Τελευταία Νέα
Ο Δημήτρης Παγώνης ελπίζει ότι ο «Ίκαρός» του θα πετάξει (συνέντευξη) Μενδώνη: Εντός Οκτωβρίου θα ανοίξουν κινηματογράφοι και χειμερινά θέατρα «Ένα σπίτι από γυαλί»: Μία παράσταση για όλη την οικογένεια, βασισμένη στο έργο του Τενεσσί Ουίλιαμς MANDALAS ART THERAPY: Κερδίστε ένα βιβλίο και ανακαλύψτε τη δύναμη της δημιουργικότητας Βραβεία Νόμπελ: Για πρώτη φορά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ακυρώνεται η τελετή με φυσική παρουσία TIME: Οι 100 πιο επιδραστικές προσωπικότητες του 2020 Η παράσταση «Girls & Boys» επιστρέφει για 12 μοναδικές παραστάσεις στο Θέατρο 104 «Meatball#OKEFTES»: Η νέα κωμωδία στο Θέατρο Αλίκη υπόσχεται πολύ γέλιο Ο μύθος του «Ίκαρου» «ζωντανεύει» στο Θέατρο Ροές Πίντερ, Πίντερ…είσαι εδώ; Βαρύ πένθος για την Μιμή Ντενίση... Μυθολογία για παιδιά: Κερδίστε το βιβλίο της επιλογής σας «Missing Nature; Téchne in Illuseum»: Μια εβδομάδα σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης στην καρδιά του Βερολίνου «Το Σχολείο της Ανυπακοής» για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Red Jasper Cabaret Theatre Ξανά στους δρόμους οι εργαζόμενοι στον Πολιτισμό
 

Από τον Κώστα Ζήση

Φωτογραφίες: Χριστίνα Δενδρινού

Ένα δροσερό αεράκι φυσούσε, όταν έφτασα στην ταράτσα του Θέατρου Λαμπέτη και μπαίνοντας στο χώρο, το βλέμμα έπεσε στον Θανάση Ταταύλαλη ο οποίος έδειχνε περισσότερο να απολαμβάνει με ένα πρόσωπο όλο χαμόγελο την ερμηνεία του Ορέστη Τζιόβα στη σκηνή, παρά να δίνει οδηγίες. Η πρόβα είχε ξεκινήσει, και «Το πάρκινγκ» που είχε κάνει τα πρώτα της βήματα για λίγες παραστάσεις τον περασμένο χειμώνα στο Faust, είναι καθόλα έτοιμη να πάρει πλέον σάρκα και οστά από σήμερα Σάββατο, μέσα στο πιο άνυδρο ίσως θεατρικό καλοκαίρι της Αθήνας.

 

parking tziovas texnes plus

Παρακολούθησα την πρόβα, και λίγο πριν μιλήσω με τους δύο βασικούς συντελεστές της παράστασης, τον συγγραφέα και σκηνοθέτη της παράστασης Θανάση Ταταύλαλη και τον ερμηνευτή Ορέστη Τζιόβα, σημείωσα δύο πολύ βασικά χαρακτηριστικά της.

Το πρώτο αφορά το ίδιο το κείμενο του Θανάση Ταταύλαλη και τον ήρωά του. Πρόκειται για τον απόλυτο μέσο ήρωα της δεκαετίας που διανύουμε. Νέο παιδί, έξυπνος, με ικανότητες, με σπουδές που τα πτυχία του δεν αξιοποιήθηκαν ποτέ, με την ανεργία να εισβάλλει στη ζωή, με την αναγκαστική -και ντροπιαστική ίσως- συγκατοίκηση με τους γονείς, ο οποίος βρίσκει καταφυγή και νόημα στην επαρχία, και από εκεί η τύχη τον φέρνει στο εξωτερικό να απολαμβάνει έρωτα, χλιδή και πλούτη. Βρίσκει την ευτυχία όμως μέσα σε αυτό το ταξίδι ζωής και καταστάσεων ή μήπως βρίσκεται το ίδιο βαλτωμένος, σε μια διαφορετική ίσως αλλά πάντως σίγουρα νέα στασιμότητα; Και μήπως τελικά την ευτυχία δε τη βρίσκεις ούτε στην αφετηρία, ούτε στον τερματισμό, αλλά η ευτυχία ανακαλύπτεται στη διάρκεια όλου του ταξιδιού, στα νέα παράθυρα και στους νέους ορίζοντες που πρέπει να αποζητάς να ανοίγεις;

Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ίδια η ερμηνεία του Ορέστη Τζιόβα. Παρατηρώντας τον για πρώτη φορά σε μονόλογο, αντιλήφθηκα πως εκείνο που καταφέρνει, ξεπερνώντας τα όρια μιας τυπικής θεατρικής ερμηνείας, είναι να δίνει ζωή, κίνηση και ροή στον ίδιο το λόγο. Υπάρχουν στιγμές, που και η ίδια η σκηνική απεικόνιση καθίσταται περιττή μιας και αρκεί ο χρωματισμός της λέξης, η αλλαγή του τόνου, ένα απλό κυμάτισμα της διάθεσης ή μια διαφορετική άρθρωση μιας κατάληξης της λέξης, για να αποτυπωθεί σε πλήρες κάδρο ο λόγος. Και είναι αυτός ο πολύ σημαντικός παράγοντας (πέρα από το ίδιο το κείμενο), που το βασικό χαρακτηριστικό της παράστασης είναι το κέφι και η αισιοδοξία, και μια ευχάριστη διάθεση που δεν εγκαταλείπεται ως ατμόσφαιρα, ούτε στις δύσκολες καταστάσεις που περνάει ο ήρωας.

parking 2 tziovas texnes plus

Σε φιλικό κλίμα, ξεπερνώντας το στερεοτυπικό «ερώτηση-απάντηση» μιας συνέντευξης συζητήσαμε για το ίδιο το έργο και την παράσταση. O συγγραφέας και σκηνοθέτης, Θανάσης Ταταύλαλης σκιαγραφεί τον ήρωά του με χειρουργική ακρίβεια της σύγχρονης εποχής ακουμπώντας στα σημερινά κελεύσματα και αιτήματα που λαμβάνει κάθε νέος άνθρωπός ως δέκτης από τον πομπό της κοινωνίας: «Στην ουσία είναι η τρελή διαδρομή ενός ανθρώπου που αποφάσισε να φύγει από ένα σημείο μηδέν, έφτασε στο ζενίθ ζώντας σε αυτήν την πορεία τρομερά, εκπληκτικά πράγματα μέσα σε λίγο καιρό, με μια τύχη που τον ευνόησε και τον παρέσυρε σαν κύμα, και η οποία τελικά τον τσάκισε και τον επανάφερε στο ίδιο σημείο μηδέν» θα μου πει δίνοντας τον βασικό άξονα της υπόθεσης και θα συμπληρώσει «Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος δεν αντέχει την στασιμότητα, θέλει τα πράγματα να «τρέχουν» στη ζωή του. Ένας άνθρωπος ζωντανός».

 

parking 3 texnes plus

Ο Ορέστης Τζιόβας θα μιλήσει για την ταύτισή του με τον ήρωα: «Απ’ όσα κάνει ο ήρωας, δε νομίζω ότι υπάρχει κάτι που δεν θα έκανα. Αν είχα τις ίδιες εμπειρίες του και βίωνα τις ίδιες καταστάσεις, θεωρώ ότι οι αντιδράσεις μου θα ήταν ακριβώς ίδιες» θα απαντήσει χωρίς να το σκεφτεί και θα συνεχίσει: «Βρήκα πολλά σημεία ταύτισης με τον ήρωα και ιδιαίτερα αυτό το ρίσκο και το κυνήγι της ευτυχίας είναι και δικά μου χαρακτηριστικά. Το κυνήγι της ευτυχίας και η πρόκληση της τύχης» ενώ εδώ θα παρέμβει και ο σκηνοθέτης και θα συμφωνήσει : «Ακριβώς τα ίδια θα έκανες, επειδή σε ξέρω καλά» θα δηλώσει γελώντας αλλά θα συνεχίσει: «Ο ήρωας ουσιαστικά ως θέμα είμαι εγώ παρόλο που έχοντας ζήσει εξαιρετικά έντονα πράγματα , δεν έχω ζήσει τίποτα απ΄όσα περιγράφονται. Κι εγώ κυνηγάω την εξοχή, αρνούμαι την στασιμότητα, αρνούμαι το τσιμέντο, και παρόλο που ίσως ακουστεί αυτό λίγο «χίπικο», θέλω να ταξιδεύω συνέχεια. Για παράδειγμα, δεν έχω μόνιμο σπίτι για πολλά χρόνια, μετακινούμαι συνέχεια, φιλοξενούμαι. Και βεβαίως, έχω μια ερωτική θα έλεγα σχέση με την τύχη. Είμαι πολύ τυχερός άνθρωπος»

parking 4 tziovas texnes plus

Και αυτό το τελευταίο περί τύχης δίνει το έναυσμα για το ερώτημα που γεννάται στην παράσταση. Τελικά τι χρειάζεται ένας άνθρωπος για να θεωρείται επιτυχημένος, Ικανότητες, μόρφωση, τύχη; «Δεν αρκεί να είσαι έξυπνος και ικανός για να πας μπροστά, είναι και θέμα τύχης. Και από εκεί και πέρα υπάρχουν και άλλοι πιο αθέμιτοι παράγοντες: ο ανταγωνισμός, οι εκπτώσεις, η βρωμιά. Ο ήρωας μας πάντως δεν έρχεται σε επαφή με αυτά» θα απαντήσει ο Θανάσης ενώ ο Ορέστης θα συμπληρώσει: «Τα πλούτη σε καμιά περίπτωση δεν φέρνουν την ευτυχία. Τα πλούτη μάλλον συνηθέστερο είναι να προκαλούν δυστυχία. Ο ήρωάς μου, για παράδειγμα, ήταν ευτυχισμένος όταν ήταν στην εξοχή, στη φύση. Εκεί ερωτεύτηκε, και αυτό ήταν η δεύτερη μεγάλη του ευτυχία. Η φύση και ο έρωτας, του αποκάλυψαν την ευτυχία. Άσχετα αν το πεπρωμένο τον παρέσυρε σε μια άλλη ζωή, εξίσου βαλτωμένη με την προηγούμενή του.»

Και το Πάρκινγκ; Ως τίτλος γιατί επιλέχτηκε και ποιος ο ρόλος του στην παράσταση; «Ο ήρωας φεύγει από πάρκινγκ που παρακολουθεί από το σπίτι του όντας άνεργος, πάει στην επαρχία όπου δουλεύει ως κηπουρός και αγρότης και γνωρίζει ένα ξένο κορίτσι πολύ πλούσιο, ερωτεύεται και φεύγει μαζί της στην Σουηδία, πλέον δουλεύει ως διευθυντής στην εταιρεία του πατέρα της με αρκετά έσοδα . Παρκινγκ-επαρχία-Εταιρεία, αλλά από το γραφείο του στην εταιρεία βλέπει πάλι ένα πάρκινγκ. Το πάρκινγκ, το σημείο που «παρκάρονται» άπραγα αυτοκίνητα, είναι ακριβώς η βαλτωμένη ζωή που βιώνει ο ήρωας. Η στασιμότητα που παραμονεύει να εισβάλλει και στις δικές μας ζωές».

parking 5 texnes plus

Πως γεννήθηκε το έργο και μάλιστα ως μονόλογος; «Εγώ στη μέση κατάλαβα ότι αυτό που γράφω είναι μονόλογος» απαντά ο Θανάσης Ταταύλαλης και συμπληρώνει: «Γράφω μόνο όταν έχω κάποιες σκέψεις και προβληματισμούς και θέλω να τα οργανώσω. Στην πορεία, διαμορφώθηκαν αυτές οι σκέψεις σε μονόλογο, τον οποίο παρεμπιπτόντως θεωρώ και πολύ δύσκολο είδος. Είναι μάλλον ένα καταραμένο είδος. Ο κόσμος το έχει συνδέσει με «ακραία» είδη, νομίζει ότι ή θα δει κάτι που θα μαυρίσει εντελώς τη ψυχή του ή μια «stand-up comedy» που θα κάνει πλάκα μαζί του. Τσιρίζουμε πια, για να καταλάβει ο κόσμος, ότι πρόκειται πραγματικά για μια διασκεδαστική παράσταση, με μπόλικο χιούμορ, που κάτι έχει να πει». Ενώ ο Ορέστης Τζιόβας από τη μεριά του ηθοποιού θα μου πει για την μοναξιά που εμπεριέχει ως είδος: «Ο μονόλογος ως είδος είναι μοναξιά. Αλλά σε έναν μονόλογο για έναν ηθοποιό τα ίδια στοιχεία του που είναι αρνητικά είναι και θετικά. Δεν έχεις έναν συμπαίκτη να ακουμπήσεις πάνω του σε μια δύσκολη στιγμή που πιθανόν να συμβεί κατά τη διάρκεια της παράστασης, αλλά επίσης δεν μπορείς να οδηγηθείς από κάποιον ή αντίστοιχα να τον παρασύρεις μαζί σου όταν δεν βρίσκεται κάποιος σε καλή ημέρα. Ή επίσης να μην υπάρχει καλή χημεία, να μην είναι κάποιος καλός συνεργάτης κλπ. Στον μονόλογο η ευθύνη είναι όλη δική σου και στα καλά της παράστασης και στα κακά».

Το καλλιτεχνικό παρελθόν του Θανάση Ταταύλαλη ως κινηματογραφιστή με σπρώχνει να τον ρωτήσω αν η παράσταση ήταν ταινία, σε ποια σκηνή της η κάμερά του θα έκανε ιδιαίτερο focus. Η απάντηση, ομολογώ με εξέπληξε, αφού διαχώρισε σε δύο «προσωπικές» κατηγορίες τις σκηνές: «Αισθητικά θα αναδείκνυα ιδιαίτερα την αντίδραση του ήρωα στην αναπάντεχη αλλαγή της ζωής του με την οικονομική ευρωστία που απέκτησε. Αναμφισβήτητα όμως, ως προς το μήνυμα του έργου, θα φώτιζα την τελευταία σκηνή με το ερώτημα που διατυπώνεται πια στον θεατή» θα απαντήσει με σπινθηροβόλο βλέμμα και κάπως πονηρό χαμόγελο συμπληρώνοντας: «Πρόθεσή μου σχεδόν πάντα, είναι να θέσω ερωτήματα και προβληματισμούς που με απασχολούν, αλλά όχι πια σε εμένα, αλλά στον θεατή για να τα απαντήσει. Θεωρώ και λίγο αλαζονικό να δώσω εγώ την απάντηση. Και αυτό είναι το κοινό στοιχείο σε όλα μου τα έργα τόσο στον κινηματογράφο όσο και τώρα στο θέατρο»

tziovas texnes plus

Ενώ ο Ορέστης Τζιόβας, μου έθεσε τα πράγματα πιο συγκεκριμένα για το μήνυμα του έργου: «Το ερώτημα που μπαίνει βαθιά είναι η αξιοπρέπεια. Και τι είναι η αξιοπρέπεια; Για να καταλάβεις τι είναι αξιοπρέπεια πρέπει να αφαιρέσεις όλα τα στερεότυπα που σου έχουν φορέσει στο κεφάλι, να έρθεις στο μηδέν και να την ανακαλύψεις από την αρχή. Γιατί υπάρχουν η κοινωνική και η προσωπική αξιοπρέπεια. Στην ουσία όλοι μας ξεχνάμε την προσωπική. Έχουμε μάθει να τηρούμε τους κοινωνικούς κανόνες, και να ακολουθούμε «φορεμένες» επιταγές που μας έχουν επιβληθεί»

tavalaris texnes plus

Έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει, ότι μόλις είχα μιλήσει με δύο ανθρώπους εξαιρετικά δεμένους πρώτα σε ανθρώπινο επίπεδο και δευτερευόντως σε καλλιτεχνικό και επαγγελματικό, δύο ανθρώπους της ίδια γενιάς που μοιράζονται τις ίδιες ανησυχίες και προβληματισμούς, που πριν δουλέψουν μαζί, έχουν γελάσει μαζί, έχουν πιει μαζί, έχουν περάσει καλά μαζί, κατάλαβα ότι αυτό το κείμενο και αυτή η παράσταση του Θανάση Ταταύλαλη μπορούσε να είχε ερμηνευτή μόνο τον Ορέστη Τζιόβα.

Πατώντας το off στην ηχογράφηση ρώτησα τον Θανάση(πλέον) αν θα ξαναέκανε θέατρο. «Οπωσδήποτε» ήταν κατηγορηματικός  «πλέον ωρίμασα!»

ΜΟΝΟ ΓΙΑ 10 ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ

Το θερινό θέατρο Λαμπέτη συνεχίζει την καλοκαιρινή θεατρική περίοδο με τον θεατρικό μονόλογο του Θανάση Ταταύλαλη,

 “ΠΑΡΚΙΝΓΚ”

από 11 έως 20 Ιουλίου 2020

(καθημερινά για 10 μοναδικές παραστάσεις)

Ταυτότητα Παράστασης

Κείμενο – Σκηνοθεσία: Θανάσης Ταταύλαλης

Ηθοποιός: Ορέστης Τζιόβας

Βοηθός σκηνοθέτη: Πανάγος Ιωακείμ

Φωτισμός: Νύσος Βασιλόπουλος

Μουσική: Κωστής Κόντος

Σκηνικά: Τζώρτζης Ταταύλαλης, Ζωή Αρβανίτη

Κίνηση: Μόνικα Έλενα Κολοκοτρώνη

Κοστούμια: Ελεάνα Θαλασσούδη

Γραφιστικά: Jan Junker

 

 

 

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

«Θέλω να μείνω και εγώ στην ιστορία».

Πώς είναι τα παιδιά σήμερα; «Φανταστικά!» αναφωνεί ο Ορέστης Τζιόβας ως Μιγκέλ, «Ακόμη πιο φανταστικά», συμπληρώνει ο Πάτρικ του Σταύρου Σβήγκου. Η κυρία Κ. (Νικολέτα Παπαδοπούλου), ένα ρομπότ τελευταίας τεχνολογίας, έχει μπει στο ξεχωριστό δωμάτιό τους, στο ίδρυμα, όπου ζουν έγκλειστοι τα τελευταία δέκα χρόνια και τους σερβίρει, για μια ακόμη μια μέρα, το μεσημεριανό τους σε χρωματιστά χαπάκια. Το μοβ χαπάκι, είναι κιμάς, το κίτρινο μακαρόνι, ενώ κάθε γεύμα περιλαμβάνει κι ένα χαπάκι –σαλάτα.

Οι δύο τους μοιάζουν να περιμένουν κάτι, σαν τον Βλαδίμηρο και τον Εστραγκόν του Μπέκετ στο «Περιμένοντας τον Γκοντό».

Έξω, μαίνεται πόλεμος, ο κόσμος έχει χωριστεί σε δύο στρατόπεδα, της Ευρασίας και της Αμερικής, κι ένας πύραυλος απειλεί να τον καταστρέψει.

Οι δύο ήρωες αποφασίζουν να παραβούν τους κανόνες του ιδρύματος, να πάρουν και πάλι στα χέρια τους τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αντικείμενο από το οποίο προσπαθούν να απεξαρτηθούν, και να γράψουν την ιστορία με τον δικό τους τρόπο.

Έτσι, από έγκλειστοι τρόφιμοι θα γίνουν δύο Θεοί και θα ξαναγράψουν την ιστορία με τον δικό τους μοναδικό τρόπο. Στόχος τους να γίνουν γνωστοί στις επόμενες γενιές που θα κατοικήσουν τον πλανήτη.

Όσο μεγαλόπνοο κι αν είναι, όμως, το σχέδιό τους υποκύπτει, τελικά, στην ανθρώπινη ματαιοδοξία. Άλλωστε οι δύο φίλοι, στη διάρκεια της αναζήτησης στοιχείων για το φιλόδοξο έργο τους, ανακαλύπτουν ότι η διάσωση των ιστορικών δεδομένων είναι υπόθεση άκρως υποκειμενική. Κι άκρως διασκεδαστική βέβαια. Όσο για τα θρησκευτικά δόγματα, οι ορθολογικές εξηγήσεις περισσεύουν τόσο πολύ, ώστε ακόμα κι οι ίδιοι μπορούν να εμφανιστούν στην Ιστορία ως Θεοί. Ο κόσμος έχει πιστέψει και χειρότερα…

DyoTheoi 3aDomniki Mitropoulou

Στη διάρκεια της εργασίας τους ακόμα κι ο άλλοτε σκληρός διευθυντής (Σωκράτης Πατσίκας) θα υποταχθεί μπροστά τους για να πάρει μια θέση στην ιστορία και να γίνει ο Τζόνυ Βαΐσμίλερ. Ενώ ο φοβισμένος Τζο (Παύλος Παυλίδης) θα γίνει ο δίαυλος των αιτημάτων των υπολοίπων «παιδιών» του Μπάμπη του Χοντρού, ο οποίος θέλει να γίνει ο Σωκράτης, του Ζήρο-Ζήρο, ο οποίος διεκδικεί τον Σοπέν και του Έντυ του Γιατρού, ο Παστέρ.

Αυτή η αλληγορία του σήμερα, δύο δεκαετίες μετά τη συγγραφή του έργου, από τον Λένο Χρηστίδη, μας κάνει να σκεφτούμε το κλισέ: «πιο σύγχρονο από ποτέ» ανεβαίνει στο θέατρο Ροές και σε σκηνοθεσία του Παντελή Δεντάκη.

Έργο που τιμήθηκε με το «Βραβείο Κουν»,ανέβηκε για πρώτη φορά σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, εγκαινιάζοντας τον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου και πριν οκτώ χρόνια το είδαμε και στο Studio Μαυρομιχάλη σε σκηνοθεσία του Φώτη Μακρή.

Ο Παντελής Δεντάκης στήνει μια ενδιαφέρουσα παράσταση. Δουλεύει με προσήλωση πάνω στους ελλειπτικούς διαλόγους του έργου, αναδεικνύοντας, αβίαστα, το μαύρο χιούμορ του, χωρίς να υπογραμμίζει τα αυτονόητα, αλλά δίνοντας στο κοινό τροφή για σκέψη.

Αρωγοί του σ’ αυτή την προσπάθεια είναι το άκρως λειτουργικό κι εμπνευσμένο σκηνικό του Νίκου Δεντάκη, το οποίο μαζί με τα έξυπνα κουστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη και τους φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη συνθέτουν ένα γοητευτικό σύμπαν, συνεισφέροντας με θετικό πρόσημο στο εικαστικό κομμάτι της παράστασης.

Η παράσταση, όμως, οφείλει αδιαμφισβήτητα την επιτυχία της στη δυνατή πεντάδα των ηθοποιών της, την οποία κίνησε λειτουργικά, μέσα στον περιορισμένο χώρο, η Σεσίλ Μικρούτσικου.

Ο Σταύρος Σβήγκος κι ο Ορέστης Τζιόβας με υποκριτική άνεση και σκηνική χημεία γίνονται ένα δυναμικό ντουέτο, το οποίο αναδεικνύει τις κωμικές σκηνές του έργου, αποφεύγοντας τον σκόπελο της υπερβολής. Οι συνέπειες του ιδρυματισμού υπάρχουν στις συμπεριφορές τους, αλλά, εντέχνως, οι δύο ηθοποιοί δεν τις βάζουν στο επίκεντρο, μετατρέποντας του ήρωες τους, σ’ ανθρώπους της διπλανής πόρτας.

Ο Σωκράτης Πατσίκας με τη γνώριμη σκηνική του πληθωρικότητα πείθει στον ρόλο του Διευθυντή, ο οποίος δίνει τα πάντα για μια θέση στην ιστορία.

Ο Παύλος Παυλίδης, με αμεσότητα, υποκριτική ευστροφία κι εξαιρετική κινησιολογική ικανότητα κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον κερδίζοντας το γέλιο του κοινού άμα τη εμφανίσει.

Απολαυστική κι η κυρία της παρέας, η Νικολέτα Παπαδοπούλου, αντιμετώπισε τον ρόλο του ρομπότ, της κυρίας Σίγμα, μ’ έναν ευφυή κι ευαίσθητο τρόπο, αναδεικνύοντας μια σημαντική προέκταση του κειμένου: πώς ένα εξελιγμένο ανδροειδές, μπορεί να έχει βαθύτερα συναισθήματα από τους ανθρώπους.

Ένα σύγχρονο σκηνικό ανέβασμα, που διασκεδάζει, ενώ παράλληλα προβληματίζει με την μοναδική ειρωνεία και τον σαρκασμό του, καλώντας μας να δούμε κατάματα στον καθρέφτη.

 

Ο Λάκη Λαζόπουλος υπογράφει τη διασκευή και σκηνοθεσία της δημοφιλούς κωμωδίας που επιστρέφει 56 χρόνια μετά, ενώ την παράσταση θα συνοδέψει η πρωτότυπη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι

Στο ρόλο της Λίζας Πετροβασίλη η Κατερίνα Γερονικολού και στο ρόλο του καθηγητή Δημήτρη Παπαδόπουλου ο Ορέστης Τζιόβας. Σε ρόλους έκπληξη οι θρύλοι του ελληνικού κινηματογράφου Μάρω Κοντού, Νίκος Γαλανός και ο Κώστας Βουτσάς! Μαζί τους, η Σοφία Βογιατζάκη και  η Νίκη Παλληκαράκη

Όλοι γνωρίζουν και αγαπούν την ιστορία της μαθήτριας, που όταν μία μέρα είναι αδιάβαστη, προσποιείται την άρρωστη για να αποφύγει το σχολείο. Ο γιατρός που καλείται απ τους ανήσυχους γονείς της να την εξετάσει, πείθεται να μην αποκαλύψει το ψέμα της, αλλά την ερωτεύεται και πολύ σύντομα παντρεύονται. Ο γάμος τους και ο μήνας του μέλιτος είναι ονειρικοί αλλά πολύ σύντομα η Λίζα νοσταλγεί το σχολείο και τις συμμαθήτριές της και έτσι αποφασίζει να επιστρέψει κρυφά στα θρανία… 

Στις 8 Δεκεμβρίου του 1962, η Αλίκη Βουγιουκλάκη ανεβαίνει για πρώτη φορά στη σκηνή του θεάτρου "Κοτοπούλη", ενσαρκώνοντας τη Λίζα Πετροβασίλη σε μία κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου με τίτλο “Χτυποκάρδια στο Θρανίο”, και μουσική Μίμη Πλέσσα. Το 1963 γυρίζεται η ομώνυμη ταινία, πλαισιωμένη από μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου γεμίζοντας ασφυκτικά τις κινηματογραφικές αίθουσες επί σειρά μηνών. 

Η πολυαναμενόμενη υπερπαραγωγή των Θεατρικών Σκηνών που έχει μαγνητίσει τον ενδιαφέρον των θεατρόφιλων δίνει ραντεβού στο πρώτο κουδούνι της χρονιάς τον Οκτώβριο στο θέατρο ΗΒΗ. 

Προμηθευτείτε τώρα τα εισιτήριά σας μέσω της viva.gr και από τα ταμεία του θεάτρου Παλλάς!

 

Σκηνοθεσία: Λάκης Λαζόπουλος

Πρωταγωνιστούν:  Κατερίνα Γερονικολού, Ορέστης Τζιόβας, Σοφία Βογιατζάκη, Νίκη Παλληκαράκη, Μάρω Κοντού, Νίκος Γαλανός και ο Κώστας Βουτσάς.

Παίζουν: Αλεξάνδρα Ταβουλάρη, Ιζαμπέλα Μπαλτσαβιά, Ελευθερία Παρασκευά, Κατερίνα Καρατζοπούλου, Υρώ Μακρή, Ζένια Μπονάτσου, Ελεάννα Φινοκαλιώτη, Αναστασία Σκοπελίτη

ΠΡΕΜΙΕΡΑ 25 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018 στο Θέατρο Ήβη

popolaros banner

popolaros banner

tp250X300PAGAKI

anixnos250x300

warplanes250x300

Video

«Ίκαρος» του Δημήτρη Παγώνη 8,9 και 10 Οκτωβρίου στο Θέατρο Ροές

Ροή Ειδήσεων

sample banner

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία