με τις καινοτόμες και, συγχρόνως, ευαίσθητες παρατάσεις της, προσωπικά ξεχωρίζω την τριλογία που έχει παρουσιάσει με την ομάδα Εν δυνάμει (μία κολεκτίβα νέων καλλιτεχνών με και χωρίς αναπηρία) αποφασίζει να παρουσιάσει τον θεατρικό μονόλογο της Μπεργκ, ως μια πολυφωνική παράσταση με οκτώ ηθοποιούς (συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας). Ένα «όλο» που θα καταλήξει στο ένα και μοναδικό «εγώ» καθιστώντας ξεκάθαρα ότι τα συναισθήματα της μοναξιάς, της απογοήτευσης και της ματαίωσης, που βιώνει η σύγχρονη γυναίκα μέσα στην απαιτητική αλλά, τελικά, απόλυτα κενή καθημερινότητά της είναι καθολικά.

Το έργο παρουσιάζει την καθημερινότητα νεαρών γυναικών, οι οποίες μέσα στη σκληρή καπιταλιστική κοινωνία έχουν να παλέψουν και με τους προσωπικούς τους δαίμονες, αδυνατούν να πιστέψουν ότι υπάρχει πραγματικός έρωτας και, παρόλο, που περιφρονούν την αγορά, ζούν πουλώντας δικά τους φάρμακα για το σεξ στο διαδίκτυο. Νιώθοντας παγιδευμένες σε έναν κόσμο που προωθεί μονάχα πλασματικές ανάγκες και ψεύτικες επιλογές, έχουν χάσει κάθε κίνητρο κι αναρωτιούνται αν υπάρχει κάτι για το οποίο αξίζει να αγωνιστούν. Παράλληλα, είναι έντονο το ψυχαναλυτικό στοιχείο κι η επιρροή της οικογένειας στην ψυχοσύνθεση της ηρωίδας.

 

kai tora o kosmos texnes2 plus

 

 Η Σιμπίλε Μπεργκ έχει μπολιάσει το έργο της με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, η ηρωίδα της, όπως κι εκείνη, είναι παιδί χωρισμένων γονιών με μητέρα αλκοολική. Παράλληλα, στο έργο ελοχεύει και το στοιχείο της ενοχής και της αυτοτιμωρίας ως αντίδραση στο νοσηρό οικογενειακό περιβάλλον. Όλη αυτή η κατάσταση την οδηγεί σε μια βίαιη συμπεριφορά χρησιμοποιώντας, κυρίως, λεκτική βία ενάντια σ' ένα σύστημα που την έχει εγκλωβίσει. Αποδέκτης όλου αυτού του μονολόγου είναι ο Άλεξ ή Αλέξανδρος ή Αλέκος ένα πρόσωπο του οποίου την ταυτότητα μαθαίνουμε λίγο πριν το φινάλε της παράστασης.

Η σκηνοθετική επιλογή της Ελένης Ευθυμίου να μην παρουσιάσει την παράσταση, ως μονόλογο αλλά ως ένα έργο συνόλου τη δικαιώνει. Ο χορός των γυναικών λειτουργεί σαν έναν δυναμικό σύνολο ενώ, ταυτόχρονα, δίνει την ευκαιρία και σε κάθε ηθοποιό ξεχωριστά να κάνει αισθητή την παρουσία και το ταλέντο της στις σκηνές, όπου υποδύεται την κεντρική ηρωίδα. Σαν ένας χορός αρχαίας τραγωδίας, στον οποίο κάθε φορά αλλάζει ο ρόλος της κορυφαίας, δίνοντας τη σκυτάλη στην επόμενη.Όλος ο θίασος (Ελένη Ευθυμίου, Στέλλα Νούλη, Κίττυ Παϊταζόγλου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νάνσυ Σιδέρη, Καλλιόπη Σίμου, Νατάσσα Σφενδυλάκη και Αναστασία Χατζάρα) καταφέρνει, με μοναδική αμεσότητα, να επικοινωνήσει τόσο το χιούμορ, όσο και τις σκληρές αλήθειες του έργου, φέρνοντας τον θεατή αντιμέτωπο με την προσωπική του ενδοσκόπηση.Τα σκηνοθετικά ευρήματα, αν και κάποια από αυτά χιλιοειπωμένα, κεντρίζουν το ενδιαφέρον του θεατή, εξυπηρετώντας τη ροή της παράστασης, η διάρκεια της οποίας νομίζω ότι θα μπορούσε να ήταν μικρότερη. Αυτό, ίσως, ήταν και το μεγαλύτερό της μειονέκτημα, κατά τη γνώμη μου.Τα οκτώ κορίτσια εμφανίζονται ντυμένα με τις ίδιες σχολικού τύπου ποδιές (κουστούμια: Λουκία Χουλιάρα) και αποκαλύπτονται σιγά-σιγά. Η εξωτερική εμφάνιση κι οι ιδανικές αναλογίες είναι ένα από τα βασικότερα άγχη τους. «Είσαι το σώμα που δεν έχω. Θα ήθελα να είμαι μια από αυτές που βλέπω στην Τv» λέει μια από αυτές, ενώ λίγο αργότερα θα τραγουδήσουν όλες μαζί το ρεφρέν «Είμαι σαν μπόγος από φλούδες πορτοκάλι».

Η παράσταση γαργαλάει τα συναισθήματα των θεατών με πολλές εναλλαγές από το κωμικό στο δραματικό στοιχείο και μ' ένα υπέροχα εμπνευσμένο φινάλε, που συγκινεί και κλείνει το μάτι στο κοινό.Λιτά τα πολυμορφικά και λειτουργικά σκηνικά της Ζωής Μολυβδά Φαμέλη, που συμπληρώνονται εικαστικά από τους φωτισμούς της ίδιας και τα live video του Δημήτρη Ζάχου. Εύστοχη και μέσα στο κλίμα του έργου η μουσική του Λευτέρη Βενιάδη (Κρουστά παίζει ζωντανά στη σκηνή ο Γιώργος Μπουκαούρης ). Πολύ καλή κι η δουλειά της Ανδρονίκης Μαραθάκη στην κίνηση, με επιρροές χιπ-χοπ και ντίσκο ξεφαντώματος.

Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση, ενός πολύ δυνατού σύγχρονου κειμένου που δικαιώνει την ύπαρξή του στο ρεπερτόριο της Πειραματικής Σκηνής, ενώ απευθύνεται, κυρίως, σε ένα γυναικείο κοινό με εύρος ηλικίας από τα mid '20s μέχρι τα late '30s, το οποίο σίγουρα θα ταυτιστεί με πολλές από τις ατάκες του, αφορά, τελικά, πολύ μεγαλύτερη μερίδα θεατών.

 

 

Κίττυ Παϊταζόγλου: «Στην Ελλάδα Τα Πράγματα Γίνονται Από Ενθουσιασμό, Λαχτάρα Και Με Πολύ Προσωπικό Κόστος»

 

Η Ελένη Ευθυμίου Και Ο Δημήτρης Ζάχος Μας Μιλούν Για Μια Σπάνια Χορωδία

Το έργο του Furio Bordon «Αγαπημένε Elvis, αγαπημένη Janis», παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε μετάφραση της Έλενας Μουνδρούβαλη από την καλλιτεχνική πλατφόρμα Politheatro | performing arts. Οι παραστάσεις θα πραγματοποιηθούν στο θέατρο ΜΠΙΠ (Αγίου Μελετίου & Κυκλάδων) από τις 29 Φεβρουαρίου και κάθε Σάββατο και Κυριακή έως 29 Μαρτίου.

 

agapimene elvis afisa

 

Η τραγικότητα της νεολαίας του 1960

Στην πρόσφατη ιστορία του δυτικού κόσμου, η δεκαετία του εξήντα, μπορεί εύκολα να παρομοιαστεί με την περίοδο μιας εφηβείας. Η κοινωνία ήρθε σε επαφή με μια ταραχώδη νεολαία, κι αυτά τα παιδιά έμελλε να γίνουν ήρωες και πρωταγωνιστές αυτής της δεκαετίας! Ήρωες βγαλμένοι από δράματα , πολύ διαφορετικοί από τους καριερίστες της δεκαετίας του ’80. Κι αυτό γιατί ζούσαν τη ζωή τους έντονα – στα άκρα – καταλήγοντας τις περισσότερες φορές με τσακισμένα φτερά εξαιτίας της καταστροφικής επίδρασης που είχαν οι ουτοπικές τους ιδέες στην προσπάθεια τους να φέρουν αντίσταση στο κατεστημένο. Στο τέλος όμως, όλα εκείνα τα σχέδια τους να αλλάξουν τον κόσμο, έμοιαζαν περισσότερο με εκείνους τους παιδικούς πυρετούς από τους οποίους βγαίνεις πιο αδύναμος και πιο ενήλικας. Μερικοί νέοι όμως δεν τα κατάφεραν και ο πυρετός αυτός τους εξόντωσε! Πρόκειται για την περίπτωση των αστέρων της ροκ , οι οποίοι αδυνατώντας να εξορθολογήσουν τα επαναστατικά τους ένστικτα , οδηγήθηκαν σε ένα αυτοκαταστροφικό παροξυσμό με απόηχο την αυτοκτονία. Μαζί με αυτούς, υπήρχαν και εκατομμύρια θαυμαστές τους. Αυτοί οι μικροί, ανώνυμοι οπαδοί που συχνά υπέφεραν πολύ περισσότερο και μπορούσαν να καταλήξουν , όπως και τα ίδια τους τα είδωλα, στον θάνατο. Το ‘Αγαπημένε Elvis, αγαπημένη Janis’ γεννήθηκε με αφορμή αυτά τα γεγονότα και από την επιθυμία μου να διηγηθώ την προσωπική ιστορία της Μαρίνας, σε ένα μεταγενέστερο χρόνο, όταν οι γονείς της ανακαλύπτουν πια την οδυνηρή εμπειρία από τη ζωή της κόρης τους.

Furio Bordon

Σημείωμα σκηνοθέτη:

Είμαστε όμορφοι;

Είμαστε άσχημοι;

Συμβαδίζουμε με τα πρότυπα της εποχής;

Γινόμαστε αποδεκτοί στους άλλους;

Κι αν ναι, ποια είναι τα κριτήρια;

Κατά πόσο η προσωπική μας ευτυχία, οι σχέσεις και η σεξουαλική μας ζωή εξαρτώνται από την εξωτερική μας εικόνα;

Καταφέρνουν οι νέοι να βρουν τελικά τη θέση τους στην κοινωνία του θεάματος;

Σε αυτόν τον κόσμο που η εικόνα κυριαρχεί , οι αρετές κάθε ανθρώπου φαίνεται να έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Η σκληρή καθημερινότητα που κατακλύζεται από είδωλα και κατασκευασμένα πρότυπα μας αναγκάζει να ψάχνουμε διαρκώς και απεγνωσμένα τη θέση και την υπόσταση μας. Η αγάπη, η τρυφερότητα, η κατανόηση, η αποδοχή, η συντροφικότητα…δεν είναι πια προτεραιότητα μας….Μια μεγάλη μαύρη τρύπα δημιουργείται που μας καταπίνει διαρκώς!

Με αυτές τις σκέψεις, με αγάπη και κατανόηση για τους χαρακτήρες του έργου, προσπαθήσαμε να φωτίσουμε όλες τις πτυχές τους. Να τους καταλάβουμε. Να ταιριάξουμε τις δικές μας σκέψεις με τις δικές τους. Να τους βοηθήσουμε να αποκαλυφθούν και να μας βοηθήσουν κι εκείνοι με τη σειρά τους να γίνουμε έστω και λίγο…καλύτεροι!

Ο Furio Bordon στο ‘Αγαπημένε Elvis, αγαπημένη Janis’ , συνθέτει μια τρυφερή ιστορία που εκτυλίσσεται μέσα σ’ένα σκληρό κόσμο. Η κεντρική ηρωίδα (Μαρίνα), ενηλικιώνεται και αναγκάζεται έτσι να εισχωρήσει στον ‘προσβλητικό’ κόσμο των ενηλίκων όπως λέει και η ίδια. Προσπαθεί, αγωνίζεται με νύχια και με δόντια αλλά δεν τα καταφέρνει να συνεχίσει….αφήνοντας έτσι πίσω της τους γονείς της να αναρωτιούνται το ‘γιατί’. Και μαζί με αυτούς και εμάς να αναρωτιόμαστε για το ποια είναι τελικά η δική μας θέση σ’αυτό τον κόσμο.

Βιογραφικό σημείωμα Furio Bordon:

Γεννήθηκε και ζει στην Τεργέστη. Αποφοίτησε από τη νομική σχολή αλλά εγκατέλειψε το επάγγελμα αυτό σε ηλικία είκοσι πέντε ετών με σκοπό να αφιερωθεί στη συγγραφή και τη σκηνοθεσία. Ως συγγραφέας, έκανε το ντεμπούτο του σε ηλικία είκοσι ετών σε τηλεοπτικό πρόγραμμα του σταθμού Rai. Την επόμενη χρονιά, το Teatro Stabile στην Τεργέστη ανέβασε την πρώτη του κωμωδία: Canto e Controcanto. Από τότε έχει γράψει πολυάριθμα έργα για το θέατρο, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, μεταξύ των οποίων: Παιχνίδια χειρός (Idi Selection 1983), Στην κοιλιά της φάλαινας (Riccione Selection 1987), I figli del boogie woogie (Fondi Prize 1987), Τα τελευταία φεγγάρια (Flaiano 1993), Αγαπημένε Elvis, αγαπημένη Janis (Βραβείο Idi 1994). Ως κινηματογραφιστής συνεργάστηκε με τον σκηνοθέτη Valerio Zurlini και με τους παραγωγούς Franco Cristaldi, Carlo Ponti, Goffredo Lombardo. Από το 1988 έως το 1992 σκηνοθέτησε στο Teatro Stabile del Friuli-Venezia Giulia, έργα των Harold Pinter, Tennessee Williams, Ivan Goncerov, Biagio Marin, David Maria Turoldo κ.α.

 

elvis

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ:

Μετάφραση: Έλενα Μουνδρούβαλη

Σκηνοθεσία: Θοδωρής Γκόγκος

Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Καρακυριάκος

VIDEO ART: Κωστής Εμμανουηλίδης

VIDEO FICTION: Στεργιανή Βερνιώτου

Σχεδιασμός φωτισμού: Θοδωρής Γκόγκος

Φωτογραφίες: Γιώργος Σταύρος

Γραφιστικά: Σεμέλη Παπαοικονόμου

Παίζουν οι ηθοποιοί:

Θοδωρής Γκόγκος

Μαρβίνα Πιτυχούτη

Σεμέλη Παπαοικονόμου

Στα video της παράστασης συμμετέχουν με αλφαβητική σειρά οι ηθοποιοί: Βασίλης Γουργούλης, Γιώργος Καρακυριάκος, Στέλλα Κατσαρού, Βασίλης Κονταξής, Βαγγέλης Κουντουριωτης, Γεράσιμος Μαύρος, Κωνσταντίνος Μπάζας, Όλγα Παππά, Μαρίνα Πολυμέρη, Αλέξανδρος Ντάκης, Άντρια Ράπτη, Χριστίνα Χριστοφή

Ένα από τα πρώτα έργα της ελληνικής πεζογραφίας που γράφτηκαν στη δημοτική γλώσσα και γνώρισε τεράστια επιτυχία είναι η «Η Κερένια κούκλα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου.
 
 Το έργο μετράει πάνω από έναν αιώνα ζωής και αφηγείται την ιστορία τριών νέων ανθρώπων που βυθίζονται σε ένα ερωτικό τρίγωνο κάτω από το λόφο της Ακρόπολης. Το μυθιστόρημα αυτό, που αγαπήθηκε και επανεκδόθηκε πολλές φορές, παρουσιάστηκε στο θέατρο πρώτη φορά το 1915, υπήρξε το πρώτο ελληνικό λογοτεχνικό έργο που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1916, διασκευάστηκε σε όπερα, έγινε τηλεοπτική σειρά και graphic novel.
 
 Από τις 10 Φεβρουαρίου η ιστορία θα ζωντανέψει στη σκηνή του Bios σε σκηνοθεσία του Βασίλη Βηλαρά και μ' έναν εκλεκτό θίασο νέων ηθοποιών. Μ' αφορμή την παράσταση μιλήσαμε με την Ιωάννα Πιατά, την Λιόλια του έργου, για όλα όσα θίγει το μυθιστόρημα του Χρηστομάνου, τον ρόλο της στην παράσταση αλλά και τον σπουδαιότερο ρόλο της ζωής της, αυτόν της μητέρας που όπως δηλώνει την κάνει να αισθάνεται: «για πρώτη φορά τέτοια ισορροπία και αρμονία μέσα της» αλλά και καλύτερη ηθοποιό καθώς ξανά ανακαλύπτει την περιοχή της πραγματικής αθωότητας.
 ioanna piata2
 
Πότε συναντήθηκες με την «Κερένια Κούκλα»; Πώς σου φάνηκε το μυθιστόρημα;
 
Το μυθιστόρημα «Η κερένια κούκλα» ξεκίνησα να το διαβάζω όταν μου μίλησε ο Βασίλης Βηλαράς για την παράσταση που σκέφτεται, αλλά ήταν στα υπόψιν για χρόνια. Θυμάμαι οτι το τελείωσα μέσα σε λιγότερο από δύο μέρες και ένιωσα πλημμυρισμένη από μυρωδιές. Η ακρίβεια με την οποία σκιαγραφεί ο Χρηστομάνος τους ανθρώπους, τα συναισθήματα τους, τους χώρους που ζούνε, τα τοπία που βλέπουν, την φύση που τους περιβάλλει είναι συγκινητική.
 
 
Το έργο έχει ανέβει πολλές φορές στη σκηνή με πιο πρόσφατο το περσινό ανέβασμα, ως όπερα σε δύο πράξεις από τον Σίμο Κακάλα. Τι το κάνει τόσο γοητευτικό στους ανθρώπους του θεάτρου;
 
Νομίζω ότι πέρα από το προφανές, ότι δηλαδή πρόκειται για μια ιστορία πραγματικής αγάπης και βαστηγμένου πόθου με τραγικό τέλος, αυτό που κάνει θεατρικά δελεαστικό το μυθιστόρημα είναι οι χωρικές διαστάσεις μέσα στις οποίες το τοποθετεί ο Χρηστομάνος. Περιγράφει με φοβερή ακρίβεια και ποιητικότητα την ερωτική ιστορία ενός τριγώνου μέσα στο μικρό σπίτι τους και πώς αυτή επηρεάζεται από τα υπόλοιπα σπίτια του ίδιου συγκροτήματος κ στη συνέχεια από όλη την γειτονιά και ουσιαστικά από την ίδια την πόλη. Η ιστορία της Κερένιας Κούκλας είναι η αποτύπωση της σκληρής ελληνικής κοινωνίας.
 
Πώς το προσεγγίζει ο σκηνοθέτης σας, Βασίλης Βηλαράς το έργο του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου;
 
Ο Βασίλης είναι βαθιά συνδεδεμένος με το συγκεκριμένο κείμενο και βασική του επιθυμία ήταν να κυριαρχήσει μια αγάπη ευγενική, γενναιόδωρη, που ξέρει να συγχωρεί. Με αυτό το σκεπτικό, φτιάξαμε ένα σπίτι μέσα στο οποίο πυκνώνει ο χρόνος και τα συναισθήματα χωρίς πολλά λόγια, ένα ασφαλές καταφύγιο. Αυτό το σπίτι το παρακολουθούν μια αφηγήτρια και ένας πιανίστας και γίνονται οι λέξεις του, οι σκέψεις του, τα θεμέλια που το στηρίζουν.
 
Στην παράσταση ερμηνεύεις την Λιόλια. Πόσο κοντά ή μακριά στη δική σου ψυχοσύνθεση είναι μια κοπέλα εκείνης της εποχής;
 
Είμαι πολύ μακριά από την ψυχοσύνθεση μιας κοπέλας που μεγαλώνει μαθαίνοντας πώς να γίνει σωστή νοικοκυρά και σύζυγος και ζει συνεχώς με τον φόβο να μην την πιάσει στο στόμα της η γειτονιά, αλλά είμαι πολύ κοντά στην ψυχοσύνθεση μιας κοπέλας που θα ένιωθε υπόλογη απέναντι σε όλους αν οι πράξεις της είχαν τέτοια μοιραία συνέπεια για κάποιον άλλον.
 
Τι σε συγκινεί περισσότερο σ' εκείνη;
 
Η αθωότητα της, είναι ένα κορίτσι που δεν έχει τίποτα το δόλιο ή πονηρό πάνω της. Όπως γράφει και ο ίδιος ο Χρηστομάνος «σαν κάποιο ξημέρωμα γλυκό ήτον απάνω της, αλάλητο». Μέσα από αυτήν την αθωότητα αφήνεται να παρασυρθεί από τον έρωτα της, χωρίς να το εννοώ καθόλου ως αφέλεια, αλλά σαν αγνή καθαρότητα. Νομίζω ότι οι άνθρωποι πια πρωτομπαίνουμε στην ζωή πιο υποψιασμένοι ή καχύποπτοι, αυτήν την αγαθότητα πράξεων και προθέσεων δεν την συναντάμε συχνά.
 
Κάποιοι μελετητές ισχυρίζονται ότι πίσω από την τρυφερή Λιόλια, υπάρχει η μούσα του συγγραφέα, η ηθοποιός Κυβέλη.Στη δική σας ερμηνεία υπάρχει αυτή η σκέψη;
 
Όχι, είναι μια παράμετρος που δεν μας απασχόλησε με κάποιο τρόπο στην προσέγγιση του κειμένου και του ρόλου.
 
Η Λιόλια στο μυθιστόρημα μετά τον θάνατο της Βεργινίας ζει με τον άνδρα της και κοιμάται στο κρεβάτι της, βιώνοντας τύψεις και ενοχές.Οι γυναίκες βιώνουν ακόμα και σήμερα ενοχές σε σχέση με τα "πρέπει" και τα "θέλω" τους;
 
Φυσικά και ναι, οι γυναίκες ακόμα καταπιέζονται απο οικογενειακές και κοινωνικές συμβάσεις, ακόμα δεν ρωτιούνται αν θέλουν και πώς θέλουν, ακόμα τις χτυπάνε, τις βιάζουν, τις σκοτώνουν, αλλά έχει αρχίσει να μεγαλώνει το ποσοστό των γυναικών που μιλάνε, που διεκδικούν, που υποστηρίζουν τις επιλογές τους και τον εαυτό τους όπως αυτές οι ίδιες καταλαβαίνουν και επιθυμούν.
 
 
Πολλοί μελετητές έχουν μιλήσει για έναν ενδόμυχο μισογυνισμό στο μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Εσύ εισέπραξες  κάτι τέτοιο δουλεύοντας πάνω στο έργο;
 
Όχι, καθόλου. Ο Βασίλης αποκωδικοποίησε το κείμενο μ’ έναν τρόπο που απέχει πολύ από οποιαδήποτε υπόνοια μισογυνισμού. Οι γυναίκες του μυθιστορήματος είναι πολύ γενναίες, δυνατές και ριψοκίνδυνες απέναντι στην ζωή, τον έρωτα και τον θάνατο, δεν υπομένουν άβουλες την επιθυμία ενός άντρα. Ο Νίκος δεν είναι ο άντρας που παρατάει την άρρωστη γυναίκα του για μια άλλη νέα και υγιή, την αγαπάει ουσιαστικά και την φροντίζει, αλλά ερωτεύεται και την Λιόλια, γιατί η ζωή σε προλαβαίνει. Και από την πλευρά της η Βεργινία τον αγαπάει τόσο που τον συγχωρεί και τον σπρώχνει προς την ζωή, προς αυτό που εκείνη δεν μπορεί να του δώσει πια.
 
 
Ο Υμηττός και ο βράχος του Φιλοπάππου, μαζί με την Ακρόπολη και τις λαϊκές συνοικίες στους πρόποδές της, αποτελούν τον αστικό χώρο όπου θα κινηθεί η πλοκή του βιβλίου. Αν έγραφες εσύ μια ερωτική ιστορία σε ποια γειτονιά της Αθήνας θα τοποθετούσες τη δράση;
 
Μάλλον κοντά σ’ ένα σταθμό τρένου, στη γειτονιά γύρω από το σταθμό Λαρίσης. Όχι γιατί αναδεικνύει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτήρα της πόλης ή θεωρείται όμορφη γειτονιά, αλλά μου φάνηκε ωραία η εικόνα ενός ερωτευμένου ζευγαριού να περπατάει χέρι χέρι ενώ γύρω του υπάρχουν άνθρωποι με βαλίτσες στο χέρι που αναρωτιούνται προς τα πού πρέπει να πάνε σ’ αυτήν την χαοτική πόλη.
 
 Kerenia koukla 4 sofia antoniou
Είσαι μια νέα μανούλα. Πώς ισορροπείς ανάμεσα στις απαιτήσεις της μητρότητας και στη δουλειά σου στο θέατρο;
 
Σ’ αυτή τη φάση της ζωής μου αισθάνομαι για πρώτη φορά ισορροπία και αρμονία μέσα μου, ακόμη και αν το τέλος της μέρας με βρίσκει πάντα πολύ κουρασμένη. Έχω ένα φανταστικό παιδί που λατρεύω να το βλέπω να μεγαλώνει μέρα με τη μέρα και κάνω μια δουλειά που αν δεν την αγαπούσα, θα την είχα παρατήσει προ πολλού. Οι περίοδοι της ζωής μου που δεν είχα τίποτα από τα δύο ήταν αβάσταχτα πιο κουραστικές.
  
Η μητρότητα αλλάζει και τον τρόπο που προσεγγίζει μια ηθοποιός τους ρόλους της;
 
Θα μιλήσω για μένα, γιατί το να μεγαλώνεις ένα παιδί είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση για τον καθένα/καθεμία. Στην δική μου περίπτωση, ο ερχομός της κόρης μου στην ζωή μου με κέντραρε, τα τοποθέτησε όλα στην σωστή τους θέση και μου έδωσε την μαγική δυνατότητα να ξανα ανακαλύψω αυτήν την περιοχή της πραγματικής αθωότητας που ανέφερα και πριν, να παρακολουθήσω από κοντά την αρχή, εκεί που όλα ξεκινάνε, που κατά την γνώμη μου αυτόν τον πυρήνα ψάχνουμε στο θέατρο, άρα μάλλον κάτι αλλάζει -για να απαντήσω κ στην ερώτηση.
 
Πόσο αυστηρός κριτής είναι ο μπαμπάς σου, Δημήτρης Πιατάς και πόσο αυστηρή είσαι εσύ με τις δικές του ερμηνείες;
 
Στην οικογένεια μου δεν μιλάμε ποτέ με όρους κριτικής, πόσω μάλλον με αυστηρή κριτική. Συνομιλούμε με αγάπη και σεβασμό ως προς την προσωπικότητα και τις δυνατότητες ο ένας του άλλου την δεδομένη στιγμή. Ο μπαμπάς μου με συμβουλεύει, με εμπιστεύεται και με στηρίζει και εγώ από την δική μου πλευρά συγκινούμαι σε κάθε παράσταση του από την πίστη και την αφοσίωση που έχει μετά από τόσα χρόνια σ’ αυτό το επάγγελμα και όσο μεγαλώνω, τον κατανοώ ακόμη πιο βαθιά και επί σκηνής και στην ζωή.
 
Ο Βασίλης Βηλαράς - σκηνοθέτης και ηθοποιός - παρουσιάζει το λαϊκό Αθηναϊκό μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου «Η Κερένια κούκλα» από τις 10 Φεβρουαρίου στο Bios, έχοντας στο πλευρό του μία εξαιρετική ομάδα ταλαντούχων ηθοποιών: Ιωάννα Πιατά, Αντιγόνη Φρυδά, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Δημήτρη Τσιγκριμάνη.

Από τη Γιώτα Δημητριάδη 

«Αχ πόσο ύπουλη είναι η ελπίδα» λέει ο Φιόντορ Ηλίτς Κουλίγκιν διά στόματος Γιάννη Κλίνη και αυτή ακριβώς η φράση ταιριάζει απόλυτα στην παράσταση «Τρεις Αδελφές», που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Καραντζάς και που αναμέναμε με μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς διέθετε το τρίπτυχο της επιτυχίας: εμπνευσμένος σκηνοθέτης, εξαιρετικός θίασος και φυσικά ένα κλασικό θεατρικό αριστούργημα.Δυστυχώς, όμως το σκηνικό αποτέλεσμα όχι μόνο δεν δικαίωσε τις προσδοκίες μας αλλά μάλλον μας απογοήτευσε.

Ο σκηνοθέτης επέλεξε τη μετάφραση των Αλέξανδρου Ισάρη και Γιώργου Δεπάστα (που πρωτοανέβηκε το 1994 από το θέατρο Αμόρε όταν ο Γιάννης Χουβαρδάς και ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθέτησαν μαζί το ίδιο έργο) και επιδίωξε να δουλέψει πάνω σ’ ένα από τα βασικότερα στοιχεία της δραματουργίας του Τσέχωφ, στο ζήτημα του χρόνου.
Οι χαρακτήρες του έργου είναι εξόριστοι τόσο μέσα στον χρόνο όσο και μέσα στον τόπο. Όλοι τους είναι απόλυτα εξοικειωμένοι με το παρελθόν ή το μέλλον αλλά καθόλου με το παρόν, του τέλους του 19ου αιώνα. Αυτή η δυσκολία που τους χαρακτηρίζει σχετικά με την παρούσα ζωή τους είναι εμφανής και στις τέσσερις πράξεις του έργου.
Στην σκηνοθετική προσέγγιση του Δημήτρη Καραντζά οι τρεις ηρωίδες παρουσιάζονται σε ώριμη ηλικία σε αντίθεση με τις ηλικίες που τους έχει δώσει ο Τσέχωφ (η Όλγα 28 χρονών, η Μάσα 23, και η Ιρίνα 20). Νομίζω πως στόχος του σκηνοθέτη, ήταν να τονίσει περισσότερο το στοιχείο του εγκλωβισμού σε μια ζωή χωρίς ορίζοντα, σε μια ψυχική εξορία από την οποία όσα χρόνια κι αν περάσουν θα είναι και οι τρεις τους ανίκανες να δραπετεύσουν, μένοντας απλώς προσκολλημένες στην τελευταία μεγάλη ελπίδα για μια ευτυχισμένη ζωή που ωστόσο ναυάγησε.
Έτσι, με το που ανοίγει η αυλαία το απροσδιορίστου εποχής σκηνικό της Μαρίας Πανουργιά με μια αισθητική της δεκαετίας του 1970 μας προετοιμάζει για μια διαφορετική προσέγγιση με τις τρεις πρωταγωνίστριες κουλουριασμένες στις τρεις ξύλινες εσοχές του, σαν να βρέθηκαν ουρανοκατέβατες σ’ ένα ανοίκειο τόπο.
bDSC03928
Ίσως το όλο σκεπτικό να στηρίχθηκε σε μια ενδιαφέρουσα ιδέα, αλλά η υλοποίησή της είχε ως αποτέλεσμα μια παράσταση στην οποία αν ο θεατής δεν γνωρίζει το έργο, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα καταλάβει τίποτα!
Τόσο ο τρόπος εκφοράς του λόγου ‒από τις ατελείωτες παύσεις στην ακατάπαυστη ταχυλογία και τις τσιρίδες‒ όσο και η αδικαιολόγητη κινητικότητα των ηθοποιών στη σκηνή μεταφέροντας συνεχώς αντικείμενα ‒ιδέα που μάλλον ήθελε να τονίσει τον ασφυκτικό χώρο, αλλά κατέληξε να μετατρέψει το έργο σε… μετακόμιση!‒ αποπροσανατολίζουν το θεατή σε σχέση με το έργο, αλλά κυρίως τον απομακρύνουν από τις ποιότητες των χαρακτήρων, δημιουργώντας ένα εγκεφαλικό θέατρο το οποίο απαγορεύει κάθε είδους ενσυναίσθηση.
Δεν υπάρχουν άλλοι θεατρικοί ήρωες στο παγκόσμιο δραματολόγιο του 20ού αιώνα που να βρίσκονται σε τέτοια εγγύτητα με το ανθρώπινο συναίσθημα όσο οι χαρακτήρες του Τσέχωφ… Κι όμως ο θεατής από το συγκεκριμένο ανέβασμα εισπράττει μόνο μια έκδηλη ανησυχία.
Ο Τσέχωφ δεν σαρκάζει ποτέ τους ήρωές του ό,τι κι αν λένε. Για τον Ρώσο δραματουργό οι άνθρωποι δεν είναι αξιογέλαστοι αλλά αξιολύπητοι, είτε επειδή δεν ξέρουν τι είναι, είτε επειδή δεν μπορούν να είναι αυτό που θέλουν.
Στην κατά Καραντζά προσέγγιση, στη δεύτερη πράξη η μεγάλη αδερφή τσιρίζει υστερικά μια άσχετη εκτός κειμένου φράση και ο Αντρέι τρώει βουλιμικά μακαρόνια με τα χέρια. Αυτές οι συμπεριφορές δεν αντιστοιχούν στα αδέρφια Πραζόρωφ και προδίδουν τόσο την παράσταση όσο και το ίδιο το έργο. Γι’ αυτό και στην τρίτη πράξη δεν μπορεί να λειτουργήσει η ατάκα της Όλγας στη Νατάσα, όταν της λέει ότι η αγένεια τη σκοτώνει, γιατί είναι διαφορετικά μεγαλωμένη.
 
3 aderfes
Στην παράσταση ο γερο-φύλακας Φεραπόντ δεν είναι ένας ηλικιωμένος άνδρας, αλλά μια γυναίκα (Ευδοξία Ανδρουλιδάκη) ντυμένη στα λευκά με βαμμένο πρόσωπο και σκουφάκι. Ο λοχαγός Σαλιόνι (Αινείας Τσαμάτης) έχει περιποιημένο μανικιούρ σε βαθύ μπλε χρώμα, φοράει βραχιόλι με πέρλες και ψεκάζει διαρκώς, μέχρι που λίγο πριν το φινάλε μάς λέει ότι το κάνει «για να φύγει η πτωματίλα». Σκηνοθετικές επιλογές που δεν δικαιολογούνται και στα δικά μου τουλάχιστον μάτια μοιάζουν με «δήθεν μοντερνιές».
 
Η Μάσα και ο Βερσίνιν εκδηλώνουν τον έρωτά τους σαν χαζοπιτσουνάκια, επαναλαμβάνοντας τη φράση: «Ο έρωτας ορίζει το πάθος μας». Μία από τις πιο ωραίες σκηνές του έργου: η τελευταία συνάντηση της Ειρήνα με τον Τούζεμπαχ  χάνεται κυριολεκτικά μέσα στην ομίχλη. Το στρατιωτικό στοιχείο απουσιάζει παντελώς. Θυμίζουμε ότι το έργο ξεκινάει με την ανάμνηση του «ρέκβιεμ» μιας στρατιωτικής μπάντας, συνεχίζει με μια καρναβαλίστικη μουσική και τελειώνει μ’ ένα αλέγκρο εμβατήριο μιας στρατιωτικής μπάντας, που συνοδεύει την αναχώρηση της ταξιαρχίας. Δεν είναι τυχαίες η ταύτιση και η επικοινωνία των τριών αδερφών με την πιο μορφωμένη και αξιόλογη για εκείνη την εποχή τάξη των στρατιωτικών.
Προσωπικά δεν θα είχα αντίρρηση με καμία από τις παραπάνω σκηνοθετικές επιλογές αν η παράσταση ελισσόταν, εξελισσόταν και επιφύλασσε εκπλήξεις. Αντ’ αυτού, μάλλον βούλιαζε υπό το βάρος των σκηνικών αντικειμένων.
Εντυπωσιακό είναι το άνοιγμα του σκηνικού στο δεύτερο μέρος, με το χιόνι να πέφτει και τις τρεις αδερφές να μπαίνουν σε μια χρονοκάψουλα, να γίνονται πάλι νέες, ντυμένες με τα κοριτσίστικα φουστάνια τους, βιώνοντας την ανεμελιά μιας παιδικότητας που χάθηκε στα ευτυχισμένα χρόνια της Μόσχας. 
bDSC03146
 
Ο θίασος υπηρέτησε με γενναιότητα και προσήλωση την σκηνοθετική επιλογή, όπως οφείλει κάθε επαγγελματίας ηθοποιός. Δυστυχώς όμως οι σπουδαίοι : Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Αιμίλιος Χειλάκης, Αθηνά Μαξίμου, Μαρία Κεχαγιόγλου, Ορφέας Αυγουστίδης, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Γιάννης Κλίνης, Υβόννη Μαλτέζου και  Αινείας Τσαμάτης δεν κατάφεραν να πείσουν. Ο Δημήτρης Πιατάς μοιάζει τελείως έξω από τα νερά του. Η μόνη που διασώζεται, δίνοντας μια ουσιαστική ερμηνεία είναι η Σύρμω Κεκέ (συγκλονιστική και στο εκπληκτικό «Θείο Βάνια» της Μαρίας Μαγκανάρη).
Στη λογική της σκηνοθεσίας και η πρωτότυπη μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού, τα καλόγουστα κουστούμια της Ιωάννας Τσάμη και οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου
 
Δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγα ότι η παράσταση αυτή είναι η μεγαλύτερη, μέχρι στιγμής, απογοήτευση της φετινής θεατρική σεζόν και αυτό γιατί, όπως προαναφέρθηκε, ο πήχης ήταν από την αρχή πολύ ψηλά. Κρίμα...
 

Από την Γιώτα Δημητριάδη
 
φωτογραφίες Αγγελική Κόκκοβέ 
 
 
Ένα από τα λιγότερα δημοφιλή βιβλία του σπουδαίου Νίκου Καζαντζάκη είναι το πρώτο του έργο “Όφις και Κρίνο” , το οποίο έγραψε σε ηλικία, είκοσι ετών και μέσα στα χρόνια του προκάλεσε πολλά αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα.
Ο συγγραφέας υπογράφει με ψευδώνυμο το βιβλίο στο οποίο περιγράφονται οι νεανικές του ανησυχίες για τη ζωή και τον θάνατο, τη γυναίκα και τον έρωτα με τη μορφή ημερολογίου. Ένα βιβλίο “ιστορία και ποίημα μαζί” σύμφωνα με τον Κωστή Παλαμά, με πηγή έμπνευσής την ερωτική ιστορία του Καζαντζάκη με την Ιρλανδέζα Καθλήν Φορντ.
Δύο νέοι καλλιτέχνες,που έχουν ήδη στο βιογραφικό τους σημαντικές περγαμηνές, η Ηρώ Μπέζου και ο Χρήστος Θάνος αποφασίζουν να δουλέψουν μαζί, ξεψαχνίζουν τις βιβλιοθήκες τους και ο Χρήστος πέφτει πάνω στο πρωτόλειο έργο του Καζαντζάκη.Το διαβάζει και από την αρχή η σχέση τους μοιάζει καρμική. Το δίνει στην Ηρώ, η οποία αν και λάτρης του Καζαντζάκη δεν το είχε διαβάσει και συναποφασίζουν να το παρουσιάσουν στην ατμοσφαιρική σκηνή του Bios. Το τι μέλλει γενέσθαι θα το παρακολουθήσουμε από τις 20 Ιανουαρίου και κάθε Δευτέρα και Τρίτη. 
Εμείς είχαμε μια σύντομη κουβέντα με τους δύο ηθοποιούς και το ίδιο το έργο μας έδωσε πολλές αφορμές για περαιτέρω αναζητήσεις....
 
 ofis krino
 
 Τι σας γοήτευσε στο έργο του Καζαντζάκη και αποφασίσατε να το ανεβάσετε στη σκηνή;
Ηρώ Μπέζου:Ο Χρήστος μου έδωσε να διαβάσω το “όφις και κρίνο” το διάστημα που ξεψαχνίζαμε τις βιβλιοθήκες μας για να βρούμε πάνω σε τι επιθυμούμε και οι δύο να δουλέψουμε. Δεν μπορώ ακόμη να πιστέψω ότι αγνοούσα αυτό το βιβλίο. Αγαπάω πολύ τον Καζαντζάκη και θεωρώ πως το συγκεκριμένο έργο του είναι πολύ υποτιμημένο. Με ενθουσιάζει ακόμα και η υπερβολή του, οι επαναλήψεις, η ορμή του- που πολλοί χαρακτηρίζουν “μονοτονία”. Αυτή ακριβώς η μονοτονία είναι η γοητεία του γιατί μεταφέρει την εμμονή και την πάλη του ήρωα να απελευθερωθεί από ένα πάθος που θολώνει και αποδιοργανώνει την ως τότε δομημένη ζωή του. “Θέλουμε να ακούσουν οι άνθρωποι αυτό το κείμενο”, αυτή ήταν η σκέψη μας, αυτό μας κίνησε.
 
Όλα ξεκίνησαν ένα βράδυ που τράβηξες το βιβλίο “Όφις και κρίνο" από τη βιβλιοθήκη σου. Η εμπειρία που περιγράφεις στο σκηνοθετικό σημείωμα είναι κάπως  «μεταφυσική». Πες μας δύο λόγια για τις φράσεις του βιβλίου που ήδη είχαν γράψει μέσα σου
 
Χρήστος Θάνος:“Ας ανοιχτούνε σαν κάλυκες ρόδων και σαν δοχεία αρωμάτων κι ωσάν χείλη προσευχόμενα οι καρδιές μας κι ας ευχαριστήσουν τους μεγάλους θεούς γιατί έπλασαν τη ζωή τόσον ώμορφη και τα χείλη σου τόσο κόκκινα και την αγάπη μου τόσο μεγάλη.”
“Ω και να γινόταν ο Πόθος μου όλος ένα φιλί, νάλθει μια νύχτα να Σε φιλήσει όλη!”
Φράσεις σαν αυτές ερχόντουσαν σε απόλυτη ταύτιση με την έννοια του σαρωτικού και γιγάντιου έρωτα, όπως αυτός προβαλλόταν στην εφηβική μου σκέψη.
“Έχω πυρετό. Υποφέρω. Εδώ, εδώ στα στήθια. Νοιώθω μια φλόγα να τρέχει και να χοχλάζει στις φλέβες μου. Μού φαίνεται πως αν ανοίξω μιαν αρτηρία μου κι αφίσω να τρέξει λίγο αίμα, θα ησυχάσω.”
Παράλληλα αντιλαμβανόμουν τον έρωτα ως μία διαδικασία αυτοκαταστροφική και κάτασπαρακτική. Και ακόμα του αναγνωρίζω αυτά τα στοιχεία. 
Ήρθε λοιπόν μετά από 20 χρόνια το “όφις και κρίνο” να μου υπενθυμίσει αυτά τα βιώματα που κουβαλάω μέσα μου.

 
ofis krino2
 
Πόσο μπορεί να μας αφορά σήμερα ένα βιβλίο γραμμένο το 1905;
Ηρώ Μπέζου:Η ποίηση είναι ποίηση, ο έρωτας είναι έρωτας, ο θάνατος, η δημιουργία, η μοναξιά, είναι έννοιες οικουμενικές και πάντα παρούσες, ευτυχώς.
 
Πίσω από τον ρόλο  της ερωμένης σκιαγραφείται η Ιρλανδέζα φίλη του Καζαντζάκη, Κάθλην Φορντ. Πόσο σε ενέπνευσε καλλιτεχνικά η πραγματική ιστορία;
Ηρώ Μπέζου: Δεν ερμηνεύω τον ρόλο της ερωμένης, δεν υπάρχει στην παράστασή μας η πρόθεση της ξεκάθαρης αναπαράστασης ούτε δραματοποίηση γεγονότων. Είμαστε δύο πλευρές του ίδιου ανθρώπου και η θηλυκή μου υπόσταση συνηγορεί εμμέσως υπέρ της ερωμένης, εφόσον έχω επωμιστεί το πιο ζωτικό, πιο φωτεινό και ενεργητικό κομμάτι του ήρωα. Μ αυτήν την έννοια είμαι ίσως λίγο πιο “κοντά” σ ́αυτήν απ’  ότι ο Χρήστος.
 
Ο Ζωγράφος καλεί την αγαπημένη του σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο λουλούδια για να περάσουν μαζί μια ερωτική βραδιά και το επόμενο πρωί καταλήγουν νεκροί από ασφυξία . Μπορεί να σε πνίξει ακόμη και η ομορφιά;
Χρήστος Θάνος: Η ζωή είναι όμορφη (εξάλλου αυτή είναι ό,τι έχουμε). Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με την ομορφιά συνειδητοποιούμε ότι δεν "ζούμε". Έτσι το πιο εύκολο είναι να την καταστρέψουμε. Όχι όμως αυτός που την αντιλαμβάνεται σε βάθος. Αυτός είναι μονίμως ταραγμένος εξαιτίας της ύπαρξής της. Δηλαδή επειδή ζει. Αυτός μάλιστα που αποζητά την ομορφιά, επιλέγει να τυλιχτεί μέσα της και τελικά  αφήνεται να πνιγεί από την ασφυκτική αγκαλιά της.
 
Υπάρχει μια τάση τα τελευταία χρόνια να ανεβαίνουν στη σκηνή λογοτεχνικά έργα. Γιατί επιστρέφουν οι καλλιτέχνες σ' αυτά;
Ηρώ Μπέζου:Δεν το έχω παρατηρήσει. Μου φαίνεται πάντως αναπόφευκτο, από την στιγμή που ένας καλλιτέχνης διαβάζει λογοτεχνία, να μπει σ αυτόν τον πειρασμό. Είναι δύσκολο, έχει τον κίνδυνο να μην μπορέσεις να δραματοποιήσεις σωστά το κέιμενο, ώστε να διατηρήσει την αξία και την συνθετότητά του. Ή ίσως δυσκολευτούν οι θεατές να ακολουθήσουν έναν λόγο που γράφτηκε για να διαβαστεί κι όχι να ακουστεί. Όμως πώς να μην μοιραστείς τελικά κάτι που σε συγκινεί τόσο πολύ; Κάτι που ενδεχομένως σ ́έχει συντροφεύσει σε σημαντικές στιγμές της ζωής σου;
 
xristos thanos
 
Είναι σχεδόν θρυλική η ιστορία με το Νόμπελ και τον Καζαντζάκη, το οποίο ποτέ δεν κατάφερε να κερδίσει με το σαμποτάζ να γίνεται από την ίδια του την χώρα. 70 χρόνια μετά πόσο έχει αλλάξει αυτή η κατάρα που θέλει την Ελλάδα να τρώει τα παιδιά της;
 
Χρήστος Θάνος:Η παραδοχή μιας τέτοιας αλήθειας προϋποθέτει την ανάγκη να γίνεις αποδεκτός από μία παγκόσμια κοινωνία, τα ζητούμενα της οποίας δεν συμβαδίζουν με τις ανθρώπινες ανάγκες. Συνεπώς, πρόκειται για ένα ερώτημα το οποίο δεν με έχει απασχολήσει. Επιλέγω λοιπόν να παραμένω στην Ελλάδα για τον ήλιο και τη θάλασσα.
 
«Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: «Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;» Πολέμα!» έλεγε ο Καζαντζάκης. Πολεμάει  η γενιά μας σήμερα ή έχει πέσει σε ένα είδος καταστολής λόγω της κρίσης;
 
Χρήστος Θάνος:Κάθε γενιά στην ιστορία, αντιδρά λίγο λιγότερο από όσο χρειάζεται. Δυστυχώς, οι άνθρωποι έχουμε έλλειμμα οργής. 
Δεν ξέρω σήμερα αν είμαστε σε καταστολή. Μπορεί και να είμαστε. Ή ίσως να είναι απλώς θέμα επιλογών. Επιλέγουμε το ψυγείο από τον έρωτα, το αυτοκίνητο από την πανσέληνο.
 
      mpezoy
 
   Την χρονιά που έφυγε κέρδισες το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη». Τι σημαίνει για εσένα αυτή η βράβευση; Σου έχει φέρει γούρι η καρφίτσα;
Ηρώ Μπέζου: Δεν έχει αλλάξει τίποτα στην ζωή μου, εκτός από την -διόλου ευκαταφρόνητη- οικονομική βοήθεια που μού προσφέρθηκε. Σαφώς, όταν συνέβη κολακεύτηκα και χάρηκα γιατί, πέρα από την επιβράβευση, βρέθηκε ευκαιρία να ακούσω καλά λόγια από συναδέλφους και γνωστούς. Είναι ωραίο ν' ακούς καλά λόγια. Γούρι όχι. Δεν έφερε.
 
 

thnanos 
 
Σε μια προηγούμενη παράσταση της ομάδας «Εμείς» καταφέρατε να κάνετε το έργο προσβάσιμο σ’ όλους (ακουστική περιγραφή για τυφλούς, διερμηνεία στην νοηματική, υπέρτιτλοι στα αγγλικά, πρόγραμμα σε σε γραφή Braille). Πώς ήταν αυτή η εμπειρία; Σκέφτεστε να το πραγματοποιήσετε και στο Bios;
Χρήστος Θάνος: Ο χώρος που επιλέξαμε φέτος, καθαρά για λόγους ατμόσφαιρας, δυστυχώς δεν είναι προσβάσιμος από αμαξίδια. Συνεπώς, σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορούμε να επαναλάβουμε μία καθολικά προσβάσιμη παράσταση. Λογικά όμως, όσο θα τρέχει η σεζόν, θα οργανώσουμε κάποιες παραστάσεις τουλάχιστον με υπέρτιτλους για άτομα με προβλήματα ακοής.
mpezou texnes plus
 
 
 «Μια αστραπή η ζωή μας... μα προλαβαίνουμε» έγραψε ο Καζαντζάκης. Τι θα ήθελες οπωσδήποτε να περιέχει η δική σου αστραπή;
Ηρώ Μπέζου: Γέλιο. Πολύ πολύ γέλιο.
 
 

bookfeed_konstantinidis

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Μένουμε σπίτι!!! Διαβάζουμε, τραγουδάμε, συζητάμε, βλέπουμε ταινίες και φυσικά θεάτρο...on line!

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

sample banner

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία