Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

 

Εστιάζοντας στην 22η ραψωδία της “Οδύσσειας” – γνωστή και ως Μνηστηροφονία – η Ιώ Βουλγαράκη και η ομάδα ΠΥΡ φώτισαν μοναδικά μέσα από την παράσταση “Άφιξις”, που παρουσιάστηκε την Παρασκευή και το Σάββατο στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, μία από τις πιο αιματηρές σκηνές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

 

Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Δημήτρης Μαρωνίτης, την εξαιρετική μετάφραση του οποίου χρησιμοποίησε η Ιώ Βουλγαράκη στην παράσταση, σε αυτό το σημείο του ομηρικού έπους “ο πολύτλας Οδυσσέας αντιστρέφεται σε πολύφονον”. Στο πέρασμά του σαρώνει τα πάντα. 108 άνδρες που διεκδικούν τη γυναίκα του και τον θρόνο θα πέσουν νεκροί από το σπαθί του και τα βέλη του σε μία ανελέητη σφαγή χωρίς προηγούμενο που συντελείται στο παλάτι. Μία αντίστοιχης βιαιότητας σκηνή έχουμε δει και στο πρώτο ομηρικό έπος, την Ιλιάδα, με τον Αχιλλέα να σκοτώνει αδιακρίτως σε κατάσταση ξέφρενης μανίας και αφόρητου πόνου εξαιτίας του θανάτου του Πάτροκλου.

 

Όμως εδώ ο Οδυσσέας δεν μοιάζει να παρασύρεται από κανένα πάθος του. Δρα ψυχρά και υπολογιστικά βάσει σχεδίου. Αρνείται να δεχτεί τις ικεσίες των μνηστήρων να τους χαρίσει τη ζωή με αντάλλαγμα την παραίτηση τους από τη διεκδίκηση του θρόνου του νησιού. Θέλει αίμα και μόνο αίμα, κάτι που μάλλον δεν συμβαδίζει με οποιαδήποτε έννοια ηθικής.

 

Επιστρέφοντας στην Ιθάκη μετά από είκοσι χρόνια απουσίας ο Οδυσσέας βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα “φάντασμα ονείρου”, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Όμηρος. Η μνήμη τον έχει προδώσει. Τίποτα δεν τον θυμίζει στο νησί του. Νιώθει ξένος στην ίδια του την πατρίδα. Ο μόνος τρόπος για να υπάρξει ξανά στον τόπο του είναι να καταφέρει να ενώσει το νήμα της βασιλικής του διαδρομής. Να συνδέσει το “τώρα” με αυτό το χαμένο στον χρόνο “τότε”, που ψελλίζει ο Αργύρης Ξάφης ως Οδυσσέας στο τέλος της παράστασης. Έτσι μόνο θα ξαναβρεί την ταυτότητά του, θα θυμηθεί και ο ίδιος ποιος πραγματικά είναι. Όμως για να συμβεί αυτό πρέπει να σβήσει κυριολεκτικά είκοσι χρόνια ιστορίας μαζί με όσους και όσα τη συναποτελούν. Αυτό ουσιαστικά πράττει με τη μνηστηροφονία. Η ίδια του η συνέχεια της ύπαρξης προϋποθέτει το μακελειό και όχι κάποιος κανόνας δικαίου. Το τέλος της “Οδύσσειας” είναι πολύ πιο σκοτεινό απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Ο Όμηρος, μέσω της Μνηστηροφονίας, αποκαλύπτει έναν Οδυσσέα, που πέρα από “πολυμήχανος” είναι και αδίστακτος. Ξεκάθαρα θύτης και καθόλου θύμα.

 

Όλα τα παραπάνω τα φώτισε συναρπαστικά η παράσταση της Ιούς Βουλγαράκη με όχημα την πραγματικά σπουδαία μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη, που συνιστά ουσιαστικά ένα νέο λογοτεχνικό επίτευγμα. Η σκηνοθετική προσέγγιση που δομήθηκε πάνω σε μία πάλλουσα αφήγηση διανθισμένη από μία έντονη σωματικότητα – στο μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος της παράστασης - και μία εγγενή μουσικότητα ανέδειξε την υπέροχη γλώσσα του κειμένου επιτρέποντας στον θεατή να κατανοήσει στο έπακρο την ιστορία, κάτι στο οποίο συνέβαλε θεωρώ καθοριστικά και η καίρια δραματουργική επεξεργασία της ίδιας της Βουλγαράκη.

 

Η παράσταση δεν επένδυσε στον ρεαλισμό, αλλά σε αυτή την ατμόσφαιρα ονείρου, έναν κόσμο σχεδόν στοιχειωμένο, που επικαλείται ο ίδιος ο Όμηρος. Μέσα σε ένα πολύ έξυπνο σκηνικό, που υπέγραψε η Άννα Φιοντόροβα και αποτελούνταν μόνο από φωτεινούς ράβδους με led παραπέμποντας ουσιαστικά στον σκελετό του παλατιού της Ιθάκης, σε ό,τι δηλαδή είχε διασωθεί από αυτό στη μνήμη του Οδυσσέα, η αφήγηση της ιστορίας από τους ηθοποιούς βαλλόταν συνεχώς από θραύσματα ονείρου, μέσα στα οποία φώλιαζαν μοναδικά οι μουσικοί πειραματισμοί της Σαβίνας Γιαννάτου μαζί με τους απόκοσμους ήχους τους και τους χαρακτηριστικούς λαρυγγισμούς τους. Μία μάλιστα από αυτές, που θέλει τον Οδυσσέα βουτηγμένο ήδη στο αίμα των μνηστήρων και χαμένο σε έναν εφιάλτη δίχως τέλος μέσα στα “ερείπια” της μνήμης του, μπορεί να θεωρηθεί, κατά τη γνώμη μου, σκηνή ανθολογίας που θα θυμόμαστε για καιρό.

 

Η σκηνοθετική ανάγνωση της Βουλγαράκη όμως θα έμοιαζε ελλιπής αν δεν υποστηρίζονταν σθεναρά από δύο άλλους βασικούς πυλώνες της παράστασης. Ο πρώτος ήταν η κίνηση των ηθοποιών που επιμελήθηκε η Σοφία Πάσχου. Είναι πραγματικά συναρπαστικό πώς μία σκηνή, όπως αυτή της μνηστηροφονίας, που για να αποτυπωθεί ρεαλιστικά χρειάζονται κανονικά περίπου 120 ηθοποιοί επί σκηνής ζωντάνεψε τόσο αποτελεσματικά με μόλις επτά ηθοποιούς! Με ευφυείς λύσεις και μία μοναδική αισθητική όσον αφορά την κίνηση των σωμάτων η Σοφία Πάσχου ουσιαστικά συν-σκηνοθέτησε με την Ιώ Βουλγαράκη τη μισή και πλέον παράσταση, υπακούοντας φυσικά στο σκηνοθετικό όραμα της δεύτερης. Χωρίς την καθοριστική της συμβολή το αποτέλεσμα πολύ εύκολα θα μπορούσε να καταστεί μονότονο. Μαζί φτιάξανε ένα σύμπαν, που ακροβατούσε ανάμεσα στον ρεαλισμό και την ψευδαίσθηση, την αλήθεια και το όνειρο, αφήνοντας παράλληλα να διαφανεί ενίοτε ένα υποδόριο χιούμορ, επιλογή που οφείλω να πω ότι πολύ εκτίμησα αφού κράτησε την παράσταση μακριά από μία σοβαροφάνεια που πολλές φορές φέρουν αντίστοιχοι πειραματισμοί.

 

Ο άλλος βασικός πυλώνας της παράστασης ήταν η μουσική της Σαβίνας Γιαννάτου. Νομίζω ότι στη δική της δουλειά οφείλει η παράσταση, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, την ονειρικά σκοτεινή της ατμόσφαιρα. Ο τρόπος που η Γιαννάτου επεξεργάζεται και νοηματοδοτεί εκ νέου τους ήχους του περιβάλλοντος και τους λαρυγγισμούς της ανθρώπινης φωνής είναι μοναδικός. Ειδικά στο τελευταίο μέρος της παράστασης, κατά το οποίο οι ηθοποιοί αφηγούνται την ιστορία στατικά γύρω από ένα μικρόφωνο που κρέμεται από πάνω τους, η συμβολή της Γιαννάτου στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας ήταν κάτι παραπάνω από καθοριστική, αφού με βάση τις φωνές των ηθοποιών και τους ηχητικούς αυτοσχεδιασμούς του μουσικού Γιάννη Δεσποτάκη, που βρισκόταν στο βάθος της σκηνής, δημιούργησε ένα υποβλητικό μουσικό χαλί που συνόδευε μοναδικά την αφήγηση.

 

Και οι επτά ηθοποιοί της παράστασης υπηρέτησαν υποδειγματικά τη σκηνοθετική γραμμή αφήνοντας πραγματικά τις καλύτερες εντυπώσεις σε μία ουσιαστικά ομαδική δουλειά. Ο Αργύρης Ξάφης σκιαγράφησε εύστοχα στο πρόσωπο του Οδυσσέα του το κύρος, την αποφασιστικότητα, αλλά και την ορμή του ήρωά του όντας καθηλωτικός ανά στιγμές. Η Δέσποινα Κούρτη, σαγηνευτική Πηνελόπη μέσα στο φόρεμα της Μαγδαληνής Αυγερινού, που έντυσε προσεγμένα όλους τους ηθοποιούς, έμοιαζε λες και βγήκε από τις σελίδες του ομηρικού έπους, κερδίζοντας τις εντυπώσεις τόσο στον μονόλογό της, όσο και με τους λαρυγγισμούς της στη σκηνή του ονείρου. Ο Γιώργος Παπαγεωργίου και ο Αλέξανδρος Λογοθέτης ήταν πραγματικά απολαυστικοί υποδυόμενοι τους πάμπολλους μνηστήρες και όχι μόνο. Απέδειξαν για ακόμα μία φορά το πολύπλευρο ταλέντο τους. Ο Γιώργος Μπινιάρης έφερε στον Εύμαιο την εμπειρία των πολλών χρόνων του στο θέατρο, αλλά και μία εσωτερική ορμή που του χάριζε μία αναπάντεχη νεανικότητα επί σκηνής κυρίως στα ομαδικά μέρη. Τέλος, οι δύο νεότεροι ηθοποιοί, ο Γιώργος Δικαίος και η Μαίρη Μηνά ανταποκρίθηκαν εξαιρετικά στις απαιτήσεις των ρόλων τους ως Τηλέμαχος και Αθηνά αντίστοιχα. Με φωνή που στάθηκε υποδειγματικά στο μικρό θέατρο της Επιδαύρου, πολύ καλή κίνηση και αξιόλογες ερμηνευτικές επιδόσεις μοιάζουν να έχουν μέλλον.

 

Η “Άφιξις” ήταν ένα στοίχημα που κερδήθηκε. Ήταν ένας άλλος τρόπος για το πώς μπορεί να προσεγγιστεί με έμπνευση ένα κλασικό κείμενο της αρχαιότητας, που νομίζουμε ότι ξέρουμε, αν και στην πραγματικότητα το μόνο που ξέρουμε είναι ο μύθος. Θα ήθελα πραγματικά να δω την ίδια δημιουργική ομάδα να επιχειρεί σύντομα στη μικρή ή και στη μεγάλη Επίδαυρο την παρουσίαση μίας αρχαίας τραγωδίας. Με την ίδια τόλμη και την ίδια έμπνευση. 

 

 

Από τα μέσα Ιουνίου, όταν οι αυλές των σχολείων λίγο μετά τη λήξη της σχολικής χρονιάς μένουν ορφανές από μαθητές, σε κάποιες περιπτώσεις γίνονται μάρτυρες μιας θεατρικής μυσταγωγίας. Συχνά οι θίασοι πραγματοποιούν εκεί τις πρόβες τους, αναζητώντας μια προσομοίωση ανοιχτού χώρου.

Σε μια τέτοια αυλή, κάπου στο Νέο Ηράκλειο, η Ιώ Βουλγαράκη και η ομάδα ΠΥΡ βάζουν τις τελευταίες πινελιές στην «Άφιξη» που θα παρουσιάσουν στις 7 και στις 8 Ιουλίου στο Θέατρο της Μικρής Επιδαύρου. Πρόκειται για τις ραψωδίες φ και χ της «Οδύσσειας».

Είκοσι χρόνια μετά την αναχώρησή του από την Ιθάκη τίποτα δεν θυμίζει πια την παρουσία του Οδυσσέα στο νησί. Αυτό που αντικρίζει επιστρέφοντας στον τόπο του είναι ένα φάντασμα ονείρου. Έτσι το χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Όμηρος. Από το παλάτι
‒στο δικό του φαντασιακό‒ έχει μείνει μόνο ο σκελετός. «Η παράσταση είναι ένα μεγάλο υποκείμενο του Οδυσσέα, δηλαδή βλέπουμε τα πάντα μέσα από τα μάτια του. Το τέλος της ‘‘Οδύσσειας’’, στο οποίο εστιάζει η παράσταση, δεν έχει καμία σχέση με happy end. Είναι πολύ σκοτεινό. Ο Οδυσσέας δεν παίρνει καμία ανάσα ανακούφισης με την άφιξή του. Νιώθει ξένος στον τόπο του και ξεκινά αμέσως έναν αγώνα επιβίωσης και κυριαρχίας», θα μου πει η Ιώ Βουλγαράκη θέλοντας να μου δώσει ένα πρώτο στίγμα.

Οι ηθοποιοί έχουν ήδη πάρει τις θέσεις τους, ανάμεσα σε μια σειρά από ράβδους με led που σχηματίζουν την κάτοψη ενός σπιτιού, το οποίο όμως, αν το δεις από ψηλά, μοιάζει με οφθαλμαπάτη. Ακούγονται οι τελευταίες παρατηρήσεις. Η πρόβα ξεκινά… Η συνέντευξη μπορεί να περιμένει.

 

afiksis.jpg

Σε τι φάση βρίσκεστε τώρα, δουλεύοντας πάνω σε ένα τόσο απαιτητικό κείμενο;
Είμαστε στην τελική ευθεία και αυτό είναι μια φάση που, ενώ είναι εξαιρετικά απαιτητική, είναι και ανακουφιστική συνάμα γιατί η παράσταση έχει πλέον μορφή. Φυσικά, δουλεύοντας πάνω σε ένα τέτοιο κείμενο, στο οποίο μια εικόνα μπορεί να ολοκληρωθεί σε οκτώ με δέκα στίχους και το βασικότερο εργαλείο είναι η προοπτική στο λόγο, απαιτείται μεγάλη εγρήγορση όταν συνθέτεις τη συνύπαρξη όλων των σκηνικών μέσων για να μην αφήσεις τον ήχο, τη σωματική παρτιτούρα, τις προβολές να το κατακερματίσουν. Απαιτείται τεράστια συγκέντρωση και από μένα και από τους ηθοποιούς.

Σκηνοθετικά είναι ένα στοίχημα για σας το Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου;
Ποια παράσταση δεν είναι ένα στοίχημα; Οι λόγοι βέβαια κάθε φορά είναι διαφορετικοί (δραματουργίας, φόρμας, χρονικής στιγμής στην οποία ανεβαίνει η παράσταση). Αναμετριόμαστε με το άγνωστο, προκαλούμε τον εαυτό μας. Το πιο ενδιαφέρον εδώ είναι, νομίζω, το στοίχημα της Μικρής Επιδαύρου συνολικά φέτος. Το φεστιβάλ επιχειρεί μια συνομιλία του Μεγάλου και του Μικρού Θεάτρου, μαζί και με το Λύκειο Επιδαύρου, πάνω σε ενιαία θεματική. Ταυτόχρονα δίνει στο Μικρό Θέατρο ένα θεατρικό στίγμα και όχι μουσικό, όπως κυρίως είχε.

Δραματουργικά πώς δουλέψατε πάνω στις δύο ραψωδίες του Ομήρου;
Η φ («Τόξου θέσις») έχει κοπεί αρκετά και η χ («Μνηστήρων φόνος»), που αποτελεί τον κύριο κορμό της παράστασης, παίζεται ολόκληρη. Το κείμενο δεν έχει υποστεί διασκευή, δεν έχει άλλες λογοτεχνικές προσθήκες, είναι Όμηρος και Μαρωνίτης. Υπήρξε ένα πρώτο στάδιο δικής μου επεξεργασίας πριν από τις πρόβες, που αφορούσε κυρίως τη διανομή, τη διαχείριση του αφηγηματικού λόγου και την επιλογή των κειμένων που είναι χορική αφήγηση και επομένως λέγονται από όλους. Στη συνέχεια, στη διαδικασία της πρόβας πια, πάνω σε αυτό τον καμβά το κείμενο πήρε την τελική του μορφή. Το ζητούμενο σε μια τέτοια επεξεργασία είναι οι επιλογές που γίνονται να κάνουν την ιδέα της παράστασης πιο ανάγλυφη, διασώζοντας τον πυρήνα του κειμένου.

afiksis2.jpg

Ξαναβρίσκεστε, ως ομάδα ΠΥΡ, στο Φεστιβάλ Αθηνών. Τι αλλάζει στη λειτουργία της ομάδας με τα χρόνια;
Όταν τελειώνει μια δουλειά, νομίζω ότι νιώθουμε πως έχουμε μάθει πολλά σε όλα τα επίπεδα, τόσο στο ερευνητικό, καλλιτεχνικό κομμάτι όσο και στο επίπεδο της οργάνωσης παραγωγής, με την οποία αναγκαστικά ασχολούμαστε, θέλοντας και μη. Όταν ξεκινάμε την επόμενη παραγωγή, αισθανόμαστε όμως ξανά πρωτάρηδες. Οπότε δεν ξέρω τι αλλάζει... Συνεχίζουμε προσπαθώντας να εμπνέουμε, να εμπιστευόμαστε, να σεβόμαστε και να ακούμε ο ένας τον άλλο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Προσωπικά πιστεύω πως με την πάροδο του χρόνου απαιτείται  μεγαλύτερη προσοχή προς το συνεργάτη, γιατί μπορεί και να τραβήξουμε διαφορετικούς δρόμους χωρίς να το πάρουμε είδηση. Απαιτούνται «κεραίες», όπως και σε μια σχέση.

 

Η παράστασή σας έχει κάτι σαν «προπαράσταση», ένα δρώμενο για 140 θεατές. Θέλετε να μας πείτε τι θα γίνει εκεί και πώς προέκυψε αυτή η ιδέα; Ως ένα «κοινό ζέσταμα» ηθοποιών και θεατών;
Θα τραγουδήσουμε την «Οδυσσέως ἄφιξιν εἰς Ἰθάκην». Και θα συνοδεύσουμε τους θεατές στο αρχαίο θέατρο με αφηγήσεις καθ’ οδόν διάφορων ραψωδιών της «Οδύσσειας», που προηγούνται των φ και χ. Την ιδέα μάς υπαγόρευσε ο ίδιος ο τόπος, και βέβαια η «Οδύσσεια». Το Μικρό Θέατρο βρίσκεται δίπλα στο λιμάνι της Παλιάς Επιδαύρου, ενώνονται με ένα πανέμορφο μονοπατάκι μέσα από περιβόλια και πορτοκαλιές που μοσχοβολάνε. Έμοιαζε αδύνατο λοιπόν να μην εκμεταλλευτούμε το λιμάνι, όταν η ιστορία μας είναι η επιστροφή του Οδυσσέα. Υπάρχει όμως σε όλο αυτό και μια βαθύτερη θεματική σύνδεση με την κυρίως παράσταση: το εναρκτήριο δρώμενο δημιουργεί τη γιορτινή και ονειρική αίσθηση μιας επιστροφής. Για να αφηγηθεί στη συνέχεια η παράσταση το ανέφικτο αυτής της επιστροφής. Για μένα υπάρχει κάτι αμείλικτα πραγματικό σε τούτη τη δράση. Είναι όπως όταν κατεβαίνεις από το αεροπλάνο ύστερα από χρόνια απουσίας και φιλάς το χώμα του τόπου σου, βλέπεις την ομορφιά του και βγάζεις φτερά. Όμως έπειτα από λίγο δεν αναγνωρίζεις τίποτα στη ζωή που βρίσκεις να σε περιμένει εδώ. Ακόμα και οι δρόμοι έχουν αλλάξει.

Η «Άφιξις» θα παρουσιαστεί μόνο στη Μικρή Επίδαυρο;
Ναι.

afiksis4.jpg

Ο Οδυσσέας στις ραψωδίες φ και χ είναι ουσιαστικά ένας ξένος όταν επιστρέφει στο ίδιο του το σπίτι. Η Ελλάδα σήμερα μπορεί να μας κάνει να βιώσουμε αυτό το συναίσθημα; Εσείς το έχετε νιώσει;
Έχω ουσιαστικά δύο χρόνια που είμαι μόνιμα πίσω στην Ελλάδα, ορίζοντας ως επιστροφή μου τη στιγμή που απέκτησα διεύθυνση εδώ, και νιώθω έτσι, ναι. Είναι βέβαια μια πολύ προσωπική αίσθηση αυτή, που δύσκολα μοιράζεται κανείς, γιατί το να νιώθεις ξένος ήδη σημαίνει μια αναπηρία επικοινωνίας. Πάντως, δεν έχω βρει τον εδώ εαυτό μου και είμαι σε διαρκή σύγκρουση με ένα ιδανικό «σπίτι», που τελικά δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ. Απλώς, αν προσπαθήσω να αντικειμενικοποιήσω αυτό το συναίσθημα, να το μετατρέψω σε «πορτρέτο» μιας χώρας, φοβάμαι πως θα ακουστώ είτε ισοπεδωτική είτε αφελής.

Η «Άφιξις» είναι μια παράσταση για το ανέφικτο της επιστροφής. Ο καθένας μας θέλει κάπου να επιστρέψει. Ποια είναι η δική σας «Ιθάκη»;
Είναι τα χρόνια των σπουδών μου στη Μόσχα, τα χρόνια που άρχισα να βρίσκω την ταυτότητά μου, το νόημα των επιλογών μου, τα όρια του εαυτού μου, το δικό μου κέντρο βάρους. Αυτή η εποχή σφραγίστηκε, παρά τις δυσκολίες και τη σκληρότητα ενός «πρωταθλητισμού» που απαιτούν οι Ρώσοι στην εκπαίδευση γενικότερα, από την ανιδιοτελή αφοσίωση των δασκάλων μας σε μας. Αυτή είναι μια αγάπη που δεν θα πάρεις ποτέ ξανά από κανέναν στο επάγγελμα και σε καθορίζει. Τη νοσταλγώ. Και νοσταλγώ αυτόν τον άλλο μου εαυτό, τον εκεί.

Σπουδάσατε σκηνοθεσία στο Πανεπιστήμιο Θεατρικής Τέχνης GITIS της Μόσχας. Τώρα διδάσκετε στο Ωδείο Αθηνών. Πώς ήταν για σας η φετινή εμπειρία της επίσκεψης των φοιτητών της παλιάς σας σχολής στο Ωδείο και η συνεργασία με τους Έλληνες φοιτητές στην αρχαία τραγωδία;
Καταρχήν να πω ότι η φετινή συνεργασία με το GITIS, που αυτή τη στιγμή έχει ορίζοντα τριετίας μπροστά της, είναι ένα κατόρθωμα, για το οποίο δουλέψαμε πολλοί άνθρωποι αλλά ξεκίνησε από τον αεικίνητο διευθυντή της σχολής, τον Κωνσταντίνο Αρβανιτάκη. Η ανταλλαγή δεν έγινε με το δικό μου έτος, οπότε δεν την έζησα στενά ούτε συμμετείχα στις πρόβες της «Ηλέκτρας». Ωστόσο αυτή η σύμπραξη των σχολών είναι κάτι μεγαλύτερο από τον καθένα μας. Ανοίγει μια προοπτική πραγματικά εμπνευστική και γόνιμη για τα παιδιά, Έλληνες και Ρώσους. Δημιουργεί δεσμούς, καλλιτεχνικούς και προσωπικούς. Για μένα είναι φυσικά συγκινητικό. Ούτε που θα μπορούσα να το φανταστώ όταν ήμουν εκεί.

Πώς στέκονται οι Ρώσοι απέναντι στην αρχαία τραγωδία;
Νομίζω με τεράστια περιέργεια ως προς το σκηνικό τρόπο που έχει ανάγκη αυτό το είδος και μάλλον αμήχανα απέναντι στο χορό και τη λειτουργία του.

Πιστεύετε πως τέτοιες πρωτοβουλίες ανταλλαγής φοιτητών, καθώς και άλλες, όπως το Λύκειο Επιδαύρου, μπορούν να έχουν ουσιαστικές καλλιτεχνικές ζυμώσεις ή είναι ακόμη πολύ νωρίς και χρειάζεται αρκετός χρόνος για να είμαστε σε θέση να τις αποτιμήσουμε;
Πιστεύω πολύ σε αυτές τις πρωτοβουλίες. Η θεατρική τέχνη είναι πρώτα και πάνω από όλα επικοινωνία. Τέτοιες συνεργασίες και διοργανώσεις είναι καταρχήν συναντήσεις. Επίσης, προσφέρουν εμπειρίες, ανθρώπινο υλικό, ερεθίσματα, έκθεση στο άγνωστο... Δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη βασική εκπαίδευση, αλλά την πάνε παραπέρα, τη συμπληρώνουν και την αναζωογονούν.

Επόμενα επαγγελματικά σχέδια;
Η επόμενη δουλειά των ΠΥΡ είναι η «Μόλλυ Σουήνυ» του Μπράιαν Φρίελ. Θα παιχτεί στο Θέατρο του Νέου Κόσμου τον Οκτώβριο του 2017. Συγχρόνως θα επαναληφθεί για δεύτερη χρονιά το «Ορλάντο» της Βιρτζίνια Γουλφ με την Αμαλία Καβάλη στο Skrow Theater όπου παίχτηκε και πέρυσι, αφού δώσουμε τέσσερις παραστάσεις στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στο τέλος του Σεπτέμβρη.

 

afiksis3.jpg

7 και 8 Ιουλίου στη Μικρή Επίδαυρο
Συντελεστές:
Μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης
Σκηνοθεσία-Δραματουργική επεξεργασία: Ιώ Βουλγαράκη
Σκηνικά: Άννα Φιοντόροβα
Κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού
Μουσική: Σαβίνα Γιαννάτου
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Παίζουν: Γιώργος Δικαίος, Δέσποινα Κούρτη, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Μαίρη Μηνά, Γιώργος Μπινιάρης, Αργύρης Ξάφης, Γιώργος Παπαγεωργίου
Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου και Εθνικό Θέατρο
Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2017


 

 

 

 

 

 

 

Video

Kalomoira2.jpg

Ροή Ειδήσεων

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία