Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Η Μαρία Πρωτόπαππα μιλάει για όλα στο texnes-plus και φωτογραφίζεται στο σκηνικό της Βιρτζίνια Γουλφ. 

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

φωτογραφίες για το texnes-plus: Κοσμάς Ινιωτάκης

Βρέχει καταρρακτωδώς και το κέντρο της πόλης έχει παραλύσει, το ραντεβού μας είναι στο θέατρο Αθηνών δύο ώρες πριν την παράσταση.

Η Μαρία Πρωτόπαππα φτάνει στην ώρα της ,εν μέσω βροχής, χαλαρά ντυμένη με τη φόρμα της. Λίγα λεπτά αργότερα, φοράει το κουστούμι της παράσταση και είναι έτοιμη για τη φωτογράφιση, πιάνει τα μαλλιά της ένα απλό κοτσάκι, βάζει λίγο κραγιόν και έχει ήδη μεταμορφωθεί σε μια μπαλαρίνα της σκηνής.

Ανάμεσα στα κλικ και τις ερωτήσεις, υπάρχει χρόνος για σχόλια παντός είδους. Η Μαρία μπορεί να ανεβάζει Μπέρχαρντ στο Θέατρο Τέχνης και να πρωταγωνιστεί στο «Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» η ίδια όμως δεν φοβάται να είναι ο εαυτός της.

Ίσως γι’ αυτό να είναιη καλύτερηηθοποιός της γενιάς της και ας πιστεύει εκείνη ότι στην καλύτερη των περιπτώσεων φτάνει το 30% από αυτό που είχε αρχικά στο μυαλό της, όπως θα μου πει στην κουβέντα που θα ακολουθήσει. 

Λίγη ώρα αργότερα, με το ίδιο κουστούμι η μπαλαρίνα θα μεταμορφωθεί σε μια μοναδική Μάρθα και θα χαρίσει στο κοινό μια ακόμη ερμηνεία που θα θυμόμαστε για χρόνια....

maria protopapa 2 texnes plus

Με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη έχεις δουλέψει και στον παρελθόν, σ’ έχει σκηνοθετήσει δύο φορές («Αύγουστος» ,«Ο κύκλος με την κιμωλία»). Αυτή τη φορά είστε μαζί και στη σκηνή. Πώς είναι να παίζεις με τον σκηνοθέτη σου;

Έχει πλάκα! Δεν είναι η πρώτη φορά που παίζω με τον σκηνοθέτη μου και σίγουρα δεν είναι η πιο δύσκολη περίπτωση, γιατί μερικές φορές, μπορεί να γίνει αβάστακτο. Δε σημαίνει, ότι ο Κωνσταντίνος μας αφήνει χαλαρούς, κάθε φορά ζητάει  πράγματα. Το κάνει όμως, με τέτοιο τρόπο ώστε να μην νιώθεις πίεση.

Μάλλον ξέρει καλά τη λειτουργία του ηθοποιού...

Πολύ καλά! Εμένα δεν με πίεσε καθόλου στις  πρόβες και λόγω της σκηνοθεσίας που έκανα στο Τέχνης, δεν ήμουν και η πιο τυπική συνεργάτης. Υπήρχαν πρόβες, όπου δεν  μπορούσα να θυμηθώ λέξη, δεν μπορούσα να πάω παρακάτω! Παρ’ όλα αυτά δεν ένιωσα στιγμή να βράζει μέσα του και να απαιτεί πράγματα. Είναι πάρα πολύ έξυπνος και δεν έχει καθόλου εγωισμό.

Στο  «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» βλέπουμε ένα ζευγάρι που βγάζει τις σάρκες του επί σκηνής. Παρ’ όλα αυτά ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι το έργο είναι αισιόδοξο και ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης έχει δηλώσει ότι το προσέγγισε με βάση τη μεγάλη αγάπη που έχουν αυτοί οι δύο άνθρωποι μεταξύ τους. Εσύ, πώς έχει καταλάβει το έργο;

Εγώ το είδα αθώα και υιοθέτησα κατευθείαν την άποψη του Κωνσταντίνου. Δεν ξεκίνησα με δική μου γνώμη. Είχα διαβάσει πολλές αναλύσεις, που η καθεμία φώτιζε μια άλλη πτυχή του έργου και δεν μπορούσα να φανταστώ  πως θα υλοποιούνταν στο συγκεκριμένο ανέβασμα. Οπότε με το που ξεκινήσαμε τις πρόβες, δουλέψαμε, λεπτομερώς, πάνω στο κείμενο του Άλμπι, ψάξαμε τις διάφορες εκδοχές του, γιατί και ο ίδιος ο Άλμπι έχει κάνει αλλαγές μέσα στα χρόνια. Μας πήρε πολύ καιρό αυτή η διαδικασία, γιατί ουσιαστικά δουλέψαμε λέξη-λέξη. Δέχτηκα από την αρχή την οπτική του Κωνσταντίνου και τώρα βλέπω να επαληθεύεται επί σκηνής. Αυτό το θέατρο, που λέει ότι «να εδώ έχουμε ένα ζευγάρι που σκοτώνεται ή δυο φίλους που τσακώνονται»εμένα δεν μου λέει κάτι...

maria protopapa 3 texnes plus

Είναι ένα πολύ πρώτο επίπεδο...

Ακριβώς, και νομίζω ότι είναι και πολύ στείρο για την εποχή μας. Δεν έχει κάτι να προσφέρει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση παρακολουθούμε δύο ανθρώπους, οι οποίοι έχουν δέσει και είναι μαζί 23 χρόνια. Ο Άλμπι τους έχει βάλει σ’ ένα πανεπιστημιακό περιβάλλον, διαθέτουν και οι δύο ευστροφία και με δυνατό λόγο, μάχονται ο ένας τον άλλον.Στην ουσία όμως, μάχονται τον ίδιο τους τον εαυτό. Ο καθένας προβάλλει στον άλλον τα δικά του λάθη, τις δικές του ελλείψεις ,τους δικούς του φόβους. Είναι πολύ πιο εύκολο να καθρεφτιστείς πάνω στο σύντροφό σου τις αδυναμίες σου.

Μόνο αν αγαπάμε κάποιον πολύ μπορούμε να κάνουμε αυτή την προβολή;

Στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι μόνο το γεγονός ότι αγαπιούνται. Έχουν παράλληλα ένα τέτοιο επίπεδο επικοινωνίας, που αντέχουν μαζί, ενώ ξέρουν ότι παίζεται αυτό το σκληρό παιχνίδι μεταξύ τους. Γνωρίζουν πολύ καλά από που προέρχεται η επίθεση. Γνωρίζουν πολύ καλά τις ελλείψεις τους και αντέχουν να υπάρχουν μαζί. Συνεχίζουν...

Έχεις υπάρξει ποτέ σε σχέση με τόση ένταση;

Εγώ δεν είχα ποτέ μακροχρόνια σχέση, οπότε δεν μπορώ μιλήσω για μια περίπτωση, όπως αυτή της Μάρθας και του Τζώρτζ. Σ’ εκείνους όλα έχουν λιώσει, όλα είναι μιλημένα και προς τα έξω. Αυτό που ξέρω, είναι ότι δύο άνθρωποι ,είτε είναι λίγα χρόνια μαζί είτε περισσότερα δύσκολα λένε όλες τις αλήθειες μεταξύ τους. Αντίθετα το συγκεκριμένο ζευγάρι τις έχει κουβεντιάσει πολλές φορές.

Μακροχρόνια σχέση δεν είχες λόγω δουλειάς, λόγω επιλογής...;

Η ζωή τα φέρνει αυτά..Δεν είναι μόνο θέμα επιλογής. Είναι πολλοί παράγοντες: η τύχη, το πώς είσαι..Για μένα δεν υπάρχει κάποιο σωστό μοντέλο. Επίσης δεν πιστεύω στα στερεότυπα, η ζωή μας είναι μια και μοναδική, αρχίζουμε να περπατάμε έναν δρόμο και στη συνέχεια τραβάμε λαχνούς .Ανάλογα με τον λαχνό προχωράμε.

Ποιος λαχνός νιώθεις ότι σε διαμόρφωσε;

Πάρα πολλοί. Καλλιτεχνικά, το πρώτο είναι ότι ένιωθα συγγένεια με το Θέατρο Τέχνης. Όταν παρακολουθούσα από παίδι εκεί κάποια παράσταση, πάντα γοητευόμουν, και ας μην καταλάβαινα ακριβώς τι γινόταν επί σκηνής. Ήθελα να είμαι εκεί.

Θυμάμαι, να τον εαυτό μου στο σχολείο να περνάω από το Υπόγειο, για να πάω φροντιστήριο, τότε η μαρκίζα και το ταμείο του θεάτρου ήταν στη Σταδίου, και να έχω το κεφάλι μου στραμμένο προς τα εκεί μέχρι που το θέατρο χανόταν από τα μάτια μου. Ένιωθα αυτό το πράγμα να με τραβάει...Τώρα για καλό για κακό δεν ξέρω...

 

maria protopapa 4 texnes plus

Ξεκίνησες όμως για αλλού επαγγελματικά...

Πήγαινα για ιατρική αλλά μετά από μελαγχολία, μοναξιά, κλεισούρα δεν άντεχα άλλο να είμαι κλεισμένη μέσα με τα βιβλία. Οπότε μια μέρα στην Γ’ Λυκείου αποφάσισα να αλλάξω δρόμο. Είχα ξεκινήσει να κάνω προετοιμασία για πρώτη ή δεύτερη δέσμη, αλλά αγαπούσα πολύ το θέατρο. Τότε ήμουν και σε μια ερασιτεχνική ομάδα και ένιωθα ότι με βοηθούσε πολύ να εκφραστώ, γιατί ήμουν και ένα κλειστό παιδί.

Επίσης μου άρεσαν πολλά πράγματα ταυτόχρονα και αν πήγαινα στην ιατρική θα σπούδαζα κάτι πολύ συγκεκριμένο. Οπότε τράβηξα χειρόφρενο και έκανα μια απότομη στροφή. Στεναχώρησα τους γονείς μου και μετά από χρόνια στεναχωρήθηκα και εγώ η ίδια.

Το μετάνιωσες δηλαδή που έγινε ηθοποιός;

Ναι, υπήρξαν στιγμές που το μετάνιωσα! Πολύ βαθιά!

Για ποιο λόγο;

Αισθανόμουν πως έτσι, όπως ήταν τα πράγματα στο θέατρο πολλές δυνατότητες δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν. Υπήρχαν φορές που ένιωθα περιορισμένη.

Τα πρώτα χρόνια;

Όχι, αργότερα...Τώρα πια το έχω πάρει απόφαση, έχω μεγαλώσει! (γελάει) 

Μου κάνει μεγάλη εντύπωση να το ακούω αυτό από εσένα.

Γιατί; Δεν είναι κακό. Πολλές φορές, νιώθω ότι υπάρχει στο θέατρο ένας περιορισμός, σαν να ξεκινάς τα πάντα από το μηδέν.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένη, αναφέρομαι σε μια γνώση και μια εξέλιξη στην τέχνη σου, στην επιστήμη σου, σ’ ό,τι κάνεις, ώστε να έχεις μια σταθερή πορεία εμπλουτισμού. Στο θέατρο για να συμβεί αυτό, χρειάζεται εργατική και αγωνιστική διάθεση και μεγάλη ατομική προσπάθεια και έρευνα.

maria protopapa 6 texnes plus

Τι φταίει γι’ αυτό; Αν είχατε περισσότερο χρόνο για πρόβες, όπως κάνατε τότε με τον Λευτέρη Βογιατζή,θα ένιωθες πιο εξελίξιμη;

 Και πάλι, δεν ξέρω αν ο τρόπος που πρότεινε ο Λευτέρης ήταν κατανοητός από τους όλους τους ηθοποιούς. Παράλληλα, υπήρχε η αγωνία της απόδοσης και η αγωνία του να γίνει μια καλή παράσταση.

Συνεργάστηκα με τον Λευτέρη, όταν ήμουν σίγουρη ότι θα μου έδινε μεγάλη προσοχή και αυτό θα γινόταν μόνο,αν ήμουν πάνω στη σκηνή.

Το μετάνιωσα βέβαια, γιατί μετά κατάλαβα ότι ήταν πιο εύκολο να είμαι έξω να παρακολουθώ γι’ αυτό, όταν ξανασυνεργαστήκαμε δούλεψα ως βοηθός του.

Το πιο πολύτιμο που μου χάρισε η συνεργασία μας είναι ότι άλλαξε ο τρόπος να «ψωνίζω» υλικά. Μου ανοίχτηκε ένα απεριόριστο πεδίο.

Από που «ψωνίζεις» λοιπόν υλικά για τους ρόλους;

Απ΄όλο τον κόσμο, απ’ όλα αυτά που μπορώ να παρατηρήσω... Από όλους τους σκηνοθέτες πήρα πράγματα. Είτε ήταν πολύ νέοι, είτε πολύ έμπειροι, είτε εγώ τα πήγα καλά μαζί τους, είτε όχι σ’ όλους χρωστάω εργαλεία μου.

maria protopapa 7 texnes plus

Και σου αρέσει νομίζω να δουλεύεις με διαφορετικούς σκηνοθέτες.

Ναι, γιατί υπάρχει μια περιέργεια. Τώρα δεν έχω την ίδια φόρα, που είχα μικρότερη. Τώρα θέλω να κάνω κάτι μ’αυτά που έχω αποκομίσει. Παλιά ήμουν σαν μέλισσα, όπως κάθε νέος ηθοποιός, όπου πήγαινα ρουφούσα νέκταρ. Έρχεται κάποια στιγμή που λες τώρα ήρθε η ώρα να δώσω και εγώ πράγματα.

Γι’ αυτό σκηνοθετείς και διδάσκεις φαντάζομαι....

Ναι, θέλω να τα εφαρμόσω και να εξελιχθώ μέσα από αυτή τη διαδικασία. Δεν είμαι σκηνοθέτης και το καταλαβαίνω κάθε φορά που είναι να ανεβάσουμε μια παράσταση. Για να είσαι σκηνοθέτης πρέπει να εστιάσεις σ’ αυτή την τέχνη, η οποία έχει να κάνει με πολλά και κυρίως με την εικόνα. Εμένα πάντα μ’ ενδιέφερε η υποκριτική.

Παρ’ όλα αυτά το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» που σκηνοθέτησες στο Υπόγειο έχει ήδη αποσπάσει πολλές διθυραμβικές κριτικές.

Ναι, δόξα τω Θεώ...

Είναι ένα πολύ δύσκολο κείμενο αυτό το έργο του Μπέρχαρντ. Πώς το επέλεξες;

Δεν θα το διάλεγα ποτέ! Ποτέ δεν θα τολμούσα να βάλω το χέρι μου εκεί...(γελάει) Επιλέχθηκε πρώτα από τα κορίτσια (Στεφανία Γουλιώτη, Λουκία Μιχαλοπούλου)  γιατί ψάχναμε καιρό ένα έργο αλλά κάθε φορά, σ’ όποιο έργο βρίσκαμε υπήρχε ένα κόλλημα. Τα κορίτσια ήθελαν να ξανασυνεργαστούν μετά τον «Θεό της Σφαγής» μου πρότειναν να τις σκηνοθετήσω και δέχτηκα με χαρά. Είχαμε διάφορες περιπέτειες με την παραγωγή κ.λ.π Και όταν μου είπαν να ανεβάσουμε Μπέρχαρντ, ήξερα τι με περίμενε, αλλά είπα «Βουρ στο ψητό!». Μετά ήρθε και ο Αργύρης (Ξάφης) στην παρέα μας. Δεν είχα κανένα άγχος απόδοσης, δεν μ’ ενδιέφερε καθόλου το αποτέλεσμα.

Δεν σε ενδιαφέρει γενικά το αποτέλεσμα;

Εδώ καθόλου, αν είχα αυτό το άγχος δεν θα μπορούσα να πάρω τα πόδια μου!

Κριτικές διαβάζεις;

Πολύ αργότερα, όχι όταν παίζεται κάτι.

Δεν έχει περιέργεια;

Ξέρω τα λάθη μου και τις ελλείψεις μου και όταν έχω εξαντλήσει κάτι που ξέρω διαβάζω τις γνώμες των ανθρώπων γιατί μ’ ενδιαφέρουν οι γνώμες και οι καλές και οι κακές. Δεν μ’ ενδιαφέρει το «μου αρέσει» ή δεν «μ’ αρέσει» μ’ ενδιαφέρει η τεκμηρίωσή του. Θεωρώ εργαλείο τις κριτικές. Για παράδειγμα στο «Ρίττερ, Ντένε, Φος» με βοήθησαν πολύ όλες οι κριτικές που διάβασα και για τις ελληνικές παραγωγές και για τις ξένες. Για μένα οι άνθρωποι που γράφουν εμπεριστατωμένα για παραστάσεις, πέρα από τους αναλυτές, τους θεατρολόγους και τους δραματολόγους, βοηθάνε στην εξέλιξη των καλλιτεχνών.

Στη συγκεκριμένη παράσταση οι αναλύσεις που διάβασα, κυρίως από ξένους θεατρολόγους ήταν αποκαλυπτικές. Εκεί στηρίχθηκα και μετά δούλεψε το ένστικτό μου.

maria protopapa 8 texnes plus

Νομίζω, όμως ότι εδώ υπήρχε μια κοινή γλώσσα και με τους τρεις ηθοποιούς.

Ναι, και αυτό ήταν το πρώτο που χρειάστηκε. Γενικά πιστεύω στην κοινή γλώσσα και σ’ ό,τι έχω κάνει είτε ήταν καλό είτε κακό, είτε έφτασε το 5% του οράματός μου, είτε το 30% η κοινή γλώσσα αποτελούσε πάντα μια σταθερή βάση.  Στη συγκεκριμένη περίπτωση με βοήθησε το γεγονός ότι δεν είχα δει κανένα άλλο ανέβασμα και μπήκα «καθαρή» στη διαδικασία.

Να πούμε ότι η παράσταση έχει και πολύ χιούμορ...

Το ζητάει ο ίδιος ο Μπέρχαρντ, έλεγε : «Διαβάζω τα κείμενά μου για να γελάσω και μέσα στις κωμικές ατάκες έχω ελάχιστες σοβαρές».

Από την άλλη και ο Τσέχωφ, έλεγε ότι γράφει κωμωδίες αλλά τα περισσότερα ανεβάσματα των έργων του στην Ελλάδα έχουν μια σοβαροφάνεια.

Είναι δύσκολο να βρεις το χιούμορ σ’ ένα τέτοιο έργο. Στην προκειμένη περίπτωση αυτά τα κατεβατά, τα χωρίς στίξη, έχουν μια απίστευτη μουσικότητα, στην οποία στηριχθήκαμε.

Σ’ αυτή την περίπτωση, όλα όσα έμαθα από τον Λευτέρη Βογιατζή με βοήθησαν, γιατί εδώ μιλάμε για ένα κείμενο που δεν έχει προσανατολισμό, δεν έχει πρόσημο και δεν ξέρεις καν τις αναφορές του. Οπότε για να το αποκωδικοποιήσεις πρέπει να ψάξεις να βρεις που αναφέρεται η κάθε του λεπτομέρεια. Είναι διάνοια ο συγγραφέας αυτός, έχω πάθει μεγάλο έρωτα και καταλαβαίνω και τον φίλο μου τον Γιάννο Περλέγκα, ο οποίος έχει τέτοια εμμονή μαζί του.

Για να επανέλθουμε στην Βιτζίνια Γουλφ, στο έργο παρακολουθούμε τους δύο ήρωες να κατασκευάζουν καθησυχαστικές ιστορίες για να αποφύγουν ή να αποκρύψουν μια αλήθεια που είναι οδυνηρή. Ζουν για παράδειγμα με το ζωτικό ψεύδος ότι έχουν ένα γιο. Πόσο ανάγκη έχουμε να ζούμε με ψευδαισθήσεις;

O καθένας έχει τα δικά του...(γελάει). Ο καθένας έχει τις ανάγκες του και αν σε κάτι έχει διαψεύσει τον εαυτό του ή τα πρέπει του ή τα θέλω του ή τις επιθυμίες άλλων, μπορεί να χρειάζεται να φοράει αυτές τις μάσκες. Κάποια πράγματα είναι και κοινωνικές επιταγές που σ’ αναγκάζουν να συμπεριφέρεσαι μ’ έναν τρόπο. Τώρα, εδώ ο Άλμπι έχει δημιουργήσει μια κατασκευή, έχει δάνεια από το θεάτρου του παραλόγου, είναι απίστευτος και αυτός. Μιλάμε για ένα έργο τέχνης. Όταν διαφημίζουμε την παράσταση, λέμε για τα ζευγάρια, δεν λέμε για το είδος της τέχνης και αυτό για μένα είναι και λίγο κουραστικό, ώρες-ώρες ....

 Ναι, δεν μιλάμε για ερωτικές ιστορίες σε σαπουνόπερες...

  Ακριβώς,αυτά είναι έργα Τέχνης και δυστυχώς, όταν μια παράσταση απευθύνεται σε ένα μεγάλο μέρος κοινού, είναι πράγματα στα οποία δεν αναφερόμαστε και μένουμε μόνο στη σχέση των ζευγαριών. Ο Άλμπι έχει χρησιμποιήσει αυτό το κόλπο, έχει βάλει δύο ζευγάρια διαφορετικών ηλικιών να παίζουν αυτό το παιχνίδι. Ακόμα και η Νέα Καρχηδόνα, όπου διαδραματίζεται η ιστορία δεν είναι τυχαία επιλογή. Μιλάμε για μια Μητρόπολη που μπορούσε να ανταγωνιστεί τη Ρώμη και δεν υπάρχει πια. Η αλληγορία δίνει και παίρνει στο έργο του Άλμπι.

 Υπάρχει, όμως και μια μερίδα του κοινού που έρχεται ακριβώς γι’αυτές τις οπτικές του έργου και του συγγραφέα...

 Βεβαίως, και υπάρχει! Και στο «Ρίττερ, Ντένε, Φος» δεν περιμέναμε επίσης τέτοια ανταπόκριση γιατί μιλάμε για ένα ελιτίστικο έργο, δεν είναι ένα λαϊκό θέαμα.

 maria protopapa 10 texnes plus

Θα επανέλθω στην ερώτηση, έχει τύχει σε κάποια φάση της ζωής σου εν γνώση σου να ζεις μ’ ένα ζωτικό ψεύδος, ένα παραμύθι;

 Νομίζω, ότι τα πραγματικά μας ζωτικά ψεύδη δεν τα ξέρουμε. Πρέπει να μας τα πει κάποιος άλλος ή ψυχοθεραπευτής ή ο άνθρωπός μας και πάλι όμως είναι πολύ δύσκολο. Γιατί αν αγαπάς κάποιον πολύ δύσκολα φέρνεις μπροστά τους μια σκληρή αλήθεια. Εγώ, όταν κατάλαβα ψευδαισθήσεις των ανθρώπων, που αγαπάω και ότι αυτές τους δίνουν ώθηση για να συνεχίσουν, φωτίστηκε κάτι μέσα μου. Αναρωτήθηκα: «Εγώ τα δικά μου τα βλέπω;». Δεν νομίζω ότι τα βλέπω...Ακόμα και αυτό που λες ότι έκανα μια επιτυχία και θα με βοηθήσει να πάω παρακάτω και αυτό ακόμη ένα ζωτικό ψεύδος είναι.

 Γιατί να είναι ζωτικό ψεύδος η ώθηση που σου δίνει μια καλή δουλειά;

 Γιατί σημασία έχει μόνο το μοίρασμα εκείνη την ώρα με κάποιους ανθρώπους που μπορούμε να πάμε τη σκέψη μας παρακάτω, σαν ένας μικρός συλλογικός νους, σαν μια μικρή συλλογική σκέψη, την οποία δεν μπορείς να μοιραστείς με πολύ κόσμο. Αυτά είναι ζωτικά ψεύδη, τα οποία μοιραζόμαστε όλοι μαζί στη σκηνή και μας δίνουν κίνητρο. Μας συντηρούν στο δρόμο που είμαστε.

Έχω την αίσθηση, ότι δεν σ’ ενδιαφέρει να μαθαίνεις τι γίνεται στα καλλιτεχνικά δρώμενα και ότι αποφεύγεις όπως ο διάβολος το λιβάνι τα social media, τους φωτογράφους κ.λπ.  Για παράδειγμα δεν σε βλέπουμε σε επίσημες.Είναι έξω από εσένα όλα αυτά;

Θέλω να μαθαίνω  τι γίνεται με τις παραστάσεις. Τώρα όσον αφορά τις πρεμιέρες δεν έχω χρόνο και όταν τον βρω, έχω ανάγκη να χαλαρώνω, γιατί δίνω μεγάλη ψυχική ενέργεια στη δουλειά μου.Βέβαια, έχεις δίκιο, ότι δεν είναι το καλύτερο μου το κοινωνικό κομμάτι.

Θα μου άρεσε να βλέπω παραστάσεις , χωρίς να ξέρει κανείς ότι έχω πάει. Πολλές φορές, ντρέπομαι να πάω στα καμαρίνια και να μιλήσω σε συναδέλφους, ενώ μου αρέσει η παράσταση, αλλά ντρέπομαι, νιώθω άσχημα με τόσο κόσμο. Με πιάνει κάτι σαν αγοροφοβία και το ξέρω ότι κάποιοι συνάδελφοι μπορεί να μ’ έχουν παρεξηγήσει, αλλά δεν το κάνω για άλλο λόγο. Είναι μέρες που θέλω να βάλω τσεμπέρι και να κρυφτώ!

maria protopapa 11 texnes plus

Πώς ονειρεύεσαι τον εαυτό σου σε δέκα χρόνια; Θα ήθελες να παίζεις..

 Να παίζω, όχι! Τουλάχιστον, όχι με τέτοιο ρυθμό. Θα ήθελα να έχω το θάρρος να δοκιμάζω διαφορετικά πράγματα αλλά είναι η δουλειά τέτοια που δύσκολα γίνεται. Είναι θέμα βιοπορισμού.

Πες μου κάποια διαφορετικά πράγματα που θα σου άρεσαν να κάνεις.

Θα ήθελα να διαβάσω πράγματα, να ζήσω με διαφορετικούς ανθρώπους, σε διαφορετικά μέρη, να γνωρίσω τον κόσμο! Θα ήθελα να ασχοληθώ με την γλώσσα, μ’ ενδιαφέρει πολύ η γλωσσολογία και η σχέση της με την ψυχολογία και την ανθρωπολογία.

 maria protopapa 9 texnes plus

 

Η Μαρία Πρωτόπαππα πρωταγωνιστεί στο  «Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» στο Θέατρο Αθηνών

 
Συντελεστές
 
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη
Σκηνικά: Αθανασία Σμαραγδή
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Κοστούμια: Μαρία Κοντοδήμα
Μουσική: Μίνως Μάτσας
Βοηθοί σκηνοθέτη: Στέλλα Ψαρουδάκη - Νίκος Μανουσάκης
Επιμέλεια προγράμματος: Νίκος Μανουσάκης
Παραγωγή: Κάρολος Παυλάκης                                                                           
 
 
 Διανομή (με σειρά εμφάνισης)
 
Μάρθα:  Μαρία Πρωτόπαππα
Τζωρτζ: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
Χάνι: Ντάνη Γιαννακοπούλου
Νικ: Προμηθέας Αλειφερόπουλος

 

Και σκηνοθετεί το «Ρίττερ,Ντένε,Φος» στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης με τη Στεφανία Γουλιώτη, τη Λουκία Μιχαλοπούλου και τον Αργύρη Ξάφη. 

 

 

Διαβάστε επίσης: 

Είδα Το «Ρίττερ,Ντένε,Φος», Σε Σκηνοθεσία Μαρίας Πρωτόπαππα

 

Η Λουκία Μιχαλοπούλου Έγινε Ηθοποιός, Γιατί Ονειρευόταν Να Παίξει Στην Επίδαυρο (Συνέντευξη)

 

Στεφανία Γουλιώτη: «Στις Πρόβες Διαλύομαι Γνωρίζοντας Τον Εαυτό Μου»

Απο τη Γιώτα Δημητριάδη 

φωτό:Σταύρος Χαμπάκης

 

Υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στα έργα του Τόμας Μπέρνχαρντ και των ηθοποιών- σκηνοθετών που τα ανεβάζουν στις αθηναϊκές σκηνές. Ίσως, αυτό να αποτελεί και μια ερμηνεία για την επιλογή τους να ζωντανέψουν τα καταγγελτικά και «δύσκολα» για τη δική μας κουλτούρα κείμενα του Αυστριακού συγγραφέα. Έργα όμως, ανατριχιαστικά κυνικά απέναντι στο πτώμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Η κοινή συνισταμένη αφορά το πρώτο ανέβασμα του έργου «Ρίττερ, Ντένε, Φος» το 1991, στο Θέατρο Οδού Κυκλάδων σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή. Αρκετά χρόνια αργότερα, είδαμε το έργο σε σκηνοθεσία τριών άλλων σημαντικών μελών της «Σκηνής»: του Δημήτρη Καταλειφού, της Ράνιας Οικονομίδου και της Άννας Κοκκίνου, στο θεάτρο της τελευταίας (2012).  

Στη συνέχεια ο Γιάννος Περλέγκας σημείωσε μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία με τον «Αδαή και τον Παράφρωνα» (2015 πρώτο ανέβασμα στην Πειραματική του Εθνικού Θέατρου). Η παράσταση χάρισε στην Ανθή Ευστρατιάδου το βραβείο Μελίνα Μερκούρη (2017). Ο ίδιος ο Περλέγκας, είχε συνεργαστεί με τον Λευτέρη Βογιατζή, ενώ έχει δηλώσει ότι είχε παρακολουθήσει το «Ρίττερ, Ντένε, Φος», σε ηλικία δέκα ετών και είχε μαγευτεί.

Αντίθετα, ο νεότερος Δημήτρης Καρατζάς, δεν πρόλαβε να δουλέψει με τον Λευτέρη Βογιατζή αλλά επηρεασμένος και εκείνος από τις παραστάσεις του, παρουσίασε στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων την «Πλατεία Ηρώων» (2016) το τελευταίο έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ (γραμμένο ένα χρόνο πριν πεθάνει το 1989) με ηθοποιούς που είχαν συνεργαστεί μαζί του.

Και φτάνουμε στο σήμερα, όπου η Μαρία Πρωτόπαππα σκηνοθετεί το «Ρίτερ, Ντένε, Φος». Τόσο η ίδια, όσο και η Στεφανία Γουλιώτη και η Λουκία Μιχαλοπούλου είναι ηθοποιοί, που έχουν ρίξει πολύ θεατρικό ιδρώτα, πλάι στον Λευτέρη Βογιατζή.

Ο τίτλος του έργου παραπέμπει σε τρία γνωστά επίθετα Αυστριακών ηθοποιών, οι οποίοι πρωταγωνίστησαν, στο πρώτο ανέβασμα του έργου, στο φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ το 1986.

Στην πρώτη πράξη οι δύο αδερφές εμφανώς ανήσυχες, ετοιμάζουν το τραπέζι- έδαφος για την άφιξη του αδερφού τους από το ψυχιατρείο.

Η όλη αναμονή του προσώπου, θέμα προσφιλές με το «Περιμένοντας τον Γκοντό», δικαιολογεί απόλυτα και τον χαρακτηρισμό των γερμανόφωνων κριτικών για τον Μπέρχαρντ, «Ο Μπέκετ των Άλπεων».


Η δεύτερη πράξη, ξεκινά με την είσοδο  του αδερφού και τη μετατροπή  της μεγαλοαστικής τραπεζαρίας σε κόλαση και αρένα για τα τρία αδέρφια.

Με τους γονείς απόντες, αλλά τελικά ουσιαστικά παρόντες, ο θεατής παρακολουθεί ένα δυνατό ματς ιδεών προσπαθώντας να καταλάβει ποιος από τους τρεις είναι τελικά ο πιο άρρωστος ψυχικά.

Ψυχώσεις, σύνδρομα οιδιπόδεια και ανεκπλήρωτοι στόχοι βουλιάζουν τους τρεις ήρωες στην κατά Σάρτρ «κόλαση είναι οι άλλοι». Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο φιλόσοφος: «Οι άλλοι άνθρωποι αποτελούν την κόλαση από την άποψη ότι από την στιγμή που γεννιέστε βρίσκεστε σε μια κατάσταση στην οποία είστε αναγκασμένος να υποταχτείτε. Γεννιέστε σαν γιος ενός πλουσίου, ή ενός Αλγερινού, ή ενός γιατρού, ή ενός Αμερικανού. Και το μέλλον σας είναι αυστηρά προσχεδιασμένο, ένα μέλλον που έφτιαξαν άλλοι για σας. Δεν το δημιούργησαν άμεσα, αλλά αποτελούν ένα μέρος μιας κοινωνικής τάξεως που κάνουν αυτό που είσθε. Όλα αυτά σωριάστηκαν πάνω σας από άλλους ανθρώπους. Κι η σωστή περιγραφή της υπάρξεως αυτής είναι κόλαση».

Αυτά ακριβώς τα λόγια από το βιβλίο «Ο υπαρξισμός είναι ανθρωπισμός» (εκδ. Ρούγκα) έρχονται να δέσουν με το οικογενειακό υπόβαθρο της οικογένειας Βόρρινγκερ.

Ο διαρκώς εξαγριωμένος συγγραφέας, εδώ ασκεί κριτική   στην πνευματική ανεπάρκεια, στην αδυναμία της σκέψης να ανθίσει και να εξελιχθεί μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον ευνουχιστικό, αλλά και στη λειτουργία της τέχνης και της επιστήμης μέσα σε ένα πεδίο άκρατου καταναλωτισμού, «Αν έχεις το 51% των μετοχών του θεάτρου, παίζεις όποτε σου κάνει κέφι» αναφωνεί η Ρίττερ. Όλα τα παραπάνω έρχονται στο φως μ’ αφορμή αυτό το δείπνο.

RitterDeneVoss printStavrosHabakis 6

Η σκηνοθεσία της Μαρίας Πρωτόπαππα δεν άφησε τίποτα στην τύχη. Αντίθετα, με χειρουργική ακρίβεια, έχει δουλέψει κάθε σκηνή και στιγμή των τριών ηθοποιών της. Καμία κίνηση δεν είναι περιττή, καμία έκφραση υπερβολική. Όλα στέκουν, ακόμα και αυτά που υπαινίσσεται ο Μπέρχαρντ, μέσα από τα προσωπικά του βιώματα.

Ο δύσκολος λόγος του συγγραφέα, μοιάζει να ανθεί στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης και ο θεατής δεν θέλει να χάσει λεπτό από όλα όσα διαδραματίζονται στη σκηνή.

Οι γεννήτορες των ηρώων, οι οποίοι είναι όπως προαναφέρθηκε, απόντες αλλά ουσιαστικά παρόντες, σ’ αντίθεση με τα συνήθη ανεβάσματα δεν απεικονίζονται στα πορτρέτα.Αντίθετα οι κορνίζες είναι άδειες. Μ’ αυτόν τον τρόπο η σκηνοθεσία κλείνει το μάτι στο θεατή να δει μέσα σ’ αυτά τα κάδρα τους δικούς του γονείς ή να επανεξετάσουν τη στάση τους στο γονεϊκό ρόλο. 

Οι μόνοι πίνακες με μορφή είναι των δύο αδερφών της οικογένειας, φιλοτεχνημένοι από τη Νατάσα Πουλαντζά. Μορφές ακαθόριστες, επηρεασμένες από τον εξπρεσιονιστή Έντβαρτ Μουνκ, που διατηρούν όμως παράλληλα κι ένα προσωπικό στοιχείο, μια παιδικότητα, που χαρακτηρίζει τη Ρίττερ και τη Ντένερ.
Πράγματι, αυτή η παιδικότητα, είανι από τα πολλά χαρακτηριστικά των ηρωίδων, που φέρνουν στη σκηνή η Στεφανία Γουλιώτη και η Λουκία Μιχαλοπούλου. Η δεύτερη σκηνική τους σύμπραξη μετά τον «Θεό της Σφαγής», δικαιώνει την κοινή τους επιθυμία να δουλέψουν  ξανά μαζί.

Η σκηνική χημεία θριαμβεύει και η επικοινωνία  τους με τον Αργύρη Ξάφη είναι μοναδική! Όχι, ότι περιμέναμε κάτι λιγότερο από αυτό το ερμηνευτικό τρίο. Ο πήχης ήταν ήδη πολύ ψηλά από την είδηση της παράστασης και γι' αυτό το εγχείρημα για τους ηθοποιούς ακόμα πιο δύσκολο.  

Το πιο σημαντικό, όμως, σ’ αυτές τις τρεις σπουδαίες ερμηνείες, κατά τη γνώμη, είναι ότι δεν αφέθηκαν στιγμή στις ευκολίες τους. Καμία ένταση δεν είναι επιφανειακή, κανένα αστείο δεν λέγεται για να ειπωθεί, καμία ειρωνεία δεν υπερπαίζεται. 

Η Στεφανία Γουλιώτη είναι απολαυστική ως Ντένε, η κίνησή της την ώρα που στρώνει το τραπέζι θα μπορούσε να ήταν μια παράσταση από μόνη της. Μέσα από την υπερπροστατευτική στάση της για τον αδερφό της, καταφέρνει να μεταδώσει και την κρυμμένη σατανικότητα, τον ερωτισμό, την αντιζηλία και το μητρικό ένστικτο, που μαραζώνει στο κορμί της. 

Η Λουκία Μιχαλοπούλου ως Ρίττερ, ισορροπεί μοναδικά ανάμεσα στο πληγωμένο παιδί και την εκδικητική γυναίκα. Η ασυνείδητη απελπισία της, η  ζήλια κι η αφόρητη ανάγκη να αγαπηθεί χτίζουν έναν ολοκληρωμένο και απολαυστικό χαρακτήρα.

Ο Αργύρης Ξάφης, άμα τη εμφανίσει, πείθει για φρενοβλαβής, σώμα, βλέμμα και λόγος στα κόκκινα, χωρίς στιγμή όμως να αντιμετωπίζει τον ήρωά  του σαν μια παθολογική περίπτωση. Ο Φος του έχει στοιχεία πέρα από την τρέλα και ο ηθοποιός καταφέρνει να τα επικοινωνήσει επί σκηνής, να συγκινήσει και να προβληματίσει, επιτυχγάνοντας  αριστοτεχνικά, μοναδική ισορροπία, ανάμεσα  την εξωστρέφεια και στο συναισθηματικό βύθισμα που απαιτεί ο ρόλος.

Το σκηνικό του Σάκη Μπιρμπίλη είναι αφαιρετικό σ’ αντίθεση με τα ασφυκτικά πλουμιστά σκηνικά, τα οποία επιλέγονται συνήθως για να δικαιολογήσουν το «μαυσωλείο» και την αποπνικτική ατμόσφαιρα. Αυτή η επιλογή σε συνδυασμό με τον υπαινικτικό για τις αγριότητες των ΝΑΖΙ τοίχο με τους αριθμούς, μάλλον διευκολύνει την παρακολούθηση της παράστασης. Εξαιρετικοί και οι φωτισμοί του.

Αντίθετα, τα κουστούμια του Άγι Παναγιώτου μοιάζουν ανέμπνευστα και πρόχειρα.

Η μουσική του Λόλεκ είναι διακριτική, δεν επισκιάζει τις ερμηνείες και δεν «υπογραμμίζει» τίποτα.

Μια από τις καλύτερες παραστάσεις που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια στο Θέατρο Τέχνης, η οποία τιμά την ιστορία του και μας κάνει να ατενίζουμε το μέλλον με αισιοδοξία. Δεν νοείται θεατρόφιλος να την χάσει, τρεις ερμηνείες διαμάντια και μια ευφυής μέσα στην φαινομενική απλότητά της σκηνοθεσία. 

 

Διαβάστε επίσης:

Η Λουκία Μιχαλοπούλου Έγινε Ηθοποιός, Γιατί Ονειρευόταν Να Παίξει Στην Επίδαυρο (Συνέντευξη)

 

Μαρία Πρωτόπαππα: «Για Να Ξεφοβηθώ Δανείζομαι Την Εμπειρία Της Έμμα Ρέγιες»

 

Στεφανία Γουλιώτη: «Στις Πρόβες Διαλύομαι Γνωρίζοντας Τον Εαυτό Μου»

Από τη Γιώτα Δημητριάδη 

Μετά τον «Βυσσικονήπο» του Τσέχωφ στο Θέατρο Χορν, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης συνεχίζει να βάζει τον πήχη ψηλά και ανεβάζει στο «Αθηνών» την επόμενη χρονιά το αριστούργμα του Έντουαρντ Άλμπι «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ»!

Όπως, ήδη, έχει ανακοινωθεί στο ρόλο του Τζορτζ και της Μάρθας, θα δούμε τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη και την Μαρία Πρωτόπαππα.

Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του texnes-plus,τον υπόλοιπο θίασο θα συμπληρώσουν ο ταλαντούχος Προμηθέας Αλειφερόπουλος στο ρόλο του Νικ και η ανερχόμενη Ντάνυ Γιαννακοπούλου στο ρόλο της Χόνεϊ.

Αναμένουμε με αγωνία την παράσταση!

Λίγα λόγια για την υπόθεση του έργου:

Ο Τζορτζ (Ρίτσαρντ Μπάρτον) είναι καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας σε ένα μικρό κολέγιο στη Νέα Αγγλία, παντρεμένος με τη Μάρθα (Ελίζαμπεθ Τέιλορ, κόρη του προέδρου του κολεγίου). Μετά τα μεσάνυχτα, ένα φθινοπωρινό βράδυ επιστρέφουν σπίτι τους μετά από μια δεξίωση στην πανεπιστημιούπολη. Η Μάρθα και ο Τζορτζ είναι ένα προβληματικό ζευγάρι που ανταλλάσσουν συνέχεια προσβολές και ζουν σε ένα διώροφο σπίτι μέσα στην πανεπιστημιούπολη. Η Μάρθα ανακοινώνει ότι περιμένουν καλεσμένους, ένα νεαρό ζευγάρι, τον Νικ, ένα νεαρό διδάσκοντα και τη σύζυγό του Χόνεϊ.

Μπροστά στο νεαρό ζευγάρι ο Τζορτζ και η Μάρθα αρχίζουν ένα προσωπικό πόλεμο προσβολών και ντροπιαστικών ιστοριών από το παρελθόν τους. Ο Τζορτζ τελικά προσποιείται ότι σκοτώνει τη Μάρθα με ένα όπλο-ομπρέλα, προκαλώντας στιγμιαία τον τρόμο όλων των υπολοίπων. Η Μάρθα αντεπιτίθεται και ο Τζορτζ αντιδρά με το σπάσιμο ενός μπουκαλιού γεμάτου με αλκοόλ. Μετά από ένα ιλιγγιώδη χορό η Χόνεϊ κάνει εμετό και η Μάρθα πηγαίνει να τη βοηθήσει. Οι δύο άντρες αποσύρονται στον κήπο και αρχίζουν να συζητούν τους γάμους και την οικογενειακή ζωή τους, αποκαλύπτοντας μυστικά που εξηγούν εν μέρει την κατάστασή τους. Το αλκοόλ βοηθάει να αποκαλυφθούν ένοχα μυστικά, όπως ότι ο Νικ αναγκάστηκε να παντρευτεί τη Χόνεϊ επειδή νόμιζαν ότι είναι έγκυος, ότι ο πατέρας της Χόνεϊ έγινε πλούσιος ως ψευδοϊεροκήρυκας που εκμεταλλευόταν την αφέλεια των πιστών και ότι η Μάρθα μεγάλωσε με μητριά που είχε μεγάλη περιουσία, ενώ ο Τζορτζ αφηγείται την ιστορία ενός παιδιού που σκότωσε κατά λάθος πρώτα τη μητέρα του και μετά τον πατέρα του.

 

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

«Όσο πιο άθλιοι είμαστε, τόσο καλύτερα θέλουμε να φαινόμαστε»

Η σκηνή του Θεάτρου Τέχνης στη Φρυνίχου, πριν ακόμη ξεκινήσει η παράσταση, σε προετοιμάζει για την οπτική της σκηνοθεσίας, που ανεβάζει το έργο σαν :«Ένα θρησκευτικό-υπαρξιακό μελόδραμα υπό μορφήν ιταλικής κωμωδίας».

Ψηλά στον εξώστη δεσπόζει το κεντρικό μέρος από τον τρίπτυχο πίνακα του Ιερώνυμου Μπος «Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων», το πιο γνωστό και φημισμένο έργο του ζωγράφου, το οποίο, λόγω της πολυπλοκότητας των συμβολισμών του, έχει οδηγήσει σε ποικίλου εύρους ερμηνείες.

na ntusoyme gumnous kritiki

Οι ιστορικοί τέχνης του 20ού αιώνα είναι διχασμένοι ανάμεσα στο αν το κεντρικό πάνελ αποτελεί ηθική προειδοποίηση ή πανόραμα του απωλεσθέντος παραδείσου. Γεγονός που ταιριάζει απόλυτα και σ’ όλη τη φιλοσοφία του Πιραντέλο: «Είμαστε ένας και παράλληλα είμαστε τόσα πρόσωπα, όσα μας βλέπουν οι άλλοι. Δεν μπορούμε να ξέρουμε ποιοι είμαστε πραγματικά». Η αιώνια σύγκρουση μεταξύ μορφής και ζωής την οποία συναντάμε και στο «Να ντύσουμε τους γυμνούς».

Ενδιαφέρον έχουν κι οι ψυχαναλυτικές διαστάσεις του έργου του, αφού τα απόκοσμα πλάσματα κι οι παραληρηματικές εικόνες του πίνακα «Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων», αποδίδονται σε οράματα του υποσυνείδητου ή του ασυνείδητου.

Σχετικές έρευνες έχουν παρουσιάσει ακρογωνιαίοι λίθοι της ψυχανάλυσης και ψυχιατρικής, όπως οι Ζακ Λακάν (Το στάδιο του καθρέφτη) και Μισέλ Φουκό (Η ιστορία της τρέλας). Είναι αμέτρητα τα αποτυπώματα κι οι επιρροές του Ιερώνυμου Μπος σε κινηματογραφικές ταινίες σπουδαίων δημιουργών, όπως οι Τζορτζ Λούκας, Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο και Ρίντλεϊ Σκοτ.

Το εξαιρετικής αισθητικής σκηνικό της Γεωργίας Μπούρα, συμπληρώνουν και τα επτά μεγάλα επίπεδα, σαφής αναφορά στα επτά πιο σοβαρά ανθρώπινα αμαρτήματα σύμφωνα με την Καθολική εκκλησία, όπως τα εισήγαγε ο Πάπας Γρηγόριος Α ( Magna Moralia). Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο Μπος έχει φιλοτεχνήσει πίνακα με το ανάλογο θέμα.

Ένα μεγάλο μαύρο κοράκι, δεξιά της σκηνής, προοικονομεί το τραγικό φινάλε.

na ntusoumetous gumnous texnes plus

Σύμφωνα με την ιστορία, η οποία για τον σημερινό θεατή δεν θα ήταν υπερβολή, αν λέγαμε ότι θυμίζει σαπουνόπερα, η Ερσίλια Ντρέι, η γκουβερνάντα της μικρής κορούλας του Πρόξενου της Ιταλίας στην Σμύρνη, αποπειράται να αυτοκτονήσει. Το τραγικό δυστύχημα της μικρούλας, αποκαλύπτει τη μυστική σχέση της Ερσίλια με το αφεντικό της με αποτέλεσμα η μητέρα του κοριτσιού να την διώξει από το σπίτι. Μέσα στην απελπισία της μαθαίνει ότι κι ο αρραβωνιαστικός ετοιμάζεται να παντρευτεί άλλη.

Η ιστορία της δημοσιεύεται στην εφημερίδα κι ένας σπουδαίος συγγραφέας, ο Λουντοβίκο Νότα, ενθουσιασμένος με τον ρόλο που διαδραματίζει η δυστυχισμένη Ερσίλια σε αυτό το δράμα, την παίρνει υπό την προστασία του, όταν εκείνη βγαίνει από το νοσοκομείο, αφού προηγουμένως κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή μετά το απονενοημένο διάβημά της.

Όλα αυτά, βέβαια, σε ένα πρώτο επίπεδο, καθώς η μια αποκάλυψη θα φέρει την άλλη και μέχρι το φινάλε, η αριστοτεχνική δομή του έργου και το χτίσιμο των χαρακτήρων δεν επιτρέπουν στον θεατή να βγάλει σίγουρα συμπεράσματα για την αλήθεια των γεγονότων.

Η μεγάλη τέχνη του Πιραντέλο έγκειται στο γεγονός ότι είναι βαθύτατα ανθρώπινη. Τα πρόσωπά του μπορεί να φαίνεται ότι χάνονται σε ακατανόητες συζητήσεις, αλλά, πάνω απ’ όλα, συγκινούν τον θεατή οδηγώντας τον εύκολα σε αντιστοιχίες ζωής.

Βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα όλη τη σκηνοθετική προσέγγιση του Γιάννου Περλέγκα, η οποία μας χάρισε ένα διαφορετικό πιραντελικό ανέβασμα,πιο εγκεφαλικό,όπως μας έχει συνηθίσει, άλλωστε, και στις προηγούμενες σκηνοθεσίες του.

Στην παράσταση του Τέχνης, μοιάζει να βάζει στο μικροσκόπιο τόσο τη σύγκρουση μορφής-ζωής, όσο και την περιπέτεια του καλλιτεχνικού νου αναζητώντας ερεθίσματα από τον καθημερινό βίο. «Η ιστορία σου με άγγιξε πιο πολύ όχι για να τη ζήσω, αλλά για να τη γράψω», θα πει ο Νότα στην Εσρίλια.

Στιγμές - στιγμές, όμως, μερικά ευρήματα έμοιαζαν να μην λειτουργούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το εμβόλιμο ηχητικό απόσπασμα από την «Μπαλάντα των μανάδων» του Πιερ Παολο Παζολίνι ή η σκηνή με την αναποδογυρισμένη μπανιέρα.

Παράλληλα, σε κάποιες σκηνές η μετάφραση (της Ελένη Γεωργίου και του Γιάννου Περλέγκα) δεν κατάφερε να αφαιρέσει τη φλυαρία κάποιων χαρακτήρων.

Επιπλέον, σε κάποιες σκηνές, έχω την αίσθηση ότι έγινε κατάχρηση της μουσικής του Κορνήλιου Σελαμσή, η οποία μαζί με τις ιταλικές φράσεις που κρατήθηκαν σ’ έβαζε σ’ ένα ναπολιτάνικο κλίμα, το οποίο εξελισσόταν, ταυτόχρονα, με το άχρονο σκηνικό των εφτά επιπέδων προσδίδοντας μια άλλη διάσταση στη συνολική οπτική, χαρίζοντας, με αυτόν τον τρόπο, στην παράσταση και τις πιο κωμικές στιγμές της.

Από τις ερμηνείες των εκλεκτών ηθοποιών μόνο ενθουσιασμένος μπορεί να μείνει ο θεατής.

Ευχαριστήθηκα πολύ την Εύη Σαουλίδου, δεν θυμάμαι να την έχω ξαναδεί σ’ ένα τόσο μπριόζικο ρόλο, κι ήταν και εδώ απολαυστική ως κουτσομπόλα σπιτονοικοκυρά.

Η Ερσίλια της Μαρίας Πρωτόπαππα κατάφερε να μεταδώσει την απόγνωση της ηρωίδας, «Η ζωή που θέλησα να τερματίσω με έχει αρπάξει με τα δόντια της», χωρίς να πέσει στην παγίδα του μελό,αφού η ερμηνεία της είχε μια εντυπωσιακή εσωτερικότητα.

Λίγο αμήχανος σε μερικές σκηνές, αλλά γενικότερα καλός, ο Φράνκο Λασπίγκα του Θάνου Τοκάκη.

Απόλυτα πειστικός ο Λουντοβίκο Νότα του Θανάση Δήμου.

Μεστός και δυναμικός, χωρίς να χάνει την τραγικότητά του ο πρόξενος Γκόττι του Γιάννου Περλέγκα. Μοναδικής δυναμικής το σκηνικό του ντουέτο με την Μαρία Πρωτόπαππα, λίγο πριν το φινάλε.

Ενδιαφέρουσες ερμηνείες κι από τους δύο νεότερους του θιάσου, τον Στέργιο Κοντακιώτη και τη Μάγδα Καυκούλα.

Το άρτιο εικαστικό αποτέλεσμα της παράστασης συμπληρώνουν τα κουστούμια της Λουκίας Χουλαρά κι οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του Νίκου Βλασσόπουλου.

Μια παράσταση που δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο κανέναν θεατρόφιλο και που αν η διάρκειά της ήταν μικρότερη θα φλέρταρε με την τελειότητα.

*Φωτογραφίες Σταύρος Χαμπάκης

 

Διαβάστε επίσης:

Είδα Το «Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε», Σε Σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου

Ο Τσέζαρις Γκραουζίνις, μετά την επιτυχία του Επτά επί Θήβας, επιστρέφει στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, την Παρασκευή 6 Ιουλίου και το Σάββατο 7 Ιουλίου, με τον Αγαμέμνονα. Στο πρώτο έργο της τριλογίας της Ορέστειας του Αισχύλου, παρακολουθούμε την επιστροφή του στρατηγού Αγαμέμνονα στο Άργος, μετά το τέλος του Τρωικού πολέμου. Η υποδοχή της Κλυταιμήστρας μοιάζει θερμή, όμως κρύβει ένα οργανωμένο σχέδιο εκδίκησης, που έχει καταστρώσει μαζί με τον Αίγισθο, προκειμένου να εκδικηθεί τη θυσία της Ιφιγένειας, που σφαγιάστηκε για να ξεκινήσουν τα πλοία προς την Τροία. Καθώς η Κλυταιμήστρα δολοφονεί τον Αγαμέμνονα και την αιχμάλωτη πριγκίπισσα Κασσάνδρα, ακολουθεί τον κύκλο του αίματος του οίκου των Ατρειδών που ξεκίνησε με την Ιφιγένεια και συνεχίζεται στις επόμενες τραγωδίες της τριλογίας.

Στο διπλό ρόλο του Αγαμέμνονα και του Αίγισθου ο Γιάννης Στάνκογλου. Κλυταιμήστρα η Μαρία Πρωτόπαππα. Μαζί τους ο Θοδωρής Κατσαφάδος, ο Αργύρης Πανταζάρας, η Ιώβη Φραγκάτου και 12μελής χορός. Το έργο ανεβαίνει σε νέα μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα και πρωτότυπη μουσική του Χάρη Πεγιάζη.

 Μετά την Επίδαυρο θα ακολουθήσει περιοδεία. 

 

Σημείωμα του σκηνοθέτη:

Αυτή η ιστορία του Αισχύλου εκφράζει με εκπληκτική δύναμη το παράλογο της ανθρώπινης μοίρας.

Πράγματι, χάνουμε αέναα στον αγώνα με το φόβο μας.

Πράγματι, φτιάχνουμε πολιτείες ασταμάτητα και είμαστε αιχμάλωτοι στις φυλακές που χτίζουμε εκούσια με τα ίδια μας τα χέρια.

Πράγματι, περιμένουμε σωτήρες και όταν τελικά εμφανιστούν συνειδητοποιούμε ότι δεν αξίζουν παρά τον οίκτο μας.

Πράγματι, αυτό που ονομάσαμε "δικαιοσύνη", μας οδηγεί αργά ή γρήγορα στο έγκλημα.

Όλοι είμαστε ένοχοι.

Η τιμωρία είναι αναπόφευκτη.

Ευτυχισμένος είναι εκείνος που κατάφερε ν' απαλλαγεί απ' τις ελπίδες και τις προσδοκίες του και έμαθε την υπομονή.

Ο κόσμος του "Αγαμέμνονα" είναι ζοφερός. Αλλά επιτρέψτε το ταξίδι μας στον κόσμο του να είναι ουσιαστικό και συναρπαστικό, γιατί πιστεύω ότι η οδηγός μας - η Ποίηση - γνωρίζει το δρόμο προς τη χαρά.      

Με αγγλικούς υπέρτιτλους.

Συντελεστές:

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις
Σκηνικά – Κουστούμια: Κέννυ ΜακΛέλλαν
Μουσική-Μουσική Διδασκαλία: Χάρης Πεγιάζης

Κίνηση: Έντι Λάμε
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος

Βοηθός Σκηνοθέτη: Συγκλητική Βλαχάκη

Βοηθός Ενδυματολόγου: Σοφία Βάσο

Σύμβουλος Δραματουργίας: Παναγιώτης Σκούρας

Παίζουν:
Μαρία Πρωτόπαππα, Γιάννης Στάνκογλου, Αργύρης Πανταζάρας, Ιώβη Φραγκάτου και ο Θοδωρής Κατσαφάδος

Χορός: Μάρκος Γέττος, Δημήτρης Γεωργιάδης, Τάσος Θεοφιλάτος, Πανάγος Ιωακείμ, Δημήτρης Καραβιώτης, Ηλίας Μενάγιερ, Δημήτρης Μηλιώτης, Αλέξανδρος Μούκανος, Αλέξανδρος Μπαλαμώτης, Βασίλης Παπαγεωργίου, Κλέαρχος Παπαγεωργίου, Γιώργος Παπανδρέου

Παραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου - Stefi & Lynx Productions/Arcadia Media - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Βέροιας - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κοζάνης

                              
                 
Για τη Stefi & Lynx Productions:

Διεύθυνση Παραγωγής: Αναστασία Καβαλλάρη

Επικοινωνία: Ανζελίκα Καψαμπέλη

Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Αλίκη Δανέζη Knutsen

Promo photos: Τάσος Θώμογλου

Φωτογραφίες παράστασης & αφίσας, trailer: Πάτροκλος Σκαφίδας

                   Για τη Stefi & Lynx Productions:

Διεύθυνση Παραγωγής: Αναστασία Καβαλλάρη

Επικοινωνία: Ανζελίκα Καψαμπέλη

Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Αλίκη Δανέζη Knutsen

Promo photos: Τάσος Θώμογλου - Trailer: Πάτροκλος Σκαφίδας

Tip: Εξασφαλίστε τη μεταφορά σας στην Επίδαυρο για να παρακολουθήσετε την παράσταση με εισιτήριο λεωφορείου που κοστίζει μόλις 11 ευρώ, μέσω του site του Φεστιβάλ (greekfestival.gr) και της σελίδα της παράστασης https://www.viva.gr/tickets/theater/greekfestival/agamemnon-aisxylou/

Εισιτήρια από 8€ (early bird: 6,40€) στο greekfestival.gr και το 210 32 72000

Ο Τσέζαρις Γκραουζίνις, μετά την επιτυχία του Επτά επί Θήβας, επιστρέφει στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου με τον Αγαμέμνονα. Στο πρώτο έργο της τριλογίας της Ορέστειας του Αισχύλου, παρακολουθούμε την επιστροφή του στρατηγού Αγαμέμνονα στο Άργος, μετά το τέλος του Τρωικού πολέμου. Η υποδοχή της Κλυταιμήστρας μοιάζει θερμή, όμως κρύβει ένα οργανωμένο σχέδιο εκδίκησης, που έχει καταστρώσει μαζί με τον Αίγισθο, προκειμένου να εκδικηθεί τη θυσία της Ιφιγένειας, που σφαγιάστηκε για να ξεκινήσουν τα πλοία προς την Τροία. Καθώς η Κλυταιμήστρα δολοφονεί τον Αγαμέμνονα και την αιχμάλωτη πριγκίπισσα Κασσάνδρα, ακολουθεί τον κύκλο του αίματος του οίκου των Ατρειδών που ξεκίνησε με την Ιφιγένεια και συνεχίζεται στις επόμενες τραγωδίες της τριλογίας.

Στο διπλό ρόλο του Αγαμέμνονα και του Αίγισθου ο Γιάννης Στάνκογλου. Κλυταιμήστρα η Μαρία Πρωτόπαππα. Μαζί τους ο Θοδωρής Κατσαφάδος, ο Αργύρης Πανταζάρας, η Ιώβη Φραγκάτου και 12μελής χορός. Το έργο ανεβαίνει σε νέα μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα και πρωτότυπη μουσική του Χάρη Πεγιάζη.

Σημείωμα του σκηνοθέτη:

Αυτή η ιστορία του Αισχύλου εκφράζει με εκπληκτική δύναμη το παράλογο της ανθρώπινης μοίρας.

Πράγματι, χάνουμε αέναα στον αγώνα με το φόβο μας.

Πράγματι, φτιάχνουμε πολιτείες ασταμάτητα και είμαστε αιχμάλωτοι στις φυλακές που χτίζουμε εκούσια με τα ίδια μας τα χέρια.

Πράγματι, περιμένουμε σωτήρες και όταν τελικά εμφανιστούν συνειδητοποιούμε ότι δεν αξίζουν παρά τον οίκτο μας.

Πράγματι, αυτό που ονομάσαμε "δικαιοσύνη", μας οδηγεί αργά ή γρήγορα στο έγκλημα.

Όλοι είμαστε ένοχοι.

Η τιμωρία είναι αναπόφευκτη.

Ευτυχισμένος είναι εκείνος που κατάφερε ν' απαλλαγεί απ' τις ελπίδες και τις προσδοκίες του και έμαθε την υπομονή.

Ο κόσμος του "Αγαμέμνονα" είναι ζοφερός. Αλλά επιτρέψτε το ταξίδι μας στον κόσμο του να είναι ουσιαστικό και συναρπαστικό, γιατί πιστεύω ότι η οδηγός μας - η Ποίηση - γνωρίζει το δρόμο προς τη χαρά.      

Με αγγλικούς υπέρτιτλους.

            Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

            6 & 7 Ιουλίου, 21:00

Συντελεστές:

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις
Σκηνικά – Κουστούμια: Κέννυ ΜακΛέλλαν
Μουσική-Μουσική Διδασκαλία: Χάρης Πεγιάζης

Κίνηση: Έντι Λάμε
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος

Βοηθός Σκηνοθέτη: Συγκλητική Βλαχάκη

Παίζουν:
Μαρία Πρωτόπαππα, Γιάννης Στάνκογλου, Αργύρης Πανταζάρας, Ιώβη Φραγκάτου και ο Θοδωρής Κατσαφάδος

Χορός: Μάρκος Γέττος, Δημήτρης Γεωργιάδης, Τάσος Θεοφιλάτος, Πανάγος Ιωακείμ, Δημήτρης Καραβιώτης, Ηλίας Μενάγιερ, Δημήτρης Μηλιώτης, Αλέξανδρος Μούκανος, Αλέξανδρος Μπαλαμώτης, Βασίλης Παπαγεωργίου, Κλέαρχος Παπαγεωργίου, Γιώργος Παπανδρέου

Παραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου - Stefi & Lynx Productions/Arcadia Media - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Βέροιας - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κοζάνης

Για τη Stefi & Lynx Productions:

Διεύθυνση Παραγωγής: Αναστασία Καβαλλάρη

Επικοινωνία: Ανζελίκα Καψαμπέλη

 

«Ζωγραφίζω συνηθισμένους ανθρώπους του δρόμου. Οι πίνακές μου είναι σα  βουβά ουρλιαχτά,  πολύχρωμα. Τα τέρατα που βγαίνουν απ' το χέρι μου είναι άνθρωποι,  θεοί ή ζώα ή κάτι απ΄ όλα αυτά μαζί».

Η «ΕΜΜΑ» της Μαρίας Πρωτοπαππά, διασκευή βασισμένη στο βιβλίο «Αναμνήσεις δι' αλληλογραφίας» (εκδ. Ίκαρος, μτφρ.  Μαρίας Παλαιολόγου),  που έγραψε η Κολομβιανή ζωγράφος Έμμα Ρέγιες μετά από προτροπή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες,   παρουσιάζεται από τις 20 Φεβρουαρίου στη Β΄  Σκηνή του Θεάτρου οδού Κεφαλληνίας,  για 10 παραστάσεις,  κάθε Δευτέρα και Τρίτη.

Ο θεατρικός κόσμος της «ΕΜΜΑ» απευθύνεται στις αισθήσεις, όχι στο νου. Είναι ένας πίνακας τρισδιάστατος ή ένα τραγούδι με πρόζα. Μέσα από τα μάτια ενός παιδιού τεσσάρων χρόνων - ζωντανεύει την Κολομβία των αρχών του 20ου αιώνα, μέσα σε μια ατμόσφαιρα Λατινοαμερικάνικου μυστικισμού και Καθολικής αυστηρότητας. Είναι εμπνευσμένος  από τη ζωή ενός θηλυκού Όλιβερ Τουίστ που κατάφερε με το θάρρος, την αφέλεια και την αχαλίνωτη φαντασία του να επιβιώσει σε σκληρές συνθήκες, να ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο και να διαπρέψει στην Ευρώπη ως καλλιτέχνης.

-Ποιός σου πρόσφερε αγάπη όταν ήσουν παιδί;
-Δε θυμάμαι να 'χαμε τέτοιες έγνοιες...

Ο  μύθος «Έμμα Ρέγιες»  γεννήθηκε στην Μπογκοτά το 1919. Μεγάλωσε χωρίς γονείς και ταυτότητα. Πέθανε στο Μπορντό της Γαλλίας το 2003, στα 83 της, από έναν άγνωστο ιό.

Η γραφή της είναι προφορική,  ανεπιτήδευτη καθώς εκείνη ήταν αναλφάβητη:

"Εκτιμώ περισσότερο τι έχεις ζήσει, πολύ λιγότερο αυτό που έχεις διαβάσει".

 

 

Συντελεστές
Διασκευή-Ερμηνεία: Μαρία Πρωτοπαππά

Μετάφραση: Μαρία Παλαιολόγου

Συνεργάτης Δραματουργίας: Κίττυ Παϊταζόγλου

Σκηνογράφος-Ενδυματολόγος: Μαρία Πανουργιά

Φωτισμοί-Φωτογραφίες: Σάκης Μπιρμπίλης

Επιμέλεια Κίνησης: Μαριέλα Νέστορα

Εκτέλεση κοστουμιών: Παρασκευή Πρωτοπαππά

Κατασκευή σκηνικού: Another Kind Of Art
Παραγωγή: Kart Productions

 

INFO:

Β’ Σκηνή  του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας

Κεφαλληνίας 18 Κυψέλη

Πληροφορίες – κρατήσεις: 2114117878 

 

Ημέρες και ώρες παραστάσεων:

Από 20 Φεβρουαρίου, για 10 παραστάσεις

Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00

 

Τιμές εισιτηρίων:

Κανονικό: 15 ευρώ

Μειωμένο: 10 ευρώ

Ατέλειες: 5 ευρώ

 

Προπώληση:

Viva.gr, 11876, Seven Spots, Reload, Media Markt, Ευριπίδης, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Αθηνόραμα.gr, Viva Kiosk Σύνταγμα

 

 

 

 

Οι «Βάκχες» είναι το κύκνειο άσμα του Ευριπίδη. Γράφτηκαν ενώ ο ποιητής βρισκόταν στη Μακεδονία το 407 π.Χ. και παρουσιάστηκαν από το γιο του στην Αθήνα το 405 π.Χ., αφότου ο ίδιος είχε πεθάνει.

Στις «Βάκχες» κεντρικός ήρωας είναι ο θεός Διόνυσος. Αυτό είναι μοναδικό γεγονός για όλη την τραγική δημιουργία της εποχής εκείνης. Είναι η μοναδική τραγωδία, από όσες έχουν διασωθεί τουλάχιστον, στην οποία τραγικός ήρωας δεν είναι κάποιος θνητός. Αυτό υποσκάπτει τα ίδια τα θεμέλια της τραγικής φόρμας, καθώς σε ένα θεό τίποτα δεν μπορεί να φέρει οριστική τραγική κατάληξη. Ένας θεός δεν πεθαίνει, δεν νικιέται οριστικά, δεν μπορεί να υποφέρει όσα η ανθρώπινη ύπαρξη. Έτσι δεν μπορεί να οδηγήσει και το κοινό σε μια τραγική ταύτιση με τον ίδιο.

Είναι ίσως το μόνο έργο του Ευριπίδη στο οποίο το κέντρο της αφήγησης δεν είναι μια ιστορία, μια δράση, μια ενδιαφέρουσα πλοκή αλλά η διαρκής μεταμόρφωση κάθε ήρωα. Επιπλέον, ο Ευριπίδης, που ιστορικά ολοκληρώνει την τραγική ποίηση του 5ου αιώνα π.Χ. στην Αθήνα, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για το ξεπέρασμα της τραγικής φόρμας με το να επικεντρωθεί στη γραμμική αφήγηση των γεγονότων. Έτσι μετέθεσε το σκηνικό βάρος από την τραγικότητα των ηρώων στην «περιπέτεια».

Ίσως αυτό το στοιχείο να είχε ως βάση η σκηνοθετική ματιά του Έκτορα Λυγίζου που μας παρέδωσε μια παράσταση κατά βάση αφηγηματική, η οποία δεν στερούνταν πρωτοτυπίας, έμπνευσης και σκληρής δουλειάς συνόλου υποκριτών με σπάνιο σκηνικό τάλαντο.

Οι οκτώ ηθοποιοί ξετυλίγουν στο κοίλον της Επιδαύρου τρεις μοβ κυλίνδρους ‒ διόλου τυχαία η επιλογή του χρώματος, που στη συνέχεια με τους φωτισμούς (φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης) γίνεται καφέ, όταν με τα σώματα των ηθοποιών μοιάζει με τον κορμό του δέντρου, από όπου η Αγαύη θα κατασπαράξει σαν άλλη Μήδεια το γιο της Πενθέα. Τα κοστούμια τους σαν προβιές ζώων ή σύγχρονα ταγάρια αποκολλώνται από το σώμα μαζί με κάποια σιδερένια εξαρτήματα. Έτσι όποιος ήρωας πιστεύει στο θεό μεταμορφώνεται ακόμα και εξωτερικά, ντύνεται στα λευκά και τα μικρά σίδερα που κατρακυλούν στο υφασμάτινο δάπεδο μοιάζουν σαν ραβδάκια νεράιδας σύγχρονου παραμυθιού που τον ακούμπησαν και τον προσηλύτισαν στη νέα θρησκεία του Βάκχου (σκηνικό-κοστούμια: Κλειώ Μπομπότη).

Ο Διόνυσος του Αργύρη Πανταζάρα έχει έντονη την ανθρώπινη διάσταση αποκρύπτοντας τη θεϊκή. Ο λόγος του είναι καθαρός, με μια φυσική ροή. Οι κινήσεις του ελάχιστες, κυρίως με τα χέρια, καθώς σαν ταχυδακτυλουργός προσπαθεί να μαγέψει το κοινό του. Δεν μοιάζει να πέφτει βαρύς πάνω στους ανθρώπους και να τους συνθλίβει. Περισσότερο η μορφή του θυμίζει πνεύμα.

Οι Ανέζα Παπαδοπούλου και Χρήστος Στέργιογλου είναι ένα εκπληκτικό δίδυμο ως Κάδμος και Τειρεσίας. Η σκηνική εμπειρία τους αλλά και η χημεία που έχουν χαρίζει ένα απολαυστικό αποτέλεσμα με κωμικές πινελιές.

Η Μαρία Πρωτόπαππα παρουσιάζει έναν αποφασιστικό Πενθέα, με τη δυναμική της παρουσία να γεμίζει την Επίδαυρο που παλεύει να οχυρώσει την πόλη απέναντι στην έλευση της νέας θρησκείας. Τον ίδιο ρόλο θα ερμηνεύσει στη συνέχεια και ο Βασίλης Μαγουλιώτης με μια αφοπλιστική απόγνωση που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, όταν η κατάσταση με τις Βακχίδες θα έχει πια ξεφύγει από τον έλεγχο, αλλά και ο ίδιος ο σκηνοθέτης.

Εντυπωσιακοί επίσης η Ανθή Ευστρατιάδου και ο Άρης Μπαλής ως αγγελιαφόροι που περιγράφουν τα γεγονότα με ένα σώμα και μια φωνή και πραγματικά συνεπαίρνουν.

Αυτό που ξένισε στην παράσταση ήταν η παντελής έλλειψη μουσικής. Ένα από τα βασικά ἡδύσματα («καρυκεύματα») που έλεγε και ο Αριστοτέλης για το αρχαίο δράμα (ο λόγος στη τραγωδία να έχει «ῥυθμὸν καὶ ἁρμονίαν καὶ μέλος»), που κατά τη γνώμη μου θα τροφοδοτούσε σε αρκετά σημεία την αφήγηση.

Η παράσταση του Έκτορα Λυγίζου μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα και μου άρεσε, αλλά θα την εκτιμούσα περισσότερο αν ο σκηνοθέτης ξεκαθάριζε εξαρχής τις προθέσεις του, δηλαδή αν διευκρίνιζε ότι ήταν «βασισμένη στις ‘‘Βάκχες’’ του Ευριπίδη», αφού απουσίαζαν πολλά μέρη της τραγωδίας αλλοιώνοντας σε μεγάλο βαθμό την ταυτότητά της.

Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να βιώσει κανείς το μέγεθος της αποτρόπαιης πράξης της Αγαύης αν δεν ακούσει το θρήνο της. Δεν ξέρω πώς μπορεί να κατανοήσει τι σημαίνει «βακχίζομαι», τη μέθη και την ένθεη μανία του Διονύσου, αν δεν δει τις ίδιες τις Βάκχες, το χορό των μαινάδων γυναικών. Δεν ξέρω αν αρκεί απλώς η περιγραφή των ηθοποιών. Αυτά σε ένα πρώτο επίπεδο.

Γιατί από εκεί και πέρα μπορούν να τεθούν πολλά ερωτήματα για το πόσα ουσιαστικά κομμάτια χάνει ο θεατής από έναν ακρωτηριασμένο Ευριπίδη. Θα δώσω ένα παράδειγμα. Το τραγικό στοιχείο στις «Βάκχες» δεν αφορά τα πάθη του Πενθέα, αφορά το θάνατο και την ανάσταση του Διονύσου. Ένας θνητός μπορεί μόνο να πεθάνει. Ο θεός Διόνυσος μπορεί και να αναστηθεί μέσα από τα σκορπισμένα του μέλη. Η υπέρβαση της ίδιας της θνησιγενούς ύπαρξης καθιστά εφικτή την τραγική ενόραση, δηλαδή, ενώ όλοι οι άνθρωποι ποθούν την ολοκληρωτική υπέρβαση, μόνο ένας θεός το καταφέρνει και αυτός πληρώνοντας το στιγμιαίο θάνατό του.

Στην παράσταση του Έκτορα Λυγίζου ο θεός Διόνυσος είχε μια τόσο guest διακριτική παρουσία, που, αλίμονο, αν κανείς μπορέσει έστω και να υποψιαστεί αυτό το στοιχείο.

 

bookfeed_konstantinidis

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Μένουμε σπίτι!!! Διαβάζουμε, τραγουδάμε, συζητάμε, βλέπουμε ταινίες και φυσικά θεάτρο...on line!

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

sample banner

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία